Το χωριό των σπουργιτιών

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ

(φωτογραφίες: JONNEK JONNEKSSON)

1

Θα πεθάνουν σε ένα κλίμα αγάπης και αξιοπρέπειας. Γιατί ο HIV είναι ο ιός των φτωχών ανθρώπων: όλων αυτών που ζουν στο γκέτο, υπάρχουν κομμάτια που δυσκολεύονται να γεννηθούν. Αυτό εδώ θα ήθελε να μην υπάρχει.Αυτό που σκοτώνει τους ανθρώπους είναι η άγνοια και η φτώχεια.

Όταν περνάς την πύλη του Χωριού των Σπουργιτιών το ξέρεις πως κάτι κακό θα συμβεί. Ακόμα κι αν δεν το παραδέχεσαι, ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνεις, ακόμα κι αν δεν σου το έχουν πει. Γιατί σε αυτό το μικρό χωριουδάκι, λίγα χιλιόμετρα μακριά από την καρδιά του Γιοχάνεσμπουργκ, έρχεσαι για να πεθάνεις.

Ίσως για αυτό είναι τόσο δύσκολο να το βρεις. «Οι περισσότεροι ντρέπονται να παραδεχτούν πως ξέρουν το χωριό. Τρεις Έλληνες πέθαναν σε εμάς –πως και δεν ήξερε κανείς να σου πει πού βρισκόμαστε; Θα ήταν σαν να παραδέχονται πως έχουν κάποιον δικό τους άρρωστο εδώ». Η Δέσποινα είναι η οικονομική διευθύντρια του χωριού. Πολύ χαμογελαστή, πολύ ήρεμη και πολύ ψύχραιμη όταν μου εξηγεί: «το καταστατικό μας είναι σαφές. Για να γίνεις δεκτός σε εμάς πρέπει να είσαι στο τελικό στάδιο του AIDS, δηλαδή να μην σου μένουν περισσότεροι από τρεις μήνες ζωής. Κι είναι πραγματικά πολύ τυχεροί όσοι πεθαίνουν στο Χωριό των Σπουργιτιών».

Στο χωριό των σπουργιτιών μεγαλώνουν περίπου 300 παιδιά και το 95% απο αυτά έχει προσβληθεί από τον ιό. Ελάχιστα ζούν με τις μητέρες τους. Τα περισσότεραζούν σε σπίτια ανά 20, με μια θετή μητέρα ή μια θετή γιαγιά. Τα παιδιά ξέρουν ότι είναι οροθετικά - όχι μόνο για να προστατεύσουν τους άλλους, άλλα και τον εαυτό τους. Χρειάζεται ειδική φροντίδα αν πέσουν και χτυπήσουν, αλλά και έγκαιρη διάγνωση.

Στο Γιοχάνεσμπουργκ ο ιός υπάρχει παντού στην καθημερινότητα των ανθρώπων: στα φαρμακεία που μαζί με τα τεστ εγκυμοσύνης πουλάνε και τεστ HIV. Στα γκράφιτι όπου τα παιδιά ζωγραφίζουν ασθενοφόρα και νοσοκόμες. Στις HIV κλινικές που υπάρχουν σε κάθε γειτονιά. Στα εξειδικευμένα νοσοκομεία (μόνο στο Μπαραγκουάνεθ χορηγούνται φάρμακα σε 30.000 ασθενείς την ημέρα). Σε κάθε ασβεστωμένο τοίχο του γκέτο που διαφημίζει «το θαυματουργό Superboost! γιατρεύει τα πάντα, από διαβήτη και αρθρίτιδα μέχρι πονοκέφαλο και AIDS». Στα εφηβικά περιοδικά όπου διαβάζεις επιστολές όπως «ο φίλος μου είναι οροθετικός, να τον αφήσω;» Στην μεγαλύτερη εφημερίδα της χώρας όπου κάθε Κυριακή φιλοξενεί «ιστορίες ζωής με τον HIV». Το 70% των οροθετικών παγκοσμίως ζει στην Υποσαχάρια Αφρική: 22,5 εκατομμύρια άνθρωποι -μια ολόκληρη, μεγάλη, χώρα, 1,6 εκατομμύρια θάνατοι μόνο πέρυσι, 12 εκατομμύρια ορφανά, 1,7 νέα κρούσματα. Με 5,5 εκατομμύρια ασθενείς και έναν 30άρη στους τέσσερις οροθετικό, η Νότιος Αφρική είναι η κοιτίδα του HIV.

Νωρίς το μεσημέρι, καλοκαίρι, με χίλες μυρωδιές και μπαμπακένια σύννεφα στον ουρανό, πρώτη μου στάση στο χωριό. Στην πλατεία με τους γέροντες και τις γερόντισσες. Ο μεγαλύτερος είναι 60 χρόνων: ήδη υπεραιωνόβιος για την Νότιο Αφρική όπου το προσδόκιμο ζωής για τον μαύρο πληθυσμό δεν ξεπερνά τα 42. Κάθονται ήσυχοι, απελπιστικά ήσυχοι, στην λιακάδα. «Οι άνθρωποι εδώ πεθαίνουν σαν τους ελέφαντες. Οι κυνηγοί βρίσκουν συνεχώς πτώματα στα χωράφια ή σε εγκαταλελειμμένα μεταλλεία. Για να μην ντροπιάσουν την οικογένειά τους, μόλις καταλάβουν ότι είναι άρρωστοι φεύγουν μόνοι τους στο δάσος. Αυτοί εδώ είναι τυχεροί. Θα πεθάνουν σε ένα κλίμα αγάπης και αξιοπρέπειας». Η Ρόουζ Λετουάμπα είναι νοσοκόμα. Κι ένα μέρος της δουλειάς της είναι να στηρίζει ψυχολογικά το προσωπικό του Χωριού των Σπουργιτιών. Αυτό κάνει και για εμένα τώρα: μου λέει αυτό που θα όφειλα να σκεφτώ.

«Τώρα πιά οι λευκοί δεν χρειάζονται το απαρτχάιντ, τώρα έχουν τον HIV». Στα μπιλιαρδάδικα του γκέτο, εκεί που οι άντρες της γειτονιάς πίνουν φτηνές μπύρες και παίζουν στοιχήματα δίπλα σε τεράστια ηχεία που παίζουν εκκωφαντικά ραπ, ο θυμός των μαύρων αδερφών τους κάνει σχεδόν παρανοϊκούς. Απίστευτες θεωρίες συνομωσίας, σενάρια τρόμου και μίσος για τους λευκούς που «έσπειραν τον ιο για να εξαφανίσουν τη μαύρη κοινότητα, για να αφανίσουν τη μαύρη δύναμη».

«Είναι εξοργισμένοι κι έχουν δίκιο: 14 χρόνια μετά την πτώση του απαρτχάιντ, το 97% της οικονομίας μας είναι ακόμα σε λευκά χέρια». Ο Χάρυ είναι τυπικός ράσταμαν, γέννημα θρέμμα του γκέτο. Στα 29 του δουλεύει ως κοινωνικός λειτουργός στην τοπική HIV κλινική και μου εξηγεί: «το αν θα νοσήσεις εντέλει από AIDS, είναι ένα θέμα βαθύτατα ταξικό. Τώρα πιά, με τις καινούργιες αντιρετροϊκές θεραπείες, το να ζεις με τον ιό μοιάζει σαν να ζεις με διαβήτη. Μόνο που αυτό κοστίζει ακριβά. Μόνο που αυτό απαιτεί να παίρνεις τα φάρμακά σου. Μόνο που αυτό απαιτεί να διατρέφεσαι. Καταρχήν να τρέφεσαι». Σε αυτή τη χώρα που η ανεργία στις περιοχές των μαύρων φτάνει και το 70% και που περίπου το 40% του πληθυσμού πέφτει για ύπνο νηστικό το βράδυ, αν διαγνωστείς με HIV είναι σαν να σου απαγγέλλουν την θανατική σου καταδίκη. Γιατί ο HIV είναι ο ιός των φτωχών ανθρώπων: όλων αυτών που ζουν στο γκέτο, όλων αυτών που παρατάνε το σχολειό πριν καλά καλά το αρχίσουν, όλων αυτών που δεν ηλεκτρικό και άρα τηλεόραση για να μάθουν να προφυλάσσονται, όλων αυτών που πιστεύουν ακόμα στον μάγο της φυλής που τους δίνει καταπότια.

3

Όλα είναι πολύ ήσυχα, πολύ αθόρυβα, πολύ γαλήνια σε αυτή την μικρή πλατεία. Κανένας δεν μιλάει σε κανέναν. Η Λίλη φοράει τον πράσινο μάλλινο μπερέ της παρόλη τη ζέστη, πλέκει και ξεπλέκει τα χέρια της, κοιτάζει το κενό. «Δείχνεις πολύ κουρασμένη. Δεν κοιμήθηκες χτες βράδυ; Ούτε κι εγώ. Έχω μια εβδομάδα να κοιμηθώ». Για αυτό δείχνεις τόσο κομμένη, χαμογελάω και προσπαθώ να αρχίσω ψιλοκουβεντούλα. «Όχι χρυσό μου. Γιατί είμαι πάρα πολύ γριά και θα πεθάνω. Είμαι 56 χρόνων». Και τι να πεις; Όχι δεν θα πεθάνεις; Όχι, δεν είσαι γριά; Όχι η ζωή είναι ωραία; Πόσο ωραία είναι η ζωή όταν πεθαίνεις από μέρα σε μέρα, όταν έχεις ήδη χάσει την κόρη σου από την ίδια αρρώστια, όταν τα εγγόνια σου που θα μείνουν πίσω δεν θα έχουν κανέναν πιά να τα φροντίσει;

«Κι όμως νοιώθουν τυχερές όταν τις βρίσκουν οροθετικές. Αν πάμε στο γκέτο θα ακούσεις πάρα πολλές γυναίκες να εύχονται να προσβληθούν από τον ιό. Οι περισσότερες είναι άνεργες, δεν έχουν πάει καν σχολείο και τις παντρεύουν στα 12 με 14 –αν παντρευτούν και δεν κάνουν τα μωρά εκτός γάμου. Με το επίδομα των 820 Ραντ που θα παίρνουν τον μήνα θα ζουν άνετα τα παιδιά τους». Η Πατρίτσια δουλεύει στην υποδοχή του Χωριού του Σπουργιτιών. Κι είναι η επί της δικής μου υποδοχής στον κόσμο των γυναικών του γκέτο. Οκτακόσια είκοσι ραντ είναι 82 ευρώ –ποσό αστρονομικό αν σκεφτείς πως ράφτης παίρνει 1 ευρώ μεροκάματο στο γκέτο.

Για αυτό οι γυναίκες νιώθουν τυχερές όταν παίρνουν στα χέρια τους την τρομερή διάγνωση. Σαν την Μουσισίουα, που κάθεται δίπλα μας και χαϊδεύει την κοιλιά της. Έχει ένα μωρό 3 χρονών και σε 4 μήνες θα αποκτήσει το δεύτερο. Χάρηκε πολύ όταν της είπαν ότι είναι οροθετική. Ο φίλος της την είχε μόλις εγκαταλείψει. Στο δεύτερο τεστ της είπαν πως δεν είναι απλώς οροθετική, έχει ήδη νοσήσει από AIDS. «’Έφυγε με μια άλλη στο διπλανό χωριό. Όμως τον θέλω πίσω, τον αγαπάω. Είναι τόσο ψηλός! Κι έχει τόσο όμορφα χέρια… Και τον θέλω πίσω κι ας μην με παντρεύεται». Μια στις τρεις εγκύους στην ηλικία της Μοσισίουα είναι φορέας. Ελάχιστες έχουν πρόσβαση σε φάρμακα και νοσοκομεία. Τα μωρά τους θα αρρωστήσουν.

4

Μπορεί στη Δύση – εντελώς λανθασμένα κι εγκληματικά – να έχει περάσει η άποψη πως ο ιός χτυπάει τους γκέι. Στην Νότιο Αφρική ο ιός χτυπάει τις γυναίκες και τα παιδιά τους: σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή του κόσμου, εδώ το 61% με HIV είναι γυναίκες. «Αυτό έχει να κάνει με την κουλτούρα της χώρας. Αν η ζωή είναι γενικά υποτιμημένη εδώ, η ζωή μιας γυναίκας δεν έχει καμία αξία», μας λέει η Κορίν Μακ Κλίντοκ. «Μία στις δύο γυναίκες της Νοτίου Αφρικής θα βιαστεί τουλάχιστον μια φορά στη ζωή της: κάθε 22 δευτερόλεπτα γίνεται ένας βιασμός -ούτε ένας στους εκατό δεν καταγγέλλεται στην αστυνομία. Το πιο φοβερό όμως είναι οι βιασμοί παιδιών. Οι μάγοι λένε στους φορείς ότι μπορούν να γιατρευτούν αν κάνουν έρωτα με παρθένα. Μόνο μέσα σε ένα χρόνο βιάστηκαν 20.000 παιδιά».

Η Κορίν είναι νοσοκόμα και ίδρυσε το Χωριό των Σπουργιτιών πριν 16 χρόνια. Το χωριό στηρίζεται σε δωρεές από όλο τον κόσμο και εθελοντές. Η κυβέρνηση της χώρας, αλλά και η τοπική κοινωνία προσπαθούν να ξεχάσουν την ύπαρξή του. «Ζητάμε εθελοντές για να ταϊζουν τα μωρά στο ορφανοτροφείο και δεν έρχεται κανείς από εδώ. Έρχονται άνθρωποι από την Ευρώπη και την Ασία και κανένας από την γειτονιά. Από την άλλη, δεν τους αδικώ. Ένας στους τρεις νοτιοαφρικανούς είναι οροθετικός, ζουν το πρόβλημα καθημερινά σπίτι τους. Πόσο πόνο να αντέξουν;» Η Κορίν είναι αιδεσιμότατη σε κάποιο από τα άπειρα παρακλάδια των διαμαρτυρόμενων χριστιανών και ο τεράστιος σταυρός που κρέμεται στο στήθος της και το επιθετικό της ύφος δεν βοηθάνε τόσο να πλησιάσουμε η μια την άλλη. «Δεν είμαι καθόλου θετική με τα μίντια. Οι δημοσιογράφοι έρχονται κάθε 1η του Δεκέμβρη και ζητάνε μια δήλωση και μια κλαμένη ιστορία. Όμως ο HIV δεν είναι θανατηφόρος. Αυτό που σκοτώνει τους ανθρώπους είναι η άγνοια και η φτώχεια. Μπορείς να ζήσεις μια καλή ζωή με τον ιό και να πεθάνεις σε βαθιά γεράματα από κάτι άλλο. Αυτό όμως απαιτεί χρόνο και χρήμα. Και δεν μιλάω μόνο για την πρόσβαση στα φάρμακα. Μιλάω για το να έχεις πρόσβαση σε νοσοκομείο, να έχεις δρόμο για να πας, να έχεις αμάξι για να κάνεις αυτό το δρόμο, να έχεις βενζίνη για να κινήσεις αυτό το αμάξι».

Δεν είχε τίποτα από όλα αυτά η Μαρία. Ούτε δρόμο ούτε αμάξι ούτε βενζίνη. Κι έφτασε στο νοσοκομείο όταν πιά ήταν πολύ αργά. Φοράει λευκό μακό και μια πολύ μακριά φούστα. Κι αυτή ο άντρας της την εγκατέλειψε. «Δεν σε θέλω για παρέα, δεν καταλαβαίνεις; Τι να σου πω δηλαδή; Θέλω να μένω μόνη μου και να διαβάζω. Διαβάζω περιοδικό –κρατάω το μυαλό μου ζωντανό». Και τι σκέφτεσαι; «Τα παιδιά μου. Το χωριό μου. Φύγε από μπροστά μου τώρα». Φεύγω. Η Μαρία, όπως χιλιάδες άλλες Μαρίες, κόλλησε τον ιό από τον άντρα της. Ο οποίος μπορεί να παντρευτεί βάση του δικαίου της φυλής όσες Μαρίες θέλει. Και, σε αντίθεση με τον μουσουλμανικό κόσμο, δεν είναι καν υποχρεωμένος να τρέφει τις γυναίκες και τα παιδιά του. Δεν είναι καν ηθικά υποχρεωμένος να τις παντρεύεται έτσι ώστε εκείνες να διεκδικήσουν κάτι από αυτόν. «Έτσι οι γυναίκες μπαίνουν σε ανταγωνισμό μεταξύ τους.

Μπορεί σήμερα να ζει στο σπίτι μαζί σου και με τα παιδιά σου. Δυο στενά παρακάτω μένει η γκόμενά του με άλλα δυο παιδιά. Αν εκείνη είναι καλύτερη από ‘σένα στο μαγείρεμα ή στο κρεβάτι, αύριο θα βρεθεί αυτή στη θέση σου κι εσύ στο δρόμο. Πρόσθεσε στην πολυγαμία ότι κανένας δεν δέχεται να βάλει προφυλακτικό κι έτσι θα έχεις την εικόνα της πανδημίας μπροστά σου», λέει η Πατρίτσια που μεγάλωσε και ζει ακόμα στο Σοβέτο.

«Μια ολόκληρη γενιά ξεκληρίστηκε από τον ιό. Κάποια στιγμή συνειδητοποιήσαμε ότι δεν είχαμε πιά αρκετά ορφανοτροφεία για τα παιδιά. Και οι συγγενείς τους δεν τα θέλουν γιατί εκτός από το στίγμα, είναι και πρακτικά πολύ δύσκολο να φροντίζεις ένα παιδί που για το υπόλοιπο της ζωής του πρέπει να παίρνει φάρμακα την ίδια ακριβώς ώρα κάθε μέρα. Τότε λοιπόν ξεκίνησε το πρόγραμμα «Γιαγιάδες σε δράση». Πάμε να δεις». Περπατάμε με την Ντον, την κοινωνική λειτουργό προς το άλλο άκρο του χωριού. Αφήνουμε πίσω μας το νοσοκομείο, τα δωμάτια των ετοιμοθανάτων, την αυλή της ησυχίας. Και σιγά σιγά, από μακριά ακούγεται ένα ρυθμικό, πολύ μελωδικό, τραγούδισμα. «Follow the leader, follow the leader». Τι είναι αυτό; Παιδάκια; «Α, όλα κι όλα. Μπορεί να έχουμε πολλές περισσότερες κηδείες από κάθε άλλο χωριό –χάνουμε περίπου 6 ανθρώπους τον μήνα- αλλά έχουμε και γέννες στο χωριό μας. Το μικρότερό μας είναι 3 μηνών».

Και με το που παίρνουμε την στροφή, το «Follow the leader» αποκτά επιτέλους πρόσωπο. Όχι ένα, όχι δυο, καμιά 50αριά μικράκια που δεν φτάνουν τα 4, ακολουθούν την νηπιαγωγό χτυπώντας παλαμάκια. «Στο χωριό έχουμε παιδικό σταθμό και νήπιο. Μετά τα παιδιά πηγαίνουν σε σχολεία έξω από εδώ. Είναι σημαντικό για να μην μεγαλώνουν σε γκέτο, να συγχρωτίζονται με άλλα παιδιά». Περίπου 300 παιδιά μεγαλώνουν στο χωριό. Ελάχιστα ζουν εδώ με τις μητέρες τους, τα περισσότερα ζουν σε σπίτια ανά 20 με μια θετή μητέρα ή μια θετή γιαγιά. Σαν την Τζαστίνα, που φοράει το πλατύγυρο καπέλο της και χαμογελάει ακόμα πιο πλατιά όταν μπαίνω στο σπίτι της.

«Φυσικά και ξέρουν. Τι είναι, ανόητα; Τα παιδιά μου ξέρουν ότι είναι οροθετικά όχι για να προστατεύουν τους άλλους μόνο, αλλά και τον εαυτό τους. Χρειάζονται ειδική φροντίδα αν πέσουν και χτυπήσουν, αλλά και έγκαιρη διάγνωση. Το 95% των παιδιών του χωριού μας έχουν προσβληθεί από τον ιό. Αν ένα κολλήσει γρίπη, μπορεί σε μια μέρα όλα να είναι άρρωστα». Η Τζαστίνα δεν είναι μια γιαγιά σαν τις συνηθισμένες. Μητέρα τριών παιδιών και γιαγιά τεσσάρων, το «είδε στο όνειρό της ότι έπρεπε να έρθει εδώ». Φροντίζει 22 παιδιά, από 3 έως 12 χρόνων. «Α, δεν μου αρέσει καθόλου το βλέμμα σου, δεσποινίς. Κανένας δεν είναι άρρωστος, κανένας δεν πεθαίνει εδώ. Απλώς τα παιδιά αντιμετωπίζουν μια ιδιαίτερη κατάσταση και μαθαίνουν να ζουν με αυτή. Η ζωή είναι αγώνας, δεσποινίς, κι αξίζει να την ζήσεις ακόμα κι αν δεν σου έμεινε ούτε πατέρας ούτε μάνα ούτε τίποτα. Η ζωή είναι δώρο, δεσποινίς, και δεν θέλω μιζέριες στο σαλόνι μου. Χαμογέλα, εμπρός».

«Έχει δίκιο η Τζαστίνα. Παλιότερα χάναμε περισσότερους από 10 ανθρώπους τον μήνα και τα παιδιά μας δεν έφταναν καν την εφηβεία. Τώρα πρέπει να σπαζοκεφαλιάζουμε για να τους εξηγούμε πως το ότι είναι οροθετικά δεν σημαίνει ότι μπορούν να κάνουν σεξ μεταξύ τους χωρίς προφυλακτικό γιατί ο ιός μεταλλάσσεται. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Ότι τα παιδιά μας γίνονται 16άρηδες, μεγαλώνουν! Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κι έχουν όρεξη για ζωή, έχουν όρεξη για σεξ». Όση ώρα μου μιλάει η αιδεσιμότατη Κορίν έχω μείνει άναυδη. Και το καταλαβαίνει: «Τι περίμενες; Να σου πω ότι το σεξ είναι κακό πράγμα και το HIV η τιμωρία του; Η φτώχεια είναι κακό πράγμα, η αμορφωσιά είναι κακό πράγμα, η κοινωνική αδικία είναι κακό πράγμα. Και θα έρθει η τιμωρία τους».

 

Σύνδεσμοι