Ολυμπιακό χωριό

(φωτογραφίες Francesca Oggiano Invision Images)

Είναι «το μεγαλύτερο ελληνικό οικιστικό πείραμα όλων των εποχών»; «Αμα θες να το δεις χωριό, το βλέπεις: και χωράφια έχει γύρω και πράσινο. Αμα θες να το δεις σαν πόλη, το βλέπεις: κι αμάξια έχει και κεραίες κινητής τηλεφωνίας. Αμα θες να το δεις σαν γκέτο, το βλέπεις: και συμμορίες έχει, και συρματοπλέγματα, και βανδαλισμούς. Εσύ τι θες να δεις;»

2

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα χωριό με τυφλούς κατοίκους, τυφλό βασιλιά και τυφλούς συμβούλους. Οποτε συνέβαινε ένα σημαντικό – άγνωστο γεγονός στο χωριό, οι σοφοί το μελετούσαν πρώτοι και αποφαίνονταν περί τίνος επρόκειτο. Μια μέρα εμφανίστηκε στο χωριό ένας ελέφαντας και στάθηκε στη μέση της πλατείας».

Αποκομμένο εξαρχής από τον αστικό ιστό, το Χωριό είναι μια πόλη-φάντασμα, έστω κι αν ζουν εδώ 10.000 κάτοικοι. Ζουν, μια κουβέντα είναι. Χωμένοι στο κουκούλι του σπιτιού τους - στο μόνο σημείο της πόλης που έχει ταυτότητα, την ταυτότητά τους. Στον μόνο χώρο όπου σπάει η ομοιομορφία που τους κυκλώνει.

Στέκομαι ακίνητη μέσα στο κρύο και την ερημιά, Κεντέρη & Καχιασβίλι γωνία. Δεν ξέρω κατά πού να πάω, αριστερά και δεξιά μου ολόιδια σπίτια μ’ ολόιδιες αυλές, ολόιδιοι πεζόδρομοι κι ολόιδιοι δρόμοι. Δρόμοι χωρίς ονόματα, αριθμημένοι όπως εκείνοι της Νέας Υόρκης. Οπότε στέκομαι εδώ, Κεντέρη & Καχιασβίλι γωνία. Τουλάχιστον ετούτη η γωνία έχει όνομα. Αυτό που ψάχνω, όμως, είναι η ζωή. Και δεν βλέπω στο δρόμο ούτε έναν από τους 10.000 κατοίκους.

Δυο ώρες αργότερα έχω πλήρως εξοικειωθεί μ’ αυτόν τον αχανή οικισμό από μπετόν μεζονέτες. Καταμεσής της «ζώνης πρασίνου» (ενός άλσους μεγαλύτερου από το Πεδίον του Αρεως) παρατηρώ το «μεγαλύτερο ελληνικό οικιστικό πείραμα όλων των εποχών», που κόστισε 430 εκατ. ευρώ: το Ολυμπιακό Χωριό. Και ψάχνοντας να βρω έναν τουλάχιστον κάτοικο να περπατάει, το μυαλό μου τρέχει συνεχώς στο παραμύθι με το τυφλό χωριό:

«Ολοι οι χωρικοί κυριεύτηκαν από φόβο αλλά και ανυπομονησία να μάθουν τι ήταν αυτό που είχε εμφανιστεί στο χωριό τους. Οι σοφοί κλήθηκαν να εξετάσουν το φαινόμενο. Ο καθένας τους πλησίασε τον ελέφαντα από διαφορετικό σημείο. Ο ένας τον άγγιξε από το πλάι και κατέληξε ότι ήταν ένας τεράστιος ζωντανός περιπλανώμενος τοίχος. Ο δεύτερος άρπαξε ένα από τα πόδια του και είπε ότι ήταν ένας τεράστιος ζωντανός μετακινούμενος κορμός δέντρου. Ο τρίτος σοφός που εξέταζε το αφτί έλεγε πως ήταν ένα μεγάλο, περίεργο φύλλο. Ο τέταρτος γέλασε με τους συναδέλφους του, είπε ότι οι θεωρίες τους ήταν λανθασμένες και πως δεν ήταν παρά ένα τεράστιο άκακο φίδι. Αυτός είχε πιάσει την προβοσκίδα…»

«Κάπως έτσι είναι και το Ολυμπιακό Χωριό. Αμα θες να το δεις χωριό, το βλέπεις: και χωράφια έχει γύρω και πράσινο. Αμα θες να το δεις σαν πόλη, το βλέπεις: κι αμάξια έχει και κεραίες κινητής τηλεφωνίας. Αμα θες να το δεις σαν γκέτο, το βλέπεις: και συμμορίες έχει, και συρματοπλέγματα, και βανδαλισμούς. Εσύ τι θες να δεις;» Ο Τσίγγαν, όπως τον φωνάζουν οι φίλοι του, είναι ο πρώτος άνθρωπος που συναντώ στο δρόμο. «Οι άνθρωποι εδώ δεν βγαίνουν απ’ τα σπίτια τους• μόνο για να πάνε στο σχολείο ή στη δουλειά. Μετά μαντρώνονται νωρίς, κι από αύριο πάλι τα ίδια. Μόνο εμείς οι νέοι κυκλοφορούμε – κι επειδή δεν έχουμε πού να πάμε, μαζευόμαστε στο γεφυράκι. Θα σε πάω στο γεφυράκι, αλλά δεν θα μιλάς, γιατί θα καταλάβουνε όλοι πόοοσο μεγάλη είσαι».

Ο Χ. Δημούτσος, εκδότης της εφημερίδας «Δεκέλεια», με τη σύζυγό του

Περπατάμε πάνω στο γεφυράκι και προσπαθώ να καταλάβω πόοοσο μεγάλη με βλέπει από τα 20 του χρόνια ο Τσίγγαν. Μάλλον πολύυυυ μεγάλη, αφού προσπαθώ να διακρίνω μες στο σκοτάδι που κάθονται οι φίλοι του και δεν τους βλέπω πουθενά στις βρόμικες αλέες και στο ωραίον μνημείον, το Αδριάνειο Υδραγωγείο. «Βρε χαζή, κοίτα κάτω απ’ τα πόδια σου». Οι πιτσιρικάδες, λοιπόν, δεν κάθονται στη γέφυρα• κάθονται κάτω απ’ τη γέφυρα. Και κάθομαι κι εγώ, βουβή, για να μην καταλάβουν πόοοσο μεγάλη είμαι. «Εντάξει, ωραία είναι. Εχει καθαρό αέρα και είναι πιο ήσυχα απ’ το Μενίδι που μέναμε πριν. Και τα άλλα παιδιά ήρθαν από κάθε μεριά της Αθήνας. Μένουμε δυο χρόνια εδώ, αλλά η γειτονιά σου, οι φίλοι σου, είναι πάντα αλλού. Κάνουμε σχεδόν αναγκαστικά παρέα. Κι αν τα σπάνε μερικοιί καμιά φορά, είναι γιατί βαριούνται φριχτά. Δεν έχουν τι να κάνουν».

«Ζούμε στο επίσημο γκέτο της Αθήνας». Αυτή ήταν η πρώτη φράση από ένα εκρηκτικό κείμενο που μοίραζαν τον φλεγόμενο περσινό Δεκέμβρη μαθητές του Χωριού. «Δεν είναι μόνο τα συρματοπλέγματα που μας περικυκλώνουν κι όλη αυτή η κανονικότητα κι η ομοιομορφία. Πώς να εξεγερθούμε μέσα σε μια μακέτα σαν αυτή εδώ; Εδώ η οργή για τον 15χρονο Αλέξη θα χανόταν στους αχανείς, τους ναπολεόντειους ευθείς δρόμους. […] Ολα κλείνουν κι ερημώνουν. Δεν παίζει τίποτα. Πραγματικά. […] Οι πλατείες μας είναι γυμνές, ξερές, βρόμικες και εγκαταλειμμένες λες από χρόνια, σαν πόλης φάντασμα».

Το σχολείο (δεξιά) είναι το μοναδικό δημόσιο κτήριο. Κι όμως, οι μαθητές του το «πληγώνουν» διαρκώς: ξηλώνουν, σπάνε, μουντζουρώνουν. Γιατί; «Από ανία» λέει ο γυμνασιάρχης τους Γ. Μαντζαρίδης. «Αντε κι εσύ να επιβιώσεις σε μια πόλη που δεν έχει κανένα σημείο συνάντησης με τους άλλους ανθρώπους».

«Οι περισσότερες παραδοσιακές κοινωνίες και οι πόλεις όταν ιδρύθηκαν είχαν ένα όραμα, έναν στόχο, ένα αρχέτυπο ανάπτυξης – οι πιο παλιές και αρχαίες πόλεις, έναν ιδρυτικό μύθο. Η πορεία εξέλιξής τους στο χρόνο ερχόταν να υλοποιήσει αυτό το όραμα, να ενσαρκώσει το μύθο» θα μας πει ο αρχιτέκτονας μηχανικός Γιώργος Βαρελάς. «Οι σύγχρονες πόλεις είναι περισσότερο αποτέλεσμα οικονομικών και εμπορικών αναγκών. Ομως, έστω κι έτσι θα μπορούσαν να φτιάξουν τους μύθους τους. Οι άνθρωποι δίνουν ζωή και ενέργεια στα κελύφη. Οι ίδιοι οι κάτοικοι μπορούν να αναδείξουν οικιστικά μοντέλα με δικό τους κοινωνικό πρόσωπο και συμπαγή κοινωνική συνοχή».

6

«Ποια συνοχή; Η κατάσταση για τα παιδιά είναι απελπιστική. Κι εμείς παλεύουμε ολομόναχοι. Είμαστε πραγματικά σε πολιορκία: μέσα στο σχολείο συμμορίες, έξω από το σχολείο άλλες συμμορίες. Πώς να προσφέρουμε σ’ αυτά τα παιδιά, που τα πέταξε η Πολιτεία εδώ και έκτοτε δεν κάνει τίποτα γι’ αυτά;» Κάθομαι απέναντι από τον Γιώργο Μαντζαρίδη, τον απελπισμένο γυμνασιάρχη του πιο βρόμικου και κρύου σχολείου που έχω επισκεφθεί ποτέ. «Τα καλοριφέρ τα ξήλωσαν, τα τζάμια τα έσπασαν, τους τοίχους τους μουντζούρωσαν. Και ξέρετε γιατί το κάνουν; Από ανία. Κανένα παιδί δεν είναι άτακτο, κακό, απείθαρχο από τη φύση του. Αντε κι εσύ να επιβιώσεις, όμως, σε μια πόλη εντελώς αποκομμένη από τον αστικό ιστό, χωρίς κανένα σημείο συνάντησης με τους άλλους ανθρώπους. Σε ολόκληρο το Χωριό το μόνο που υπάρχει είναι ΕΝΑ σουβλατζίδικο. Ούτε δημόσιες υπηρεσίες, ούτε ΚΑΠΗ, ούτε πνευματικό κέντρο, ούτε σινεμά, ούτε τράπεζα. Τί-πο-τα! Οπότε τα παιδιά εκφράζουν το θυμό τους, ξεσπάνε την ενεργητικότητά τους βανδαλίζοντας τον έναν και μοναδικό δημόσιο χώρο που τους ανήκει: το σχολείο τους».

Ο Θόδωρας Λιάσκος είναι ο μοναδικός σουβλατζής του Χωριού. «…Ηρθα εδώ, γιατί το μαγαζί μου στις Τζιτζιφιές απαλλοτριώθηκε για να γίνει το γήπεδο για τους Αγώνες. Είμαι πολύτεκνος και κερδίσαμε στην κλήρωση ένα διαμέρισμα. Χτύπησα το μαγαζί στον πλειοδοτικό διαγωνισμό, γιατί νομίζαμε όλοι τότε πως στο Χωριό θα κάναμε τρελές δουλειές. Πληρώνω 4.500 ευρώ ενοίκιο για ένα μαγαζί που έξω δεν θα μου στοίχιζε πάνω από 800. Αποτέλεσμα; Ολοι οι καταστηματάρχες, που έφτασαν να πληρώνουν μέχρι και 14.000 ενοίκιο, να τα μαζέψουν και να φύγουν. Κι εγώ θα έφευγα, αλλά πια είμαι παγιδευμένος, πάρα πολύ ανοιγμένος με δάνεια. Εδώ δεν είναι χωριό, δεν είναι πόλη. Είναι σαν υπνωτήριο σε στρατώνα. Και πώς να μην είναι όταν δεν μας διοικούν αιρετοί άρχοντες, αλλά μια εταιρεία;»

Το αθλητικό κέντρο. Η χρήση του επιτρέπεται μόνο στους κατοίκους του Χωριού. Και πάλι αποκλεισμένοι...

«Αυτό είναι η πιο κρίσιμη λεπτομέρεια του Ολυμπιακού Χωριού» θα τονίζει ξανά και ξανά στη συνάντησή μας ο εκδότης της «Δεκέλειας», της εφημερίδας που εκδίδεται εδώ, ο Χάρης Δημούτσος. «Το Χωριό κατασκευάστηκε από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας για να φιλοξενηθούν οι αθλητές και μετά τα σπίτια να αγοραστούν από τους δικαιούχους. Από τότε που μετακομίσαμε εδώ, το Χωριό το διοικεί ο ΟΕΚ και είμαστε σε μόνιμη σύγκρουση για το σε ποιον δήμο θα ανήκουμε. Κατά τον ισχύοντα Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, το Χωριό πρέπει να υπαχθεί στην πλήρη και απόλυτη διοικητική δικαιοδοσία του τοπικού Δήμου Αχαρνών, εντός των γεωγραφικών ορίων του οποίου χτίστηκε. Πρόκειται για μια λύση ασύμβατη με το εντελώς νέο για την Ελλάδα φαινόμενο της ανέγερσης εκ του μηδενός μιας νέας πόλης. Ο πληθυσμός μας είναι ίσος ή και μεγαλύτερος και η έκτασή της υπερδιπλάσια από δέκα πρωτεύουσες νομών.

»Επί πλέον, βρίσκεται σε εντελώς απομονωμένη περιοχή, με συμπαγή «μάζα» 10.000 κατοίκων κατά 90% άσχετων από τον τοπικό δήμο. Θέλουμε να φτιάξουμε έναν νέο, ανεξάρτητο δήμο, για να μη χαθούμε μέσα στο αχανές Μενίδι, από το οποίο άλλωστε μας χωρίζει μια νεκρή ζώνη 3,5 χλμ. Μέχρι αυτό το ζήτημα να λυθεί, πληρώνουμε δημοτικά τέλη στο Μενίδι, το οποίο εισπράττει από το υπουργείο Εσωτερικών διπλάσια επιδότηση για τους κατοίκους του Χωριού, διοικούμαστε από τον ΟΕΚ και ψηφίζουμε ο καθένας στην παλιά γειτονιά του».

Το πρόβλημα του Χωριού έχει ξεκινήσει ήδη από τη χωροθέτησή του: απομονωμένο, περιτριγυρισμένο από στρατιωτικές εγκαταστάσεις, χωράφια και εργοστάσια, είναι ένας μη τόπος. «Χωρίς την κίνηση της πόλης, τη ροή πεζών κι αυτοκινήτων, την απρόβλεπτη δυναμική της καθημερινότητας», όπως υπογραμμίζει η Βάσω Τροβά, καθηγήτρια του τμήματος Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. «Στη Βαρκελώνη έγινε ακριβώς το αντίθετο: το Ολυμπιακό Χωριό κατασκευάστηκε ως συνέχεια της πόλης και σήμερα είναι ζωντανό κομμάτι της. Γιατί δεν έγινε το ίδιο στην Αθήνα; Διότι πάντα το μακροπρόθεσμο κέρδος για την ελληνική πόλη θυσιάζεται στο όνομα μιας γρήγορης, «οικονομικής» λύσης. Οικοδομήθηκε εκεί όπου υπήρχε φτηνή, διαθέσιμη γη του ΟΕΚ, έξω από τα όρια της πόλης».

Η μικρούλα της φωτογραφίας ήρθε για να μείνει σε μια πόλη-όνειρο. Αντί γι' αυτό, μαθαίνει από νωρίς τι σημαίνει διάψευση ονείρων, προχειρότητα, ανοργανωσιά, σκοπιμότητες, θυσία του μακροπρόθεσμου κέρδους στο όνομα μιας γρήγορης, «οικονομικής» λύσης.

«Οι περισσότεροι νέοι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν εκεί επειδή δεν μπορούσαν να αποκτήσουν με άλλον τρόπο σπίτι. Η παλιότερη προσωρινή εγκατάσταση του αθλητή διαφέρει κατά πολύ από εκείνη του νέου κατοίκου, γιατί η τελευταία είναι διαρκής, χρειάζεται χρόνο, αποκτά χαρακτηριστικά ριζώματος. Επίσης, η αθλητική ταυτότητα του Χωριού τότε ήταν δεδομένη, προκαθορισμένη. Η ταυτότητα των νέων κατοίκων χρειάζεται να δημιουργηθεί με πολύν κόπο» λέει ο αρχιτέκτονας Νίκος Καζέρος. «Η σημερινή κατάσταση αποδεικνύει ότι το «αρχικό χωριό», ως σχεδιασμός και συνθήκες υλοποίησης, έχει υπερισχύσει της τρέχουσας μητροπολιτικής πραγματικότητας. Το Ολυμπιακό Χωριό της Αθήνας λειτουργεί ως αποκομμένο προάστιο χωρίς ταυτότητα. Το πρόβλημα ξεκινά από την εφήμερη δημιουργία του – να καλύψει, δηλαδή, τις ολιγοήμερες υποχρεώσεις μας. Αυτό συνεχίζει να είναι και το όριό του».

«Μεταναστεύσαμε εδώ, σ’ ένα τοπίο χωρίς μνήμες, χωρίς κανένα σημείο αναφοράς, χωρίς δημόσιους χώρους. Εντελώς άγνωστοι μεταξύ μας, με τεράστιες δημογραφικές, επαγγελματικές, εισοδηματικές διαφορές. Και ανήκουμε όλοι σε ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού» εξηγεί ανάμεσα σ’ έναν λόχο από πιτσιρίκια η Κορίνα Φραγκιαδάκη. Από 6 μηνών ώς 11 χρονών, τα πιτσιρίκια της νεαρής γιατρού σκαρφαλώνουν στους ώμους της, μπουσουλάνε ανάμεσα στα πόδια της, τρεχαλίζουν στο σαλόνι. «Εδώ κατοικούν πολύτεκνοι και υπερπολύτεκνοι, άνθρωποι με ειδικές ανάγκες, παλλινοστούντες, μετανάστες. Σε μια πρώτη ανάγνωση, έμοιαζε (έναντι ελάχιστου τιμήματος – πληρώνουμε 200 ευρώ άτοκες δόσεις για τα σπίτια) να μας είχαν φέρει στον παράδεισο. Μικρού μεγέθους σπίτια, υπογειοποιημένα δίκτυα, βιοκλιματιστικό σύστημα, φυσικό αέριο, τεράστιας έκτασης χώροι πρασίνου με αντιαλλεργικά φυτά. Τι απέμεινε σήμερα απ’ όλα αυτά; Μας έχουν εγκαταλείψει. Σχεδόν ανύπαρκτο το πράσινο των 5.000.000 ευρώ• οι γεωτρήσεις δεν λειτουργούν. Τα σιντριβάνια, όπου κάποτε φωσφόριζαν οι ολυμπιακοί κύκλοι, κατάντησαν σκουπιδαριό. Σπασμένες λάμπες, που δεν τις αντικαθιστά κανείς. Σπασμένο και το Αδριάνειο Υδραγωγείο, σπασμένα και τα παγκάκια, σπασμένες κι οι παιδικές χαρές. Και παρέμβαση από την Πολιτεία καμιά».

Αυτό δεν είναι απολύτως αλήθεια. Η Πολιτεία παρενέβη στο Ολυμπιακό Χωριό… απολύοντας τον έναν και μοναδικό κοινωνιολόγο που ήταν υπεύθυνος του κοινωνικού προγράμματος του Ολυμπιακού Χωριού από το 2002. Ο Ζήσης Θέος υπήρξε ένας από τους εμπνευστές της κατασκευής του Ολυμπιακού Χωριού – μιας «πόλης πρότυπο», όπως τη χαρακτήρισε ο πρόεδρος της ΔΟΕ, Ζακ Ρογκ. Διδάκτορας ψυχοκοινωνιολογίας, συνεργάτης του Οργανισμού Κοινωνικής Κατοικίας στη Γαλλία, μετακλήθηκε στην Ελλάδα το 1984 από τον τότε υπουργό Β. Γιαννόπουλο προκειμένου να συμβάλει με τις τεράστιες γνώσεις του στη διεύρυνση των προγραμμάτων του ΟΕΚ και για να αποφευχθεί η μετατροπή σε γκέτο των μεγάλων οικιστικών συγκροτημάτων – η κατασκευή των οποίων ξεκινούσε εκείνη την περίοδο στο Μενίδι και στο Ηλιακό Χωριό. Από το 2002 είχε εκπονήσει προγράμματα, ώστε να αποφευχθούν στο Χωριό τόσο το φαινόμενο του «ωραίου υπνωτηρίου» όσο και η γκετοποίησή του. Κανένα από τα προγράμματα δεν εφαρμόστηκε ποτέ.

9

Σε ένα από τα δεκάδες εναγώνια υπομνήματά του προς την πολιτική ηγεσία ο Ζήσης Θέοςσημείωνε : «Πρόκειται για ολόκληρη νέα πόλη στην οποία ουσιαστικά υπάρχουν μόνο σπίτια και καμία απολύτως τοπική κοινωνική ζωή• δηλαδή, μια πόλη-υπνωτήριο, της οποίας οι κάτοικοι ζουν στο καβούκι του σπιτιού τους χωρίς να τους συνδέει τίποτε άλλο με την περιοχή κατοικίας τους… Δηλαδή, είναι μια ουσιαστική επανάληψη των πόλεων-υπνωτηρίων, οι οποίες παντού -με αφετηρία τη νεανική παραβατικότητα που γεννιέται αναπόφευκτα σε πόλεις χωρίς πραγματική ζωή και συνοχή- είναι μοιραίο να μετατραπούν σε φρικτά γκέτο. Αυτό θέλουμε; Σ’ αυτό εξαντλούνται οι φιλοδοξίες μας για την ελληνική εκδοχή του «ένδοξου» Ολυμπιακού Χωριού;»

Απάντηση δεν πήρε ποτέ• αντ’ αυτού, ο «ενοχλητικός κοινωνιολόγος» απολύθηκε από τον υφυπουργό Γεράσιμο Γιακουμάτο.

Χορταριασμένα πεζοδρόμια, σπασμένες παιδικές χαρές, γυμνές, ξερές και βρόμικες πλατείες. Μέσα σε λιγότερο από μια 5ετία, «η πόλη πρότυπο» των 430 εκατ. ευρώ είναι για τους κατοίκους της «το επίσημο γκέτο της Αθήνας», ένα υπνωτήριο σε στρατώνα, μια μακέτα της οποίας η λάμψη έσβησε με το που έσβησαν τα φώτα του ολυμπιακού πάρτι.

Σήμερα όλοι οι κάτοικοι προσμένουν ως μάννα εξ ουρανού το… μολ που τους υποσχέθηκε ο ΟΕΚ πως θα κατασκευαστεί εκεί. Ενός μολ υπερδιπλάσιου απ’ αυτό του Μαρουσιού, που ελπίζουν ότι θα τους φέρει σινεμά, καφετέριες, μαγαζιά και επισκέπτες.

Κάτω απ’ τη γέφυρα, κάτω απ’ το ψιλόβροχο, με τα φώτα της Αθήνας να λαμπυρίζουν μακριά, ρωτάω τους πιτσιρικάδες πώς τους φαίνεται η λύση του μολ. Ο Σ.Γ. για τον επίλογο: «Δηλαδή, στη μακέτα που ζούμε, εκτός από το κρεβατάκι μας, θα υπάρχει και το σινιέ φαστφουντάδικο για να τ’ ακουμπάμε; Ρε συ, ζωή θέλει το πράγμα, όχι κατανάλωση. Ζωή λέμεεε».

Διαβάστε

…………..1…………..

Κυριακή Τσουκαλά, «Εξαστισμός και ταυτότητα», εκδ. Επίκεντρο, 2009

Οι αλλαγές που υφίσταται η ταυτότητα ενός οικισμού κατά τη διαδικασία του εξαστισμού. Πώς βιώνονται και νοηματοδοτούνται αυτές οι αλλαγές από τους κατοίκους των οικισμών, πώς αυτές επηρεάζουν τις σχέσεις με άλλους οικισμούς, αλλά και την ίδια τη δημόσια και την ιδιωτική ζωή είναι μερικά από τα ερωτήματα που διερευνώνται.

…………..2…………..

«Πόλη και πολεοδομικές πρακτικές» (συλλογικό), εκδ. Κριτική, 2007

Από τις αρχές του 1990 ώς σήμερα τα πολλαπλά προβλήματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι πόλεις και η αδυναμία των προηγούμενων πολεοδομικών πρακτικών να συμβάλουν στην επίλυσή τους έχουν οδηγήσει στην ανάγκη διαμόρφωσης στρατηγικών πλαισίων για την προώθηση της αστικής ανάπτυξης και τη βελτίωση της οργάνωσης των πόλεων.

 

Βιβλιογραφία

  • Adam Ritchie and Randall Thomas (ed.), Sustainable urban design : an environmental approach, Taylor &Francis,New York 2010
  • Peter Stürzebecher – Sigrid Ulrich – Stéphane Courarie-Delage, OlymPolis, architecture[s] élémentaire-s : village olympic 2012, durable, éphémère, Archibooks, Paris 2005
  • Martorell, Bohigas and Mackay, Puigdomènech, La Villa Olímpica, Barcelona 92 : arquitectura, parques, puerto deportivo, GG,Barcelona 1991
  • Martorell, Bohigas and Mackay, Puigdomènech, Transformación de un frente marítimo : Barcelona, La Villa Olímpica, 1992, G. Gili,Barcelona 1988
  • Chung-ang Atlas Co., Seoul ; Olympic village and Olympic stadium, Atlas Advertising International Ltd.,England 1988
  • Jean-Claude Marsan et al., Le Village olympique, Montréal 1977
  • Herausgeber, Heinle, Wischer und Partner, Eine Stadt zum Leben : das Olympische Dorf München, Müller, Freudenstadt 1980

 

Σύνδεσμοι

 

Άρθρα της «Ελευθεροτυπίας»