Access all areas. Η πληγή μας παράσημο

(Περιοδικό Υποβρύχιο) T.57

(φωτογραφία: Μάριος Λώλος)

Υπάρχουν λάθη στη δημοσιογραφία που μαθαίνει κανείς ότι είναι ανεπίτρεπτα ήδη από το πρώτο έτος των σπουδών του. Οι δημοσιογράφοι, μας λένε στα πανεπιστήμια, οφείλουν να μην έχουν πάθη. Να είναι ψύχραιμοι, αντικειμενικοί, να κρατούν απόσταση από τα γεγονότα. Αλλιώς μπορεί να είναι ποιητές, μυθιστοριογράφοι, πολιτικοί – για ρεπόρτερ, όμως, δεν κάνουν. Λοιπόν, τα τελευταία χρόνια διαπράττω όλα τα λάθη μαζεμένα. Και χωρίς τύψεις.

Η  θεωρία περί αντικειμενικότητας είναι πραγματικά μια πολύ δελεαστική φαντασίωση. Σε οδηγεί στο να πιστεύεις ότι μπορείς να υπερβείς την ανθρώπινη φύση σου. Όλοι οι άλλοι γύρω σου παθιάζονται, εσύ όμως, ως άλλος μικρός θεός, καθισμένος αναπαυτικά στον μίνι Όλυμπό σου παρατηρείς, καταγράφεις, δεν νιώθεις τίποτα – κι αν νιώθεις, το κοντρολάρεις τέλεια, ώστε στο τέλος να μεταφέρεις έγκυρα και αξιόπιστα στον αναγνώστη τι έγινε.

Η φαντασίωση υποκρύπτει μιαν άλλη, ακόμα μεγαλύτερη μωροφιλοδοξία που μας αφορά όλους και όχι τους ρεπόρτερ ειδικά: ότι υπάρχει αυτή η μία και μοναδική αλήθεια και ότι το μόνο που απαιτείται για να αποκαλυφθεί είναι ο σωστά εκπαιδευμένος και πεφωτισμένος διαμεσολαβητής της που θα τη μεταφέρει εις υμάς τους αδαείς (αν και πολυχρονεμένους) αναγνώστες. Τα γεγονότα είναι υπαρκτά, όμως οι ερμηνείες τους είναι τόσες όσες και οι ματιές των ανθρώπων που τα μεταφέρουν. Ευτυχώς, η κρίση ενέσκηψε και η συλλογική μας πλάνη ταρακουνιέται κι αυτή.

Κάπως έτσι, κι ενώ η χώρα ζει έναν πρωτοφανή αναβρασμό, οι τηλεοπτικοί, κυρίως, συνάδελφοί μου μέσα στα ζεστά, καλοφωτισμένα και άνετα στούντιό τους κατασκευάζουν την πραγματικότητα όπως εκείνοι την κατάλαβαν. Αυτή είναι η καλοπροαίρετη ερμηνεία. Υπάρχει και η ρεαλιστική: οι δημοσιογράφοι καταλαβαίνουν αυτό που τα αφεντικά τους τους είπαν να καταλάβουν. Κάπως έτσι, όσοι συμμετέχουν στο κίνημα «Δεν πληρώνω» βαφτίζονται τζαμπατζήδες. Οι απεργοί γιατροί και οι φαρμακοποιοί «οδηγούν τον συνταξιούχο στο θάνατο». Οι υπάλληλοι των συγκοινωνιών φταίνε «για την ταλαιπωρία χιλιάδων Αθηναίων». Οι χρυσαυγίτες γίνονται «αγανακτισμένοι πολίτες». Η Κερατέα και ο αγώνας των κατοίκων της απλώς δεν υπάρχουν, τα γιούχα που τρώνε όλοι οι πολιτικοί σε κάθε τους κοινωνική εμφάνιση δεν υπάρχουν, τα ΜΑΤ που επιστρατεύονται πια για ψύλλου πήδημα είναι απλώς… αόρατα. Και η λογική φεύγει από το παράθυρο.

Ίσως η πιο σπαρακτική περίπτωση χρήσης των μίντια για τη χειραγώγηση της ενημέρωσης και την παραπλάνηση της κοινής γνώμης να είναι η απεργία πείνας των 300 μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας.

Οι διακονούντες τον άμβωνα της τηλεόρασης συνάδελφοί μου έδωσαν τα ρέστα τους, όταν οι 300 μπήκαν στη Νομική, για να μας πείσουν ότι υπάρχουν σκοτεινά κέντρα που υποκινούν αυτόν τον αγώνα, ότι κάποιοι θέλουν να γίνει στην Αθήνα «του Δεκέμβρη», ότι αυτοί οι ίδιοι κάποιοι εξωθούν τα πράγματα στα άκρα και, άρα, μετά λύπης μας πρέπει να θέσουμε θέμα ασύλου, ότι οι πρυτανικές αρχές φταίνε που δεν έβαλαν την αστυνομία νωρίτερα στο πανεπιστήμιο, ότι όσοι στάθηκαν αλληλέγγυοι στους μετανάστες φταίνε ακόμα περισσότερο, διότι, εν τέλει, υπονομεύουν τη χώρα, το μνημόνιο και τον… ηρωικό αγώνα του πρωθυπουργού να μας σώσει. Το σενάριο ήταν πολύ βολικό και εξόχως χρήσιμο την ημέρα που θα έπρεπε να κουβεντιάζουμε για το πόρισμα της Βουλής σχετικά με τη Ζίμενς…

Οι 300 μεταφέρθηκαν νύχτα σε ένα κτήριο της Πατησίων και ο εξευτελισμός τους συνεχίστηκε: αποτελούν εστία μικροβίων, μας είπε ο υπουργός Υγείας. Θα φύγουν γιατί υπάρχουν νόμοι, μας είπε η υφυπουργός Μετανάστευσης. Θα συνομιλήσουμε με τη Χρυσή Αυγή για την ασφάλεια του Αγίου Παντελεήμονα, μας είπε ο υπουργός Προστασίας του πολίτη. «Σε βίλα μεταφέρθηκαν οι λαθρομετανάστες» μας ενημέρωσε τσιρίζοντας το «νεανικό» δελτίο ειδήσεων του Star. Τρεις μέρες μετά το θέμα είχε ξεχαστεί…

Εν τω μεταξύ, οι 300 συνεχίζουν να δίνουν τον αγώνα τους για το αυτονόητο: να αποκτήσουν χαρτιά και μια κανονική ζωή. Λιποθυμούν, μεταφέρονται στο νοσοκομείο, χαροπαλεύουν, αλλά για τον λαμπερό κόσμο της τηλεόρασης είναι απλώς ανύπαρκτοι. Μέχρι που κάποιοι δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι από όλους τους κλάδους καταλαμβάνουν για 2 ώρες τα στούντιο του δημοτικού ραδιοφώνου της πόλης μας, ώστε να δώσουν τα μικρόφωνα στους απεργούς πείνας. Και τότε, ω του θαύματος, το θέμα ξανάρχεται στην επικαιρότητα. Όχι, φυσικά, για να κουβεντιάσουμε ποιοι είναι αυτοί οι μετανάστες και γιατί έφτασαν σε τέτοια απελπισία, αλλά για να καταγγείλουμε «τη λαίλαπα των αντιρατσιστών» που έχει το «θράσος να καταλαμβάνει την περιουσία του ελληνικού λαού».

Τα λέω όλα αυτά για να εξηγήσω γιατί, χωρίς ντροπή πια, παραβιάζω όλους τους κανόνες της δημοσιογραφίας που μου έμαθαν οι δάσκαλοί μου. Και για να σας αποδείξω πως όχι μόνο η αντικειμενικότητα δεν υπάρχει, αλλά είναι και υποκρισία να την επικαλείται κανείς για να μην πάρει θέση σε τέτοιους καιρούς. Θα μπορούσα να γράψω άλλα τόσα για να επιχειρήσω να σας μεταφέρω όσα ένιωσα κι όσα έζησα στο κτήριο Υπατία κάνοντας ρεπορτάζ. Πιστεύω πως δεν έχει νόημα να το επιχειρήσω. Σας καλώ να πάτε από εκεί και να γνωρίσετε προσωπικά τους ανθρώπους αυτούς, που στην πλειονότητά τους είναι πολύ νέοι, κάτω από 30 χρονών.

Κλείνω με τα λόγια του Μοχάμεντ:
«Χίλιες φορές το σκεφτήκαμε αν πρέπει να κάνουμε απεργία πείνας κι άλλες τόσες σκεφτήκαμε να κάνουμε πίσω. Χίλιες φορές είδαμε και τα προβλήματά μας. Όταν δεν έχεις χαρτιά είσαι αόρατος, ακόμα κι όταν πεθαίνεις. Αν αύριο πεθάνω θα με βάλουν σε ένα ψυγείο με έναν αριθμό. Δεν θα είμαι αξιοπρεπής ούτε στο θάνατό μου. Τα προηγούμενα χρόνια ίσως να σας φαίνονταν ακατανόητα όλα αυτά που περνούσαμε: να είσαι ανασφάλιστος και να μην μπορείς να πας ούτε στο νοσοκομείο όταν αρρωστήσεις, να μην ξέρεις αν αύριο θα έχεις μεροκάματο, το αφεντικό να σε διώχνει όποτε γουστάρει, να σου κλέβει λεφτά. Εγώ κι εσύ είμαστε εργάτες. Ονειρεύομαι έναν κόσμο που εγώ κι εσύ θα ζούμε αξιοπρεπείς, ελεύθεροι και χαρούμενοι».**

 

φωτογραφία: Μάριος Λώλος