Ένας θησαυρός στα αζήτητα
(φωτογραφίες Γεώργιος Μάκκας)
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χώρα που “πρώτη της προτεραιότητα” και “βαριά της βιομηχανία” ήταν ο πολιτισμός. Το διακήρυσσε ο σεμνός και ταπεινός πρωθυπουργός της, το υπερασπίζονταν μέχρι θανάτου οι γενικοί της γραμματείς, το υπηρετούσαν αφιλοκερδώς οι εκδότες της. Στην ξανθή και γαλανή αυτή πατρίδα ήρθε κάποια στιγμή από το καθόλου σεμνό, καθόλου ταπεινό και βασικά απολίτιστο Παρίσι ένας συλλέκτης.
Ο συλλέκτης ήταν πανέξυπνος, ήταν εμπνευσμένος, ήταν κοσμοπολίτης, ήταν όμως και θεοπάλαβος. Έτσι, μετά από μισό αιώνα όπου μεσουρανούσε στην πρωτοπορεία της τέχνης, επέστρεψε στην πατρίδα και έφερε μαζί και τις αποσκεύες του. Πικάσσο, Ματίς, Σαγκάλ, Μπράκ – είχε και τι δεν είχε και σε ποια να τα χαρίσει; Στην πατρίδα – που την λέγαν Μυτιλήνη- τα χάρισε ο παλαβός συλλέκτης – που τον ‘λέγαν Τεριάντ.
Ο Στρατής Ελευθεριάδης ήταν μια πολύ πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου. Έφυγε 20άρης από το νησί του στις αρχές του προηγούμενου αιώνα για να σπουδάσει δικηγόρος στο Παρίσι και κατέληξε λίγα χρόνια αργότερα μέντορας και αφανής μαέστρος του κινήματος των σουρεαλιστών. Παθιασμένος συλλέκτης και εκδότης, εμπνέει και καθοδηγεί τα μεγαλύτερα μυαλά της εποχής του που συνεργάζονται τόσο στο περιοδικό τέχνης που εκδίδει (το ιστορικό Verve) όσο και στα βιβλία του. (150 αντίτυπα grandes livres, μέσα ’40 έως 50) Ο Ματίς και ο Σαγκάλ ζωγραφίζουν μόνο για αυτόν, ο Πικάσσο σκιτσογραφεί ποιήματα, ο Λε Κορπυζιέ γράφει ποίηση, ο Μιρό εικονογραφεί ιστορίες. Ο Τεριάντ ανακαλύπτει και καθιερώνει τον Θεόφιλο, ενώ συστήνει στο διεθνές κοινό τον Τσαρούχη. Στο σπίτι του στο Παρίσι αλλά και στη βίλλα του στη Νίκαια όλος αυτός ο κόσμος συζητά και γράφει και ζωγραφίζει, “πάντα μεθυσμένοι από κρασί, από έρωτα ή από ποίηση – δεν έχει σημασία”. Αλλά κάποια στιγμή το καταραμένο το αίμα το ελληνικό και η νοσταλγία – αυτή η ύπουλη ασθένεια της ψυχής – τον καλούν πίσω. Στη γενέτειρα Μυτιλήνη.
Εκεί λοιπόν, 4 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα του νησιού, στην Βαριά στήνει ένα μουσείο. Όπου εκθέτει τα περιοδικά του, τα συλλεκτικά και σπάνια βιβλία του, τα σκίτσα, τις ζωγραφιές και τα ποιήματα όλων αυτών των κολοσσών του 20 αιώνα, πίνακες ζωγραφικής του Θεόφιλου και του Τσαρούχη. Το υλικό είναι σπάνιο: το ίδρυμα Λε Κορπυζιέ δεν έχει στη συλλογή του το κείμενο και τις ζωγραφιές της “Ορθής γωνίας”, το μουσείο Μιρό δεν έχει αυτά τα έργα του σπουδαίου Ισπανού. Εν ολίγοις, ένας θησαυρός μετακομίζει στη Μυτιλήνη.
Αλλά τι να την κάνεις την τέχνη άμα έχεις το ούζο και τις σαρδέλες; Και τι να σου κάνουν οι σουρεαλιστές άμα ζεις σε μια σουρεαλιστική χώρα; Δεν είναι ο Έλλην Ιρλανδός που για ένα μόνο έκθεμα – το βιβλίo του Kells – στήνει ολόκληρο μουσείο. Δεν είναι ο Έλλην Ισπανός να αφιερώνει ολόκληρες πτέρυγες σε ένα και μόνο φιλμάκι που γύρισε ο Μπονιουέλ στα νιάτα του. Όχι κυρία μου, δεν είναι ο Έλλην κουτόφραγκος να κάνει ταρατατζούμ για 5 παλιοέργα εκεί χάμου. Κανένα DVD παίζει;
Έτσι λοιπόν, όλα αυτά τα έργα του μουσείου Τεριάντ βρίσκονται εκτεθειμένα στο κρύο – αφού τα καλοριφέρ δεν ανάβουν. Αποχρωματίζονται από τον ήλιο – αφού δεν υπάρχει κανένα σύστημα προστασίας τους. Ζαρώνουν από την υγρασία – αφού φυσικά ούτε αφυγραντές δεν υπάρχουν. Και το χειρότερο: ζουν στη λησμονιά, αφού κανένας από τους 5 φύλακες του μουσείου δεν γνωρίζει – και δεν θα όφειλε άλλωστε – τι να πει στους 15.000 επισκέπτες που περνούν την πόρτα του κάθε χρόνο. Όσο για τον διευθυντή, παραπέμπει τραγικά σε εκείνο το βιβλίο του ’80: Μια φορά ήταν ένας μόνος του. Ο Κώστας Μανιατόπουλος γράφει ατελείωτα υπομνήματα, ζητιανεύει χρήματα, στήνει εκθέσεις, βγάζει φωτοτυπίες, βάφει και τα κάγκελα. Κι όταν μας υποδέχεται στο παγωμένο γραφείο του – που θυμίζει μεθοριακό αστυνομικό σταθμό κάτω από το νέον φως της οροφής – είναι ένα βήμα πριν την κατάθλιψη. Όχι αδίκως.
Μερικές φορές θέλεις να πιστεύεις πως οι άνθρωποι είναι υπερβολικοί. Πως τα παραλένε. Πως είμαστε ένα έθνος που ρέπει προς το δράμα. Κι εγώ αυτά σκέφτομαι όσο ο κύριος διευθυντής μου διεκτραγωδεί την πρόσφατη ιστορία του μουσείου. Για το πως η Νέα Δημοκρατία μπλόκαρε την χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την επέκταση και την ανακαίνιση του μουσείου (γιατί; “γιατί έτσι. Που να ξέρω”). Για το πως ο Ζαχόπουλος προεκλογικά μετά της κυρίας Καραμανλή είχαν επισκεφθεί το μουσείο κι έταξαν λαγούς και πετραχείλια για να τα ξεχάσουν όλα αμέσως μετά (“όταν είπα στον Ζαχόπουλο ότι ο προϋπολογισμός μας για πρότζεκτ είναι 30000 ευρώ το χρόνο, γέλασε και μου είπε “μα καλά, πως ζείτε;” Μετά, όταν έγινε πανίσχυρος, δεν μας έδινε ούτε ραντεβού”). Για το πως το μουσείο αντί να υπάγεται στο ΥΠΠΟ πέρασε στην περιφέρεια κι έτσι δεν μπορεί να αντλήσει κονδύλια. Τέλος, για το πως τα έργα μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα καταστρέφονται. Και μετά από όλα αυτά, εξακολουθούσα μέσα μου να τον θεωρώ queen of the drama. Μέχρι που μου άνοιξε την πόρτα της αποθήκης.
Δεν είναι τόσο οι στιβαγμένες λιθογραφίες του Πικάσσο, δεν είναι τόσο τα στριμωγμένα σχέδια του Ματίς που με πείραξαν. Εντάξει, στα καδράκια τους κατοικούν – έστω και με σπασμένα τζάμια, έστω και μέσα στο υγρό μισοσκόταδο. Αυτό που με τρέλανε εντελώς είναι οι περίπου 20 πίνακες του Θεόφιλου, κυριολεκτικά ο ένας ριγμένος επάνω στον άλλο χωρίς κανένα αμπαλάζ, χωρίς κανένα μέτρο προστασίας. Και φαίνεται πως τα έργα αυτού του ωραίου τρελλού – που η χάρη του από τους καφενέδες της Λέσβου έφτασε στο Λούβρο και στις μεγαλύτερες γκαλερί της Ευρώπης- δεν συγκινούν ημάς τους συντοπίτες του. Και δεν φταίει για αυτό ούτε το μουσείο ούτε ο διευθυντής του – με τι χρήματα να τα συντηρήσουν; σε ποιούς χώρους να τα αποθηκεύσουν; κι, ακόμα χειρότερα, πού να τα εκθέσουν όταν χώρους το μουσείο δεν έχει;
Έτσι λοιπόν, εδώ στην αποθήκη του μουσείου Τεριάντ – που φιλοξενεί τόσους και τόσους άγνωστους στο ευρό κοινό θησαυρούς και παραγνωρισμένα σπουδαία έργα – ο συνειρμός με την υπόθεση Ζαχόπουλου είναι αναπόφευκτος. Και μου φέρνει το μυαλό τη φράση του Σεφέρη; σε αυτό το εκπληκτικό ελληνικό τοπίο οι άνθρωποι μοιάζουν με δερματική ασθένεια. Περαστικά μας.
Σύνδεσμοι
Άρθρα της «Ελευθεροτυπίας»
- Επιχείρηση σωτηρίας του Μουσείου Τεριάντ (22/11/2010)




