«Μόνο στην Ελλάδα αισθάνομαι ασφαλής»

Η υπόθεση της Μαρίας Εφίμοβα είχε συγκλονίσει τον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο ολόκληρης της Ευρώπης

Η υπόθεση της Μαρίας Εφίμοβα είχε συγκλονίσει τον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο ολόκληρης της Ευρώπης | Eurokinissi/ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

Ο χρόνος μετράει αντίστροφα για τη Μαρία Εφίμοβα, καθώς στις 14 Ιουνίου αναμένεται η έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου σχετικά με την έκδοσή της στη Μάλτα.

Στις 12 Απριλίου το Συμβούλιο Εφετών αποφάσισε κατά της έκδοσής της, αίροντας παράλληλα την κράτησή της.

Την επόμενη μέρα ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Εφετών ασκεί έφεση κατά της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών και παραπέμπει την υπόθεση για κρίση στον Αρειο Πάγο.

Είναι η πρώτη φορά που η ελληνική έννομη τάξη αντιμετωπίζει μια υπόθεση μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος η έκδοση του οποίου ζητείται από χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και μάλιστα σε μια υπόθεση που έχει συγκλονίσει τον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο ολόκληρης της Ευρώπης, αφού πριν από λίγους μήνες σημαδεύτηκε από τη δολοφονία της δημοσιογράφου Δάφνης Καρουάνα Γκαλίθια.

Η 36χρονη Εφίμοβα εργαζόταν στην τράπεζα Pilatus Bank και είχε αποκαλύψει στην Γκαλίθια ότι η τράπεζα διευκόλυνε ύποπτες συναλλαγές της Egrant Inc., μιας παναμαϊκής επιχείρησης που ανήκε στη Michelle Muscat, σύζυγο του πρωθυπουργού της Μάλτας, Joseph Muscat, ενώ στο σκάνδαλο φέρεται να εμπλέκονται και άλλα πρόσωπα της ανώτερης πολιτικής ηγεσίας της Μάλτας.

Στα τέλη Απριλίου και ύστερα από 4 χρόνια διαβουλεύσεων, η Επιτροπή αποφάσισε την αλλαγή της νομοθεσίας για τους αποκαλούμενους whistleblowers, με στόχο να εξασφαλίσει ένα υψηλό επίπεδο προστασίας για τους μάρτυρες που καταγγέλλουν παραβάσεις του δικαίου της Ε.Ε., ορίζοντας νέα, πανευρωπαϊκά πρότυπα.

Η Κομισιόν επισήμανε ότι η προστασία που παρέχεται στους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος σε όλη την Ε.Ε. είναι επί του παρόντος κατακερματισμένη και άνιση.

Μόνο 10 κράτη-μέλη της Ε.Ε. αυτή τη στιγμή διασφαλίζουν ότι οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος προστατεύονται πλήρως. Η Ελλάδα δεν ανήκει σε αυτά.

Η περίπτωση της Εφίμοβα αποτέλεσε την αφορμή για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος, την οποία διοργάνωσε την περασμένη Τρίτη η Ελληνική Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου μπροστά σε ένα κοινό που απαρτιζόταν από πολιτικούς, νομικούς και πολλούς δημοσιογράφους.

Η πρόεδρος της ΕλΕΔΑ, Κλειώ Παπαπαντολέων, υπογράμμισε την αμηχανία με την οποία αντιμετωπίζει η έννομη τάξη τα πρόσωπα αυτά, εξηγώντας πως «το νομικό πλαίσιο της χώρας μας είναι ατελές, ανομοιογενές και αμήχανο».

Η Φερενίκη Παναγοπούλου-Κουτνατζή είναι επίκουρη καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και η μοναδική που έχει συγγράψει μια μονογραφία σε σχέση με τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος.

«Το ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο δεν προσφέρει επαρκή προστασία σε όσους καταγγέλλουν περιπτώσεις διαφθοράς, έχει περιορισμένο πεδίο εφαρμογής και καλύπτει μόνο περιπτώσεις δωροδοκίας εν στενή εννοία, χωρίς να καλύπτει υπό τη σκέπη του όλο το φάσμα της διαφθοράς», είπε η κ. Παναγοπούλου-Κουτνατζή.

Ο θεσμός του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος απορρέει από την ελευθερία έκφρασης και κατοχυρώνεται στην αρχή της διαφάνειας, η οποία επιβάλλει τη δημοσιοποίηση ενεργειών που έρχονται σε αντίθεση με το δημόσιο συμφέρον.

Οπως όμως εξήγησε η κ. Παναγοπούλου-Κουτνατζή, στο πλαίσιο της ιδιωτικοποίησης της οικονομίας η διάκριση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού συμφέροντος έχει πια ξεπεραστεί: «Αν αύριο απολυθούν 4.000 εργαζόμενοι από μια ιδιωτική επιχείρηση, μιλάμε για ιδιωτικό ή δημόσιο συμφέρον;».

Νομολογία ΣτΕ και ΕΔΔΑ

Αναφέρθηκε επίσης στη νομολογία του ΣτΕ και του ΕΔΔΑ σχετικά με το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του καταγγελλόμενου, θίγοντας το ζήτημα της ανωνυμίας του μάρτυρα, τη χρήση παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, το δικαίωμα αναφοράς στις αρχές και την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τονίζοντας την ανάγκη προστασίας τόσο του καταγγελλόμενου όσο και του καταγγέλλοντος.

Ο δημοσιογράφος Γιάννης Παπαδόπουλος («Καθημερινή») έχει συναντηθεί και έχει γράψει για τους τρεις από τους πιο γνωστούς παγκοσμίως μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος: τον Daniel Ellsberg που το 1971 δημοσιοποίησε 47 τόμους με απόρρητα έγγραφα της CIA για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, τον Jeffrey Wigand, που αποκάλυψε πως η καπνοβιομηχανία Brown & Williamson χρησιμοποιούσε καρκινογόνες και εθιστικές ουσίες, και τον αστυνομικό Frank Serpico, που αποκάλυψε την έκταση της διαφθοράς στην αστυνομία.

Και οι τρεις πλήρωσαν βαρύτατο τίμημα για τις αποκαλύψεις τους (απειλές, εκφοβισμοί, απόπειρες αποδόμησης της προσωπικότητας), και οι τρεις έμειναν επί της ουσίας απροστάτευτοι από τις αρμόδιες αρχές, και οι τρεις βρέθηκαν να ζουν ως παρίες όταν έφυγαν από το επίκεντρο της προσοχής.

Ωστόσο, κανένας από τους μάρτυρες που συνάντησε ο Παπαδόπουλος δεν μετάνιωσε για όσα έκανε, αλλά όλοι μετάνιωσαν γιατί δεν μίλησαν νωρίτερα.

Οπως χαρακτηριστικά του είπε ο Σέρπικο, που πια ζει σε μια καλύβα σε δάσος στα περίχωρα της Νέας Υόρκης, «είναι δύσκολο να είσαι άντρας, πιο δύσκολο όμως είναι να είσαι ένας έντιμος άντρας. Εγώ έγινα ο αστυνομικός που ονειρευόμουν».

Ο Παπαδόπουλος αναφέρθηκε στην ελλιπή προστασία των πληροφοριοδοτών στην περίπτωση των προστατευόμενων μαρτύρων στη δίκη της Χρυσής Αυγής: «Διέρρευσαν στοιχεία και φωτογραφίες από την προσωπική τους ζωή, τους σπίλωσαν, επιχείρησαν να αποδομήσουν την προσωπικότητά τους», είπε χαρακτηριστικά.

Η «τριπλή ανημπόρια»

Ο Νικόλας Λεοντόπουλος στο βήμα, κατά την ενδιαφέρουσα ημερίδαΟ Νικόλας Λεοντόπουλος στο βήμα, κατά την ενδιαφέρουσα ημερίδα | Eurokinissi/ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

«Γιατί δεν έχουμε whistleblowers στην Ελλάδα και τι οφείλουμε να κάνουμε για να αποκτήσουμε;» έθεσε ως ερώτημα ο δημοσιογράφος Νικόλας Λεοντόπουλος (Reporters United). «Γιατί οι μάρτυρες δεν πάνε στους δημοσιογράφους; Και γιατί όταν πάνε, γίνονται όλα μαντάρα;» αναρωτήθηκε. «Στην Ελλάδα, συνήθως οι διαρροές που έχουμε είναι από τις αρχές ή το οικοσύστημα γύρω από τις αρχές και όχι από τους εργαζόμενους προς τους δημοσιογράφους, παρόλο που θα ήταν και πιο απλό και πιο κοντινό στον παρόντα χρόνο».

Ο Λεοντόπουλος αναφέρθηκε στην έλλειψη εμπιστοσύνης που υπάρχει απέναντι στους δημοσιογράφους, στην απόλυτη τοξικότητα που εκπέμπει ο κλάδος προς την κοινωνία, στη δυσπιστία απέναντι στα ΜΜΕ που «τη μια μέρα εμφανίζονται ως σταυροφόροι εναντίον ενός επιχειρηματία και την επομένη τα βρίσκουν μαζί του».

Τόνισε επίσης την «τριπλή ανημπόρια» των δημοσιογράφων στην Ελλάδα: τεχνική (δεν ξέρουν να κρυπτογραφούν και να προστατεύουν το υλικό, δεν υπάρχει διαδικασία υποβολής του και αγνοούν πώς να προστατεύουν τις πηγές τους), νομική (αφού οι επιχειρηματίες αφήνουν ακάλυπτους τους δημοσιογράφους και το σωματείο τους ασχολείται μόνο με εργασιακά ζητήματα) και αδυναμία ως προς τα Μέσα (αφού οι δημοσιογράφοι δεν βρίσκουν χώρο για να δημοσιεύσουν τις έρευνές τους λόγω διαπλοκής των ΜΜΕ με τον καταγγελλόμενο φορέα).

«Εχω δώσει κατάθεση στις αρχές της Μάλτας σχετικά με την πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων από τα στελέχη της τράπεζας και έδωσα όλα τα στοιχεία στη δημοσιογράφο που δολοφονήθηκε. Την επόμενη κιόλας μέρα από την κατάθεσή μου στον δικαστή, διέρρευσε το όνομά μου. Η κυβέρνηση διέδωσε πως… είμαι πράκτορας της Ρωσίας και η ρωσική πρεσβεία το διέψευσε με επίσημη ανακοίνωση. Οταν η αστυνομία με συνέλαβε, με εκφόβιζαν» είπε η Εφίμοβα, προσθέτοντας πως «η Ελλάδα είναι προς το παρόν το μοναδικό μέρος όπου είμαι ασφαλής».

Μαρία Εφίμοβα στην «Εφ.Συν.»
«Και εδώ έχω δεχτεί απειλές για τη ζωή μου»

«Ελπίζω ότι η ελληνική Δικαιοσύνη δεν θα αποφασίσει να εκδοθώ στη Μάλτα. Ο εισαγγελέας είναι έμπειρος, ξέρει τι κάνει και είναι δικαίωμά του να ζητήσει να ψάξουν όλες τις λεπτομέρειες της υπόθεσης ώστε να είναι σίγουροι.

Αρκετός απλός κόσμος στη Μάλτα με υποστηρίζει, όπως και πολλοί βουλευτές. Η δημοσιότητα με βοηθάει, κάνει τη δουλειά των αντιπάλων πιο δύσκολη.

Ομως και η Γκαλίθια είχε δημοσιότητα, αλλά δεν γλίτωσε τη ζωή της. Πολλοί χαίρονται που πέθανε – ακόμα και μέλη της κυβέρνησης λένε ότι καλώς έγινε ό,τι έγινε.

Αν η έρευνα εναντίον του πρωθυπουργού της Μάλτας προχωρήσει και δικαστικά και αν μου δοθεί προστασία, είμαι έτοιμη να δώσω και άλλα στοιχεία.

Ακόμα και στην Ελλάδα έχω δεχθεί απειλές για τη ζωή μου».