Θα ανοίξουν στόματα με τη νέα έρευνα;

Κώστας Τσαλικίδης

EUROKINISSI

Μετά την απόφαση-βόμβα που έβγαλε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) για την υπόθεση του θανάτου του Κώστα Τσαλικίδη, ο εισαγγελέας Γρηγόρης Πεπόνης θα διερευνήσει εκ νέου τις συνθήκες θανάτου του 39χρονου διευθυντή τεχνολογίας της Vodafone τον Μάρτιο του 2005 – έναν χρόνο πριν αποκαλυφθεί το τεράστιο σκάνδαλο υποκλοπών τηλεφωνικών συνομιλιών, που έφτανε μέχρι και στην παρακολούθηση του τότε πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή.

Το δικαστήριο καταδίκασε ομόφωνα την Ελλάδα σε αποζημίωση 50.000 ευρώ στην οικογένεια του υπαλλήλου για ηθική βλάβη και 4.000 ευρώ για τα δικαστικά έξοδά της.

Ο δικηγόρος της οικογένειας, Σταύρος Χούρσογλου, αναφέρει σε ανακοίνωσή του ότι «οι πλημμέλειες στην ποινική διερεύνηση των συνθηκών και των αιτίων του θανάτου του Τσαλικίδη οδήγησαν στην ομόφωνη καταδίκη της Ελλάδας για παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή».

Το σκεπτικό της απόφασης του ΕΔΑΔ, που παρουσίασε αναλυτικά η εφημερίδα «Real News», είναι καταπέλτης για τον τρόπο με τον οποίο διενεργήθηκε η έρευνα και επισημαίνει ότι δεν υπήρχε κίνητρο για αυτοκτονία, ενώ τα στοιχεία που έφεραν οι προσφεύγοντες στο ΕΔΑΔ δείχνουν ότι υπήρξε στραγγαλισμός.

Ωστόσο, όπως αναφέρεται στην απόφαση, «ο εισαγγελέας αποφάσισε να κλείσει την έρευνα (…) και δεν είναι σαφές πού στήριξε την απόφασή του να μην ασκήσει δίωξη ή να διατάξει τη διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών».

Παράλληλα, επισημαίνεται ότι δεν διατάχθηκε ποτέ αναπαράσταση του περιστατικού και καμία ιατροδικαστική εξέταση του τόπου θανάτου. Ως εκ τούτου, τονίζεται ότι ο εισαγγελέας απέτυχε να διερευνήσει επαρκώς ή να εξηγήσει τις εμφανείς αντιφάσεις που προέκυψαν από αυτήν.

Η πλευρά της Vodafone

Η εταιρεία Vodafone από την πλευρά της ισχυρίζεται ότι η «η παράνομη εισβολή στο δίκτυό της το 2005 έχει διερευνηθεί σε πολλά επίπεδα και η εταιρεία συνεργάστηκε πλήρως με τις Αρχές σε όλη τη διάρκεια των ερευνών», ενώ διαψεύδει κατηγορηματικά ότι χρησιμοποίησε τη διαφημιστική της δαπάνη ώστε να περιορίσει τη δημοσιογραφική κάλυψη της υπόθεσης.

Μιλώντας στην εφημερίδα «Documento», o αδελφός του Κ. Τσαλικίδη, Παναγιώτης, δηλώνει για την υπόθεση:

«Οι τεχνικοί μέσα στην εταιρεία από ένα σημείο και μετά συνειδητοποίησαν ότι συνεχίζονταν οι υποκλοπές, ότι γινόταν ένα έγκλημα και ήθελαν να το σταματήσουν. Κάποιος όμως ήθελε να συνεχιστούν, κι αν υπήρχε ένας εκεί μέσα που θα έβαζε τη μεγαλύτερη φωνή, αυτός ήταν ο αδελφός μου (…) όταν συνειδητοποίησε τι γίνεται στο δίκτυο, προφανώς θα τον κατάλαβαν. Το λάπτοπ του ήταν συνδεδεμένο σε ένα κέντρο της εταιρείας, είχε μια λογισμική επαφή, αλλά δεν μάθαμε ποτέ τι είδους επαφή ήταν (…) Δεν βλέπετε ότι έχουν περάσει τόσα χρόνια και κανείς από την εταιρεία δεν έχει βγει να πει τίποτε; Και οι ερωτήσεις από τον εισαγγελέα μετά δεν ήταν προς αυτήν την κατεύθυνση. Φώναζε τους μάρτυρες και τους ρωτούσε αν ήταν καλό παιδί ο Τσαλικίδης. Καμία σχέση με την πραγματικότητα, με το αντικείμενο της έρευνας. Υπήρχε πολύ μεγάλος φόβος. Αν υπάρχει και θάνατος, αυτός ο φόβος κρατάει πολλά χρόνια. Σκέφτονται τι έπαθε ο άλλος και δεν μιλάνε – είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης».

Η οικογένεια Τσαλικίδη προσβλέπει σ’ αυτή τη νέα εισαγγελική έρευνα ώστε να αποδοθεί έστω και τόσα χρόνια μετά δικαιοσύνη, όπως δηλώνει ο Παναγιώτης: «Να βρεθεί κάποια μέρα ένας δικαστής που θα κάνει αυτό που πρέπει για να βελτιωθούν τα πράγματα, να έχει κάποιο νόημα».