Η Κωνσταντίνα μάχεται ξανά για το αυτονόητο

Κωνσταντίνα Κούνεβα

Eurokinissi – ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

Αυτή την Τρίτη η Κωνσταντίνα Κούνεβα θα επιχειρήσει να αποδείξει το αυτονόητοότι η δολοφονική επίθεση που την άφησε ανάπηρη είναι εργατικό ατύχημα με αιτιώδη συνάφεια με τη συνδικαλιστική της δράση – όπως ακριβώς είχε αποφασίσει το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά το 2013, που καταλόγισε ευθύνη (αμέλεια) στην εργοδότρια εταιρεία, καταδικάζοντάς τη σε αποζημίωση για την ηθική βλάβη.

Τον Μάρτιο του 2016, το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση! Τώρα, εννιά ολόκληρα χρόνια μετά την επίθεση κι ενώ ακόμα δεν έχουν βρεθεί οι υπαίτιοι και η ποινική υπόθεση –παρά τις σοβαρότατες ελλείψεις σε ανακριτικό/ερευνητικό επίπεδο– έχει μπει ήδη στο αρχείο, η Κούνεβα προσφεύγει στον Αρειο Πάγο ώστε τουλάχιστον να επαναβεβαιωθεί το προφανές και να αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου.

Υστερα από μια διαδικασία που κράτησε 4 μήνες, τον Ιούνιο του 2013 το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά με την απόφαση του Ηλία Πολλάκη αποφάνθηκε πως η επίθεση στην Κωνσταντίνα ήταν εργατικό ατύχημα και της επιδίκασε αποζημίωση 250.000 ευρώ από την εργολαβική εταιρεία «Οικομέτ».

Η πρωτόδικη απόφαση αποφάνθηκε ιδιαίτερα για τις δυσμενείς συνέπειες που είχε για την Κούνεβα η συνδικαλιστική δράση της.

Οπως επί λέξει αναφέρει: «Ηδη από το έτος 2006 αντιμετωπίστηκε αρνητικά από τους εκάστοτε επόπτες εργασίας της [εργοδότριας εταιρείας], […] το εχθρικό κλίμα προς το πρόσωπό της κορυφώθηκε περί το έτος 2008 –οπότε περιήλθε σε οξεία αντιπαράθεση με τους εκπροσώπους της εργοδότριάς της για ζητήματα σχετικά με τον χρόνο εργασίας, την ασφαλιστική κάλυψη και τις δεδουλευμένες αποδοχές των συναδέλφων της–, σε σημείο μάλιστα που η ίδια να δέχεται τηλεφωνικές απειλές για την ίδια τη ζωή της».

Η σύγκρουση με το περιβάλλον της εταιρείας και την εργοδοσία έγινε σφοδρή ειδικά τα δύο τελευταία χρόνια πριν από την επίθεση (2006-2008) και κορυφώθηκε το 2008, με αφορμή την αντίδραση της Κούνεβα ως γραμματέα στο Δ.Σ. της ΠΕΚΟΠ στις παρανομίες της εταιρείας: για τα κλεμμένα ένσημα και τις ώρες εργασίας, τα κλεμμένα δώρα και επιδόματα, τις υπογραφές σε λευκά χαρτιά, τις απολύσεις.

Ακολούθησαν αλλεπάλληλες αναφορές των εποπτών, δυσμενείς μεταθέσεις, καταγγελίες στο ΣΕΠΕ, δημιουργία επιχειρησιακού-εργοδοτικού σωματείου, μεθοδευμένη από την εταιρεία αντισυγκέντρωση στο υπουργείο Απασχόλησης, παρακολουθήσεις, προπηλακισμοί και ύβρεις, απειλές για τη ζωή της και τη σωματική της ακεραιότητα.

Η Κούνεβα ζήτησε πολλές φορές να αλλάξει τόπο και βάρδια εργασίας – το αίτημά της δεν έγινε ποτέ δεκτό. Υστερα ήρθε το βιτριόλι…

«Αφροί και καπνός»

Στο Εφετείο ο δικαστής Παναγιώτης Χουζούρης είδε μεν το γεγονός, αλλά όχι τι το προκάλεσε. Οπως περιγράφει στην απόφασή του: (η Κ.Κ.) «εδέχθη βιαίαν επίθεσιν υπό δύο προσώπων, τα οποία επλησίασαν αυτήν αθορύβως. Εις δε εξ αυτών απέκλεισε διά της παρεμβολής του σώματός του το ελεύθερον της πορείας της εις τον δρόμον κι έτερος έρριψε επί του προσώπου αυτής ικανήν ποσότητα καυστικού υγρού από υάλινο δοχείο […] Η δυσμενής επίδρασις του καυστικού υγρού ήτο τρομακτική, καθώς αμέσως άρχισαν να δημιουργούνται εγκαύματα […] Φλεγόμενη από τους φρικτούς πόνους άρχισε να φωνάζει ότι καίγεται και καλούσε σε βοήθεια […] Κάποιος εκ των περιοίκων άρχισε να την περιλούζει μετά ύδατος, οπότε άρχισαν να αναπτύσσονται αφροί και να εκπέμπεται καπνός από το δέρμα της, το οποίο άρχισε να αποκολλάται κατά τεμάχια».

Το Εφετείο ανέτρεψε στο σύνολό της την πρωτόδικη απόφαση: δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε πως η επίθεση προήλθε από δράστες εντασσόμενους ή ενταλθέντες για τη διάπραξη του εγκλήματος από πρόσωπα προερχόμενα από τον ευρύτερο εργασιακό χώρο της Κούνεβα και απαλλάσσει την «Οικομέτ» από κάθε ευθύνη (δόλο ή αμέλεια) και κάθε σχέση-σύνδεση με τη δολοφονική επίθεση.

Η Κωνσταντίνα Κούνεβα στην «Εφ.Συν.»

Κωνσταντίνα Κούνεβα

«Από την πρώτη στιγμή φώναξα ότι αιτία της επίθεσης ήταν η συνδικαλιστική μου δράση και ο ανελέητος πόλεμος που δέχθηκα από την «Οικομέτ».

Η πρωτόδικη απόφαση, μια απόφαση-τομή στη νομολογία των εργατικών υποθέσεων, με δικαίωσε και δέχθηκε ως αιτία του «εργατικού ατυχήματος» τη νόμιμη συνδικαλιστική μου δράση, όπως αποδείχθηκε στο δικαστήριο από τα έγγραφα και τους μάρτυρες.

Γι’ αυτό και καταδίκασε τον εργολάβο, για τις παραλείψεις του να λάβει προστατευτικά μέτρα, σε χρηματική αποζημίωσή μου λόγω ηθικής βλάβης.

Το Εφετείο, όμως, δεν διαπίστωσε… «συνάφεια» μεταξύ του εχθρικού-συγκρουσιακού κλίματος με την εταιρεία και της δολοφονικής επίθεσης εναντίον μου και έτσι απάλλαξε τον εργοδότη από κάθε ευθύνη για αποζημίωσή μου…

Τώρα ο Αρειος Πάγος θα κρίνει την ορθότητα και νομιμότητα της εφετειακής απόφασης.

Πιστεύω ότι η ελληνική Δικαιοσύνη, στον ανώτατο βαθμό, θα πράξει το καθήκον της.

Αυτή δεν είναι μια προσωπική μου υπόθεση. Η απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου θα έχει σοβαρές νομικές, αλλά κυρίως πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες για όλο τον κόσμο της εργασίας.

Για τους χιλιάδες εργαζομένους των δουλεμπορικών συνεργείων καθαριότητας, που αγωνίζονται ακόμα για την κατάργηση των μεσαιωνικών συνθηκών εργασίας στον κλάδο.

Που ακόμα και σήμερα οι εργολάβοι τούς απειλούν κυνικά «θυμηθείτε την Κούνεβα», που ορθώνουν εμπόδια σε κάθε νομοθετική προσπάθεια της κυβέρνησης να καταργήσει το δουλεμπορικό καθεστώς και να εξασφαλίσει αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας στους εργαζομένους.

Θα είναι μια κρίσιμη απόφαση στον αγώνα για την αποκατάσταση του κατεδαφισμένου εργατικού δικαίου, για την υπεράσπιση του συνδικαλιστικού νόμου και των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, που σύντομα θα βρεθούν στο μνημονιακό στόχαστρο».