Αληθινές ιστορίες της ξενιτιάς

PASSPORT: ένα πράσινο κουμπί

Η Βαλεντίνα και ο Νταβίντ, ως φύλακες-άγγελοι του ταξιδιώτη | ΦΩΤ.: ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗΣ

Μια γυναίκα από τη Βουλγαρία επιχειρεί να φτάσει χωρίς χαρτιά στην Ελλάδα.

Αντί για διαβατήριο, φοράει στο πέτο της ένα πράσινο κουμπί, αυτό που θα αναγνωρίσουν οι διακινητές στα σύνορα για να την περάσουν με βάρκα από τον Εβρο.

Για κακή της τύχη, συλλαμβάνεται από τους συνοροφύλακες.

Μοναδική της περιουσία, δεκάδες κασέτες με ηχογραφημένες ιστορίες που κουβαλάει από τη χώρα της.

Καθεμία κι ένα επεισόδιο, που ξεδιπλώνει παράλληλες ιστορίες από τον πόλεμο και μετά.

Ιστορίες που στηρίζονται σε πραγματικές εξομολογήσεις μεταναστών που οι θεατρικές ομάδες συνέλεξαν μέσα από συνεντεύξεις στην Ιταλία, τη Σουηδία, τη Ρουμανία, την Πολωνία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα.

Για τον σκηνοθέτη Νίκο Καμτσή, που εμπνεύστηκε το πρότζεκτ, έγραψε το κείμενο και σκηνοθέτησε την παράσταση «Passport-ένα πράσινο κουμπί», όλη αυτή η προσπάθεια «είναι ο τρόπος να αρθρώσεις τον δικό σου λόγο γι’ αυτά που εισπράττεις από το κοινωνικό σου περιβάλλον, μακριά από το θέατρο της κοσμικότητας, των σουαρέ και της πρεμιέρας. Πώς αισθάνεται ένας άνθρωπος που τα χαρτιά του είναι κουρελόχαρτο στην ξένη χώρα; Πώς νιώθει που οι Αρχές τον αντιμετωπίζουν σαν ένα τίποτα;

»Οταν κάποιος επενδύει πάθος και προσωπικό όραμα σε μια χώρα -μια ιδεολογία, έναν έρωτα, κάτι που του είναι υπαρξιακά σημαντικό- και το βλέπει να καταρρέει, δεν το αντέχει, το μυαλό του καίγεται. Αυτό το βίωμα που υπάρχει παντού γύρω μας διερευνά η παράστασή μας. Κι είχα κι έναν λόγο παραπάνω να την κάνω: είμαι ένας αριστερός άνθρωπος και καλλιτέχνης.

»Παρ’ όλες τις απογοητεύσεις, εξακολουθώ να συμπορεύομαι με την ουτοπία, να έχω ένα όραμα, να πιστεύω, να ελπίζω. Αντικαθιστώ την προδοσία με τη φαντασία, στο κάτω κάτω όλες οι μεγάλες επαναστάσεις έτσι ξεκίνησαν, επειδή κάποιος φαντάστηκε και ονειρεύτηκε και πίστεψε πως τα πράγματα μπορούν να γίνουν αλλιώς».

Η Βαλεντίνα κι ο Νταβίντ είναι από τη βόρεια Ιταλία. Στη Μόντενα, όπου ζουν καθημερινά, «οι πρόσφυγες τρελαίνονται. Βλέπουν τα κλειστά σύνορα που δεν τους επιτρέπουν να ενωθούν με τις οικογένειές τους. Κι από την άλλη, η κοινωνία μας έχει διχαστεί, κάποιοι είναι εξαιρετικά υποστηρικτικοί, αλλά και το κύμα ξενοφοβίας και ρατσισμού μεγαλώνει.

»Εμείς παίζουμε παραστάσεις στα χοτ σποτ, κάνουμε όποιου είδους ακτιβισμό μπορούμε. Και συμμετείχαμε στην παράσταση για ένα λόγο ακόμα: είναι τρομακτικό το πόσο γρήγορα η Ιταλία ξέχασε πως μόλις τρεις γενιές πίσω ήταν μια φτωχή χώρα του Νότου που έστελνε μαυριδερούς μετανάστες που μιλούσαν μια παράξενη γλώσσα στην άλλη άκρη του κόσμου».

Ο Μάρεκ είναι Πολωνός. Ή μήπως Ουκρανός; Μετά τον πόλεμο η γιαγιά του από την Ουκρανία κατέφυγε στην Πολωνία.

Ενιωθε τέτοια ντροπή για την καταγωγή της, που διέγραψε το παρελθόν της κι άλλαξε το όνομά της στο άχρωμο «Μαρία».

«Αυτό το αίσθημα της ντροπής, του να θέλεις να σβήσεις στοιχεία της ταυτότητάς σου, είναι για μένα συγκλονιστικό», λέει ο Μάρεκ.

«Προσπαθώ να καταλάβω την ντροπή της γιαγιάς μου, την ίδια ώρα που εγώ νιώθω τεράστια ντροπή για τη χώρα μου που κλείνει τα σύνορα στους πρόσφυγες. Ενας τρόπος να τα παλέψουμε όλα αυτά είναι καταρχήν να μιλάμε. Και να κάνουμε κάτι όλοι μαζί, όπως αυτή η παράσταση».

Στην Πολωνία καταφεύγουν και σήμερα πρόσφυγες από την Ουκρανία. Η Ανια τούς βλέπει παντού, στον δρόμο, στη γειτονιά της, στο σούπερ μάρκετ.

«Τι διάολο γυρεύετε όλοι εσείς εδώ; Γιατί δεν πάτε σπίτια σας;» είναι μια από τις πρώτες σκέψεις που της ήρθαν στο μυαλό.

«Και μετά σκέφτομαι «δεν ντρέπεσαι καθόλου, Ανια;». Ο πατέρας μου πήγε στη Νορβηγία για μια καλύτερη ζωή, η θεία μου ζει στη Σουηδία. Ξέρω τι σημαίνει μια οικογένεια να αναγκάζεται να διαλυθεί. Κι αύριο ίσως να αναγκαστώ να φύγω κι εγώ».

Η μοναξιά…

PASSPORT: ένα πράσινο κουμπίΗ Ανια προσπαθεί να επικοινωνήσει στην άλλη πλευρά των συνόρων | ΦΩΤ.: ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗΣ

Η Ντεσισλάβα μιλάει για τους νέους ανθρώπους που φεύγουν συνεχώς από τη Βουλγαρία λόγω της φτώχειας, για τη μοναξιά σε μια χώρα που ερημώνει.

Αυτήν την ίδια βαθιά μοναξιά που αισθάνεται κι η 28χρονη Αντα από την Αθήνα:

«Οι φίλοι μου σκορπίστηκαν στην Ευρώπη. Οταν ήμασταν μικροί, μας έλεγαν να σπουδάσουμε, να προσπαθήσουμε, να παλέψουμε για μια καλύτερη ζωή – αποδείχτηκαν όλα ψέματα.

Νιώθω περήφανη για τους φίλους μου που βρήκαν τη δύναμη να φύγουν, εγώ όμως θέλω να μείνω εδώ, σπίτι μου.

Στο έργο παίζω τη γυναίκα που περνάει παράνομα τα σύνορα κι όλο μου έρχεται στο μυαλό ο κολλητός μου.

Είναι Πολωνός και βλέπω πόσο ρατσιστικά του φέρονται, είναι παντού ξένος, και στη χώρα καταγωγής του κι εδώ που μεγάλωσε.

Οχι όμως γιατί είναι ξένος, αλλά γιατί είναι φτωχός».

Η Αντρια συνοψίζει αυτό που όλοι οι ηθοποιοί αγωνιούν να μεταφέρουν: κάτι πηγαίνει πολύ στραβά με την Ευρώπη παντού, από τη Σουηδία μέχρι την Ελλάδα:

«Βλέπουμε το πρόβλημα κάθε μέρα παντού να γιγαντώνεται: οι ντόπιοι φεύγουν κι άλλοι άνθρωποι έρχονται σαν μετανάστες. Η Ευρώπη πρέπει να πάρει αποφάσεις.

Εμείς δεν έχουμε απαντήσεις, έχουμε όμως πολύ σοβαρές ερωτήσεις για όλα αυτά.

Αυτό που κάνουμε όλοι εμείς μαζί είναι μια απάντηση, η μοναδική ίσως: αναζητούμε μια κοινή γλώσσα».