Η Ελλάδα που επιμένει για τις αποζημιώσεις

Η Ελλάδα που επιμένει για τις αποζημιώσεις

EUROKINISSI

«Ανοιχτή πληγή στο σώμα της Δικαιοσύνης» χαρακτήρισε τις γερμανικές αποζημιώσεις χτες ο Αλέξης Τσίπρας ακουμπώντας μια χαίνουσα πληγή εδώ και δεκαετίες.

Ειδικά τα τελευταία χρόνια το θέμα έρχεται κι επανέρχεται στην επικαιρότητα, ενώ πολιτικοί, διπλωμάτες, δημοσιογράφοι και ιστορικοί επιστρατεύονται σε μια μάχη εντυπώσεων ώστε να θολώσει η διεκδίκηση επί της ουσίας τόσο ως προς το οικονομικό σκέλος όσο -και ίσως κυρίως- ως προς τον πολιτικό συμβολισμό: πώς τολμά μια μικρή, υπερχρεωμένη χώρα να εγείρει θέμα πολεμικών αποζημιώσεων;

Κι ενώ πέρυσι τον Μάιο ο Γερμανός πρόεδρος Γιόαχιμ Γκάουκ χαρακτήριζε «ντροπιαστικό» το γεγονός ότι για χρόνια οι Γερμανοί δεν γνώριζαν την έκταση των ναζιστικών εγκλημάτων πολέμου στην Ελλάδα κι άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο καταβολής επανορθώσεων, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είχε φροντίσει ήδη από το 2013 -όταν δημοσιοποιήθηκαν το πόρισμα της επιτροπής εμπειρογνωμόνων και η πρόθεση των ελληνικών αρχών να διεκδικήσουν αποζημιώσεις εφόσον υπάρχει νομική βάση- να διαμηνύσει πως «σε ό,τι αφορά τις αξιώσεις για καταβολή αποζημιώσεων δεν βλέπω καμιά ελπίδα, γιατί το ζήτημα αυτό έχει ξεκαθαριστεί από καιρό».

Τότε ο Μανώλης Γλέζος είχε γράψει ένα συγκλονιστικό άρθρο στην Die Welt: «Αν σήμερα, με όλο το βάρος των 90 χρόνων μου, συνεχίζω αυτόν τον αγώνα, είναι γιατί θεωρώ δίκαιο και για τη Γερμανία και για την Ελλάδα να επιστρέψει η πρώτη όσα οφείλει στη δεύτερη.

Και προσέξτε κάτι. Δεν θα με ακούσετε ποτέ να μιλάω για ΕΚΔΙΚΗΣΗ. Εμείς, που χάσαμε αγαπημένους ανθρώπους, δεν νιώθουμε μίσος για τον γερμανικό λαό και δεν επιζητούμε εκδίκηση». Αργότερα, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μάρτιν Σουλτς, θα απορρίψει πρόταση του Γλέζου να διεξαχθεί ειδική συζήτηση στο Ευρωκοινοβούλιο για τις γερμανικές αποζημιώσεις, επικαλούμενος τον Κανονισμό.

Καθόλου τυχαία από τα μέσα Φεβρουαρίου η Die Welt, το Der Spiegel, το Focus έκαναν ένα μπαράζ δημοσιευμάτων με κεντρική ιδέα ότι «οφειλέτης δεν είναι η Γερμανία, αλλά η Ελλάδα». Τα γερμανικά αυτά ΜΜΕ επικαλούνταν τις «αποκαλύψεις» του καθηγητή Χάιντς Α. Ρίχτερ, που πλέον έχει παραδεχτεί δημόσια τη συνεργασία του επί του θέματος με το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών.

Τον Μάιο ο καθηγητής Ρίχτερ παραχώρησε ολοσέλιδη συνέντευξη στην «Καθημερινή», υπό τον τίτλο «Κατοχικό δάνειο, η Ελλάδα χρωστάει στη Γερμανία και όχι το αντίστροφο», όπου ισχυρίζεται πως κατά την περίοδο της Κατοχής η Ελλάδα εφοδιάστηκε από τη Γερμανία με σημαντικές ποσότητες τροφίμων και εμπορευμάτων αλλά και με χρυσό, που χρησιμοποιήθηκε για τη σταθεροποίηση της ισοτιμίας της δραχμής.

Ετσι, γίνεται προφανές πως η κατηγορηματική θέση του πρωθυπουργού χτες για τη διεκδίκηση των αποζημιώσεων -που έρχεται λίγες μέρες μετά την έκθεση της διακομματικής κοινοβουλευτικής επιτροπής (28/7)- θα προκαλέσει έντονες συζητήσεις στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και ενδεχομένως αναταράξεις στη σχέση της με τη Γερμανία.

Δύο αντίστοιχες διακομματικές επιτροπές είχαν συγκροτηθεί από τον Φεβρουάριο του 2014, ωστόσο δεν κατέληξαν σε εκθέσεις λόγω των δύο εκλογικών αναμετρήσεων που ακολούθησαν. Τώρα είναι η πρώτη φορά που υπάρχει και πόρισμα και συγκεκριμένος οδικός χάρτης για τη διεκδίκηση.

Την έκθεση της Διακομματικής υπερψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι, ΑΝ.ΕΛΛ., Ενωση Κεντρώων. «Παρών» δήλωσε το ΚΚΕ γιατί το πόρισμα «δεν αναδεικνύει τις ευθύνες των κυβερνήσεων», ενώ οι της Χ.Α. -που δήλωσαν επίσης «παρών»- ανέφεραν πως επιφυλάσσονται να τοποθετηθούν στην Ολομέλεια.

Η Ν.Δ. καταψήφισε, κάνοντας λόγο για διαφωνία ως προς την υιοθέτηση των αιτημάτων των ιδιωτών και των παραδικαστικών διεκδικήσεων, θεωρώντας την αποζημίωση των θυμάτων «επικοινωνιακή μετατόπιση» από το θέμα του κατοχικού δανείου. Η έκθεση πρόκειται να συζητηθεί στην Ολομέλεια τον Σεπτέμβριο.

Η έκθεση σε 150 σελίδες τεκμηριώνει νομικά και ιστορικά τις διεκδικήσεις και προσδιορίζει ποσοτικά τις ελληνικές αξιώσεις και για τους δύο παγκόσμιους πολέμους. Πριν από λίγες μόνο μέρες το γερμανικό Spiegel υπό τον τίτλο «Πώς η Ελλάδα θα μπορούσε να μηνύσει τη Γερμανία για τα 296 δισεκατομμύρια ευρώ που της χρωστάει», τονίζει πως «η καταβολή των γερμανικών αποζημιώσεων είναι νόμιμη και ηθική επιταγή» και αν η κυβέρνηση δεν κινηθεί προς την κατεύθυνση της διεκδίκησης, θα έχει σίγουρα σημαντικό πολιτικό κόστος.

Ο προεδρεύων της διακομματικής επιτροπής για τις αποζημιώσεις, βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Τριαντάφυλλος Μηταφίδης, μιλώντας χτες στον ρ/σ «Στο Κόκκινο» αναφέρθηκε σε πρόσφατη απόφαση συνταγματικού δικαστηρίου της Ιταλίας που αποφάνθηκε πως η ασυλία των κρατών δεν ισχύει σε περιπτώσεις εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.

Ακριβώς με αυτό το σκεπτικό χαρακτήρισε «απαράδεκτη» την απόρριψη ανάλογων διεκδικήσεων της Ελλάδας από τη Γερμανία ο Nτομινίκ Χάιλιχ, ειδικός για θέματα Ευρώπης του κόμματος της γερμανικής Αριστεράς (Die Linke) σε επίσης χθεσινή συνέντευξή του στη Neues Deutschland.

«Εχει ήδη καθυστερήσει πολύ το να επικρατήσει επιτέλους μια άλλη νοοτροπία, το να βρει τον δρόμο της μια ανθρωπιστική νοοτροπία στο πολιτικό Βερολίνο», δήλωσε ο Χάιλιχ, που προτείνει τη σύσταση κοινής κοινοβουλευτικής επιτροπής του γερμανικού και του ελληνικού Κοινοβουλίου.

Το ιστορικό πλαίσιο της υπόθεσης

Τον Μάιο του 2015 ο «Ιός» της «Εφημερίδας των Συντακτών» αποκάλυψε τρία σημαντικά ντοκουμέντα, που έφερε στο φως ο Γερμανός ιστορικός Καρλ Χάιντς Ροτ. Τα έγγραφα τεκμηριώνουν «ότι η γερμανική πλευρά γνώριζε και γνωρίζει το νόμιμο των ελληνικών απαιτήσεων και το μόνο που κάνει είναι να μηχανεύεται τεχνικούς τρόπους προκειμένου να αποκρούσει ή τουλάχιστον να αναβάλει την αναγνώρισή τους».

Από την έρευνα του «Ιού» υπό τον τίτλο «Το ένοχο μυστικό της Γερμανίας» θυμίζουμε με συντομία σταθμούς της ιστορικής διεκδίκησης.

■ Στα τέλη του 1945 συνήλθε στο Παρίσι διασυμμαχική διάσκεψη για τις γερμανικές επανορθώσεις. Εκεί ορίστηκε το ποσό που θα έπρεπε να πάρει η Ελλάδα ως αποζημίωση σε 7,1 δισεκατομμύρια δολάρια (τουλάχιστον 90 δισεκατομμύρια ευρώ σε σημερινά χρήματα). Το ποσό θα καλυπτόταν μέσω αποκατάστασης βλαβών, παροχής εμπορευμάτων, παράδοσης πλοίων του γερμανικού εμπορικού στόλου κ.λπ.

■ Τον Φεβρουάριο του 1953 κλείστηκε η συμφωνία για το γερμανικό χρέος στο Λονδίνο. Εκεί η γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση θέτει εκτός συζήτησης το ζήτημα των επανορθώσεων και το αναβάλλει για μια μελλοντική συνθήκη ειρήνης.

■ Το 1954 υπογράφτηκε στο Παρίσι το πρωτόκολλο περί τερματισμού του καθεστώτος κατοχής μεταξύ της Δυτικής Γερμανίας και των τριών δυτικών μεγάλων δυνάμεων (Γαλλία, Βρετανία, ΗΠΑ). Με αυτή τη συμφωνία οι τρεις δυνάμεις ανέστειλαν τις όποιες αξιώσεις τους για επανορθώσεις και έτσι εμμέσως έθιξαν τα συμφέροντα των «μικρών συμμάχων», οι οποίοι δεν μετείχαν βέβαια στη σχετική διαπραγμάτευση. Από τότε η Γερμανία επικαλείται αυτές τις συμφωνίες του 1953 και του 1954, προκειμένου να σταματήσει κάθε συζήτηση για επανορθώσεις.

■ Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950 η Ελλάδα έλαβε από τον IARA μόλις 25 εκατ. δολ. Στο μεταξύ διαλύθηκε και ο IARA, εφόσον η Σοβιετική Ενωση και η Πολωνία είχαν ήδη από τον Αύγουστο του 1953 παραιτηθεί από τις δικές τους αξιώσεις έναντι της Ανατολικής Γερμανίας.

■ Τον Μάρτιο του 1990 ο Χορστ Τέλτσικ, σύμβουλος του καγκελάριου Χέλμουτ Κολ, συνοψίζει τη γερμανική μεθόδευση για την αποφυγή των επανορθώσεων. Στο ντοκουμέντο γίνεται σαφές ότι η Δυτική Γερμανία μέχρι τότε δεν είχε υπογράψει καμιά συγκεκριμένη σύμβαση και είχε σκόπιμα περιοριστεί σε δηλώσεις μελλοντικών προθέσεων.

Το δεύτερο ζήτημα που ξεκαθαρίζεται μ’ αυτό το έγγραφο είναι ότι στις διαπραγματεύσεις εκείνης της περιόδου με τις νικήτριες συμμαχικές δυνάμεις θα έπρεπε να αποφύγουν «πάση θυσία» να καταλήξουν σε συνθήκη ειρήνης, διότι αυτό θα συμπεριλάμβανε και διαπραγμάτευση για τις επανορθώσεις.

Το τρίτο επιχείρημα που επικαλείται ο Τέλτσικ είναι πως το ζήτημα των επανορθώσεων έχει διευθετηθεί «ντε φάκτο», από τη στιγμή που υπήρξαν κάποιες καταβολές αποζημιώσεων και επιπλέον οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν αναστείλει τις διεκδικήσεις τους.

■ Το 1960 δόθηκαν άλλα 115 εκατ. γερμανικά μάρκα στο πλαίσιο της λεγόμενης συνολικής αποζημίωσης των θυμάτων.

■ Το 2001 προστέθηκαν 20 εκατ. ευρώ για την αποζημίωση των Ελλήνων που εξαναγκάστηκαν να εργαστούν στη ναζιστική Γερμανία.

Τι διεκδικεί η Ελλάδα

  •  9.189.270.837 ευρώ από απαιτήσεις από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με βάση τη Συνθήκη των Βερσαλιών του 1919.
  •  309.498.827.179,51 ευρώ από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, βάσει της Συνδιάσκεψης των Παρισίων.
  •  10.344.859.092 ευρώ είναι η απαίτηση της Ελλάδας για το κατοχικό δάνειο (συνάφθηκε χωρίς συνυπογραφή της Ελλάδας και αναγνωρίζεται ως πίστωση από τα αρχεία των ίδιων των γερμανικών κατοχικών αρχών).
  •  33.873.928.462 ευρώ είναι η απαίτηση για αποθετικές ζημίες.
  •  53.886.160.462 ευρώ η απαίτηση από μείωση παραγόμενου προϊόντος.
  •  Οι απαιτήσεις από απώλεια ανθρωπίνων ζωών ή αναπηριών από πολεμικές ενέργειες υπολογίζονται σε 22.120.000.000 ευρώ χωρίς τους τόκους, ενώ αν συνυπολογιστούν και τα θύματα που έχασαν τη ζωή τους από λιμό και ασθένειες, το ποσό ανέρχεται στα 107.268.000.000 ευρώ.
  •  1.208 αντικείμενα από τους αρχαιολογικούς θησαυρούς της χώρας αγνοούνται.

Στις ελληνικές απαιτήσεις περιλαμβάνονται δημόσιες και ιδιωτικές ζημίες, οι οποίες παραμένουν ενεργές, δεδομένου ότι οι μόνες ελληνικές απαιτήσεις που έχουν ικανοποιηθεί είναι οι προβλεπόμενες στις διμερείς συμβάσεις της Βόνης των ετών 1960 και 1961.

Σύμφωνα με την έκθεση, υπάρχουν πολλά παραδείγματα διεθνών συμφωνιών για τη ρύθμιση εδαφικών ή άλλων διαφορών μεταξύ κρατών ή για την ικανοποίηση δικαιωμάτων ιδιωτών και μάλιστα για θέματα που παρέμεναν εκκρεμή για μεγάλα χρονικά διαστήματα, χωρίς να τίθεται ζήτημα παραγραφής.

Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι οι κατά το Διεθνές Δίκαιο κρατικές ή ιδιωτικές αξιώσεις της Ελλάδας κατά της Γερμανίας δεν παραγράφηκαν.