Το συναίσθημα πάει στις κάλπες

Το ψυχολογικό φόντο των εκλογώνΑν σταθεί κανείς να κοιτάξει τι έχει γίνει πίσω του και δεν φύγει γρήγορα “προς τα μπρος”, κινδυνεύει να έρθει σε επαφή με πολύ δύσκολα συναισθήματα ενοχής, προδοσίας, ματαίωσης», μας λέει η κ. Σχίζα |EUROKINISSI/ ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

«Να μην υποκύψουμε στην αριστερή μελαγχολία», μας καλεί ο ένας. «Θα φέρουμε πάλι το χαμόγελο στους Ελληνες», μας τάζει ο άλλος. «Οσοι θέλουν μπορούν να πενθήσουν, εμείς πάμε μπροστά», λέει ο ένας. «Οι Ελληνες μας τιμώρησαν, τώρα όμως θα ψηφίσουν λογικά», λέει ο άλλος. Μια απλή ανάγνωση της ρητορικής των αρχηγών των δύο μεγάλων κομμάτων αρκεί για να καταλάβει κανείς πως για άλλη μία φορά οι ελληνικές εκλογές μοιάζουν με μάχη συναισθημάτων.

Αυτό δεν είναι ούτε καινούργιο ούτε ελληνικό φαινόμενο. Από την αρχή της κρίσης η συναισθηματική χειραγώγηση των πολιτών ήταν από τους βασικούς στόχους της στρατηγικής που ήθελε να επιβάλει ως μονόδρομο τη λιτότητα. Αξιοποιώντας πλήρως τα ευρήματα του πολιτικού μάρκετινγκ και της κοινωνικής έρευνας, τα ΜΜΕ και τα κόμματα έπαιξαν με τη «συναισθηματική στροφή στην Ιστορία»: αναγνώρισαν τον ρόλο που παίζει το τι νιώθουμε σε στιγμές κρίσιμων αποφάσεων κι έκαναν την ανάλογη επίκληση στο θυμικό μας.

Τον Ιανουάριο για πρώτη φορά μετρήθηκαν τα συναισθήματά μας από τους δημοσκόπους. Οι αιφνιδιαστικές εκλογές ήταν το αποκορύφωμα μιας στρατηγικής «φυγής προς τα εμπρός», που για τη Ν.Δ. συνοψίζεται στον μονόδρομο της λιτότητας και τον φόβο της αποπομπής από το ευρώ, ενώ από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ, στη μεγάλη ανατροπή που θα φέρει ελπίδα στη χώρα. Τότε η ελπίδα νίκησε κατά κράτος.

«Εκ των υστέρων φαίνεται λογικό», μας λέει η ψυχοθεραπεύτρια Μαρία Σχίζα. «Η ελπίδα, για όσους μπορούν να επενδύσουν σ’ αυτήν, προϋποθέτει την ύπαρξη ενός εσωτερικού κρατήματος, ενός καλού αντικειμένου – αυτό το αντικείμενο έγινε για πολύ κόσμο ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο κόσμος ήταν ήδη πολύ θυμωμένος και αισθανόταν πως δεν είχε τίποτα να χάσει πια. Οταν ο άνθρωπος τρομοκρατείται, αμύνεται και συχνά οργανώνεται γύρω απ’ τον θυμό και φυσικά εκδικείται».

Πέντε μήνες μετά η ελπίδα κατέβηκε σε άλλη μία μάχη. Οι μηχανές του τρόμου στο δημοψήφισμα έφτασαν στο υψηλότερο επίπεδό τους. Παρ’ όλα αυτά, η θυμωμένη κι αποφασισμένη μας ελπίδα επικράτησε απέναντι στον τρόμο που συστηματικά καλλιεργούσαν η ευρωπαϊκή και η εγχώρια ελίτ.

Και μετά ο κόσμος ήρθε ανάποδα… Η πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση της χώρας έφερε το πρώτο αριστερό Μνημόνιο, ο ΣΥΡΙΖΑ διασπάστηκε και -για τρίτη φορά μέσα σε επτά μήνες- βρισκόμαστε ξανά μπροστά στις κάλπες. Τα δύο μεγάλα κόμματα κατεβαίνουν επί της ουσίας με το ίδιο σύνθημα καλώντας μας να φύγουμε «μπροστά». Καθόλου τυχαία –από τις κουβέντες στις γειτονιές μας μέχρι και τα social media- αυτές είναι οι πιο βουβές κι αμήχανες εκλογές.

Τι μας έχει συμβεί, ρωτήσαμε τη Δήμητρα Ξενάκη, ψυχοθεραπεύτρια-συστημική/οικογενειακή θεραπεύτρια. «Είναι σαν να οδηγηθήκαμε, ένα μεγάλο ποσοστό του κόσμου, από την παθητικότητα, τον συλλογικό φόβο και την παραίτηση στον δρόμο της ελπίδας του αγώνα για το μέλλον, στην πεποίθηση ότι αξίζει να συμμετέχουμε στα κοινά και στην πίστη ότι έχουμε λόγο, ρόλο και δύναμη ως πολίτες-ψηφοφόροι», εξηγεί η κ. Ξενάκη και συνεχίζει: «Στην πορεία βιώσαμε τη βαθιά απογοήτευση και τη ματαίωση όλης αυτής της συλλογικής εμπειρίας και είναι σαν να ξανάκλεισαν βίαια οι πόρτες του κοινωνικού διαλόγου, που για λίγο έμοιαζε σαν να άνοιξαν, και ανάμεσά μας αλλά κυρίως μεταξύ πολιτικών και πολιτών».

Σήμερα και οι δύο, Μεϊμαράκης και Τσίπρας, μας καλούν να κοιτάξουμε μπροστά. Τι εννοεί αυτή η λέξη αυτή την περίοδο, ρωτήσαμε τη Μαρία Σχίζα. «Το μπροστά του κ. Τσίπρα μοιάζει να λέει “μη σκέφτεσαι, μη λυπάσαι, μην αισθάνεσαι δύσκολα”.

Αν σταθεί κανείς να κοιτάξει τι έχει γίνει πίσω του και δεν φύγει γρήγορα “προς τα μπρος”, κινδυνεύει να έρθει σε επαφή με πολύ δύσκολα συναισθήματα ενοχής, προδοσίας, ματαίωσης», μας λέει η κ. Σχίζα. «Για όσους ζουν τον χρόνο αδυσώπητα -όπως οι ηγεσίες-, για όσους δεν θέλουν να ακούσουν αυτό που έρχεται από μέσα τους (κατ’ αναλογία “απ’ τα κάτω” τους, από τον κόσμο, απ’ το κόμμα), η φυγή προς τα μπρος είναι ίσως η μόνη τους λύση».

«Ντελίριο ψευτομαγκιάς»

Εντελώς διαφορετικά αποκωδικοποιεί η κ. Σχίζα το «μπροστά» του κ. Μεϊμαράκη: «Είναι διαφορετικής χρήσης και, κυρίως, πιο σκοτεινό κι επικίνδυνο. Πρόκειται, νομίζω, για μια εντελώς ανεπεξέργαστη κατάσταση, ένα ντελίριο ψευτομαγκιάς και μπέσας. Είναι ένα μπροστά χωρίς ενοχή. Εδώ δεν υπάρχει ζωντανή σκέψη και δημιουργικότητα (μόνο μια ωμή πραγματιστική λειτουργία), αντιθέτως η συλλογική συζήτηση και ο στοχασμός σχεδόν δαιμονοποιούνται. Οι συλλογικές συζητήσεις κι όποιες άλλες διαδικασίες χλευάζονται ως παρωχημένες ή ως προϊόντα κακής αισθητικής».

Κι έτσι βρισκόμαστε και πάλι ο καθένας μόνος μπροστά στην κάλπη. Με αιρετικό ενδεχομένως, αλλά εξαιρετικά ενδιαφέροντα τρόπο περιγράφει την κατάστασή μας η κ. Ξενάκη: «Οπως προτείνει ο (Σκοτσέζος ψυχίατρος) R. D. Laing, μπορούμε ίσως να διατηρήσουμε τον παλιό πια ορισμό, για τη σχιζοφρένεια, και να διαβάζουμε σ’ αυτόν την ετυμολογική του σημασία: σχιζ=σπασμένος˙ φρην= ψυχή ή καρδιά. Αν δεχτούμε, λοιπόν, ότι κάποιος με “σπασμένη καρδιά” μπορεί να οριστεί “σχιζοφρενής”, τότε μοιάζει σαν ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας μας (ένα μεγάλο ποσοστό του 62%) να περνάμε μια διαδικασία όπου έχει “σπάσει” η καρδιά μας και είναι σαν να είμαστε σε μια κατάσταση, ας τολμήσουμε να πούμε, πολιτικής “σχιζοφρένειας” και θα πρέπει (;) να ξαναπροσαρμοστούμε στο φυσιο-λογικό και να προσέλθουμε (ξανά) στις κάλπες. Οπως μας λέει ο Laing για τον φυσιολογικό-κανονικό άνθρωπο: “Η κοινωνία εκτιμά ιδιαίτερα τον κανονικό άνθρωπο. Οι κανονικοί άνθρωποι έχουν σκοτώσει περίπου 100.000.000 συνανθρώπων τους τα τελευταία 50 χρόνια”».