Μια βασίλισσα στα Πατσαβουρέικα

Συνήθως δεν είμαι ξύπνια στις 9 το πρωί, πόσο μάλλον ένα βροχερό Σάββατο. Όμως σήμερα δεν είναι μια οποιαδήποτε μέρα. Έρχεται η Μαντόνα στο χωριό μας, χαλάλι και το πρωινό χουζούρι.

Είναι όντως χωριό η γειτονιά γύρω από το Ολυμπιακό Στάδιο. Χαμένο στο πουθενά των προαστίων, ένα μικρό κομμάτι γης που διασώθηκε από τους εργολάβους, γεμάτο διώροφα με κεραμίδια, στενάκια που δεν ξεπερνούν το ένα μέτρο φάρδος, πάρκα, αλάνες και πεζόδρομους. Παλιά έλεγαν τη γειτονιά “Πατσαβουρέικα” γιατί οι εργάτες που έφτιαχανα κάρβουνο κρεμούσαν στον ήλιο τα πατσαβούρια τους. Μια βασίλισσα στα Πατσαβουρέικα. Όταν του το λέω, ο φούρναρης ξεκαρδίζεται. Κι έχει κάθε λόγο να γελάνε οι μουστάκες του. Αξημέρωτα άρχισαν να φτάνουν οι πρώτοι πιστοί για το προσκύνημα στο ΟΑΚΑ. Οι δουλειές πάνε καλά.

Φανταζόμουν ότι θα δω τίποτα παράξενα πουλιά με τούλια και σκισμένα κολάν. Ή έστω αφέντρες με μυτερά σουτιέν Γκοτιέ. Οι πρώτοι φαν που σκάνε κατά κύματα όταν ανοίγουν οι πόρτες του τράινουν θα μπορούσαν να πηγαίνουν και σε συναυλία του Κραουνάκη. Από το μεσημέρι που οι καραβιές των θαυμαστών γίνονται πυκνότερες όμως, συνειδητοποιώ πως στο φαινόμενο της ποπ υποκλίνονται αι γενεαί πάσαι: γονείς με τα πιτσιρίκια τους, ζευγάρια που έχουν πατήσει τα πρώτα -ήντα για τα καλά, χεβυμεταλάδες και χαρλεάδες, η Ελένη Λουκά αυτοπροσώπως. Εντάξει, με μια έμφαση στους 30άρηδες. Και στους γκέι. Ολόκληρο το γκέι χωριό φαίνεται πως σήμερα από το Γκάζι μετακόμισε στο Μαρούσι.

Τέσσερα χρόνια μετά του Ολυμπιακούς η γειτονιά μου ξανά στο επίκεντρο της προσοχής. Δεν είναι τόσο οι 75.000 άνθρωποι που καταφθάνουν από κάθε γωνιά της Αθήνας – όταν παίζει η ΑΕΚ σε ντέρμπι μπορεί και να είναι περισσότεροι. Δεν είναι καν η αστυνομία, η πυροσβεστική, τα ασθενόφορα, το ελικόπτερο που βουίζει πάνω από το κεφάλι μας. Δεν είναι ούτε τα Βαν με τα λινκ, ούτε οι δημοσιογράφοι σε αλλεπάλληλες απευθείας συνδέσεις. Τη διαφορά την κάνουν οι άνθρωποι: το κοινό. Και οι μικροπωλητές.

Βρακάκια, κορδέλες, γάντια, καουμπόικα καπέλα και τζόκει, μπλουζάκια. Όλα με τη φάτσα της Μαντόνα. Τα περισσότερα με τη μαγική ημερομηνία της συναυλίας. Και όλα ελαφρώς τσιμπημένα. Μέχρι και οι γνωστές φάτσες που πουλάνε τα βρώμικα πέριξ του σταδίου έβαλαν ένα καπέλο στα χοτ ντογκ: από 4,5 5 ευρώ. Μια φορά έρχεται η βασίλισσα στα μέρη μας. Πουλάνε επίσης σήμερα σάτζαλα που δεν θα έβλεπες ποτέ σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα: μαξιλαράκια από αφρολέξ για να μην κρυώνει το πωπουδάκι των πιστών, καρδούλες και σταυρουδάκια που αναβοσβήνουν, ομπρέλες για τη βροχή. Και εισιτήρια.

Δεν φωνάζουν. Δεν προσκαλούν τον κόσμο να αγοράσει. Περιφέρονται απλώς με τα εισιτήρια στο χέρι ψηλά. Νωρίς το μεσημέρι, πριν ανοίξουν οι θήρες, τα εισιτήρια στη μάυρη αγορά έφταναν ακόμα και τα 1000 ευρώ. Όσο η ώρα της συναυλίας πλησιάζει, οι τιμές πέφτουν. Στις 9 τα έδιναν πιά σε τιμή κόστους. Και έβρισκαν αγοραστές, αφού η συναυλία της Μαντόνα ήταν sold out από την πρώτη ημέρα.

Δεκαπέντε χιλιάδες άνθρωποι ήρθαν από την επαρχία. Δεκαέξι χιλιάδες από το εξωτερικό. Δεν ξέρω πόσες εκατοντάδες από το Κολωνάκι και την Εκάλη. Αυτούς τους τελευταίους τους αναφέρω διότι ενώ όλος ο κόσμος έφτανε κανονικά με το τραινάκι, οι κοσμικοί κατέφθαναν με τα τζιπ και τα ακριβά τους αυτοκίνητα προκαλώντας κομφούζιο στη Σπύρου Λούη.

Μετά από 2 ώρες με χορταστικό υπερθέαμα, το κοινό ξεχύνεται από το Ολυμπιακό Στάδιο. Με διάθεση σίγουρα sweet. Και σίγουρα όχι sticky (κολλώδης σημαίνει αυτό, αλλά και ζόρικος). Και πόσο ζόρικο μπορεί να είναι ετούτο το ετερόκλητο κοινό, όπου εβδομάδες τώρα καταναλώνει πληροφορίες και μονοπωλεί το ενδιαφέρον των τηλεοράσεων; Ζορισμένο είναι, αλλά ανακουφισμένο αυτή τη στιγμή. Αφού για 2 ωρίτσες έστω ένοιωσε πως δεν ζει κάπου στις εσχατιές της Ευρώπης, αλλά σε μια μητρόπολη.

Κι ύστερα η Μαντόνα έφυγε από το χωριό…

 

 

Βιβλιογραφία

  •  Guy Oseary, Madonna: Sticky & Sweet, PowerHouse Books, 2010

 

Σύνδεσμοι

 

Άρθρα της «Ελευθεροτυπίας»