Το μικρό Κουρδιστάν της Πεντέλης

(φωτογραφίες Γιώργος Μουτάφης)

1

Καθόλου ευχαριστημένος δεν θα ήταν ο ικέσιος Ζευς αν με ένα μαγικό τρόπο κατέβαινε στην Παλιά Πεντέλη σήμερα το απόγευμα. Ο πατέρας των θεών, προστάτης των ικετών του κόσμου, μάλλον θα έριχνε κεραυνούς αν περπατούσε σε ετούτη την ντενεκεδούπολη από ελενίτ, κοντέινερ και διαφημιστικά ταμπλό. Διακόσιοι άνθρωποι στιβάζονται εδώ, στην οδό Αγίου Τρύφωνος. Τέσσερεις γυναίκες, έξι παιδιά, το σκυλάκι της φιλενάδας μου της Εσού κι ένα κοπάδι κατσίκια.

Δίπλα στις βίλες και τις πισίνες, μερικά χιλιόμετρα από τα μπανγκαλόους που έχτισαν οι Άγιοι της Μονής Πεντέλης, στέκουν οι παράγκες των Κούρδων. Σε ένα μικρό δάσος που παλιά στέγαζε τις κατασκηνώσεις των υπαλλήλων της Αγροτικής Τράπεζας, περίπου μια 10ετία παλιότερα οι Γιατροί του Κόσμου έστησαν αυτόν τον καταυλισμό για να στεγάσουν τους Κούρδους που έφταναν μαζικά στην Ελλάδα. Τότε ακόμα -αν θυμάστε- οι Έλληνες αγόραζαν στο δρόμο την Φωνή του Κουρδιστάν και τότε ακόμα ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν ήταν ήρωας και τότε ακόμα στις πορείες στο κέντρο της Αθήνας ακουγόταν το σύνθημα “Η ελευθερία στην Κύπρο περνάει από τα βουνά του Κουρδιστάν”. Μετά ο κόσμος άλλαξε. Όχι όμως κι ο μαχαλάς.

Είναι μια αγαπημένη παραγκούπολη για τα μίντια. Σύχνα πυκνά την επισκέπτονται δημοσιογράφοι. Πότε γιατί η ΔΕΗ έκοψε το ρεύμα και τα παιδιά δεν έχουν ζεστό νερό να κάνουν μπάνιο. Πότε γιατί κάποιοι κάτοικοι κάνουν απεργία πείνας. Αλλοτε γιατί παράγοντες μεγάλης ποδοσφαιρικής ομάδας μοιράζουν μπαλίτσες και μπλουζάκια στα παιδιά. Εσχάτως γιατί η Αθήνα είχε χιόνια, ο καινούργιος αρχιεσπίσκοπος είχε μόλις αναρριχηθεί στο θρόνο κι η πρώτη του δημόσια εμφάνιση ήταν στην Πεντέλη. Οι παράγκες είναι ένα εξαιρετικό σκηνικό για κάθε είδους ρεπορτάζ.

Το πρωί ο μαχαλάς είναι έρημος. Τα παιδιά πάνε σχολείο, οι μεγάλοι για δουλειά. Καθαρίζουν, βάφουν, χτίζουν, κλαδεύουν τα δέντρα και κουρεύουν το γκαζόν στις βίλες της γειτονιάς. Οι γείτονες είναι πολύ ευχαριστημένοι με τους Κούρδους του καταυλισμού. Φτηνά, έντιμα, αξιόπιστα εργατικά χέρια, στην κυριολεξία δίπλα στο σπίτι σου… Κι οι Κούρδοι είναι ευχαριστημένοι με τους γείτονές τους. Καλά, σίγουρα μεροκάματα, στην κυριολεξία δίπλα στην παράγκα σου. “Περνάμε πάρα πολύ καλά, αν εξαιρέσεις πως δεν έχουμε ρεύμα και το χειμώνα είναι δύσκολα”, μου λέει η Μπεχάλ, καθισμένη οκλαδόν στο σαλόνι του κοντέινερ. Φυσικά και την πιστεύω.

Οι άνθρωποι που ζουν εδώ, χωρίς ρεύμα, χωρίς ζεστό νερό, με το φως που παράγουν οι γεννήτριες τη νύχτα θεωρούν τους εαυτούς τους πολύ τυχερούς. Όσοι δε διαθέτουν και το περίφημο ροζ χαρτάκι νιώθουν ευλογημένοι. Η Ελλάδα του ικέσιου Διός είναι η τρίτη χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο που δέχεται αιτήματα για χορήγηση ασύλου, μετά τις ΗΠΑ και τη Σουηδία. Αυτή η φιλόξενη, ζεστή χώρα το 2007 κατέγραψε 25.113 νέα αιτήματα ασύλου. Πόσα παραχώρησε; Οκτώ! Δηλαδή ούτε ένας άνθρωπος στους 100 δεν πήρε το πολυπόθητο ροζ χαρτάκι που θα του εξασφάλιζε το στάτους του πρόσφυγα.

2

Και οι 305 αποφάσεις που εκδόθηκαν μεταξύ Οκτωβρίου 2006 και Απριλίου 2007 από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης επί αιτημάτων ασύλου ήταν αρνητικές. Καμία από τις αποφάσεις αυτές δεν αναφερόταν στα πραγματικά δεδομένα ούτε περιείχε κάποιο νομικό σκεπτικό. Όλες περιείχαν μια τυποποιημένη παράγραφο: “ο αιτών έφυγε από τη χώρα του προκειμένου να αναζητήσει εργασία και καλύτερες συνθήκες ζωής”. Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες έχει καταγγείλει πως 5.474 Ιρακινοί υπέβαλαν αιτήματα ασύλου το 2007 και η Πολιτεία δεν αναγνώρησε την ιδιότητα του πρόσφυγα ούτε χορηγήσε ανθρωπιστικό καθεστώς ούτε σε έναν!

Οπότε ετούτοι εδώ οι απάτριδες ζουν στη δική τους χώρα του Ποτέ Ποτέ, στην καρδιά της Αττικής, στις πλαγιές της Πεντέλης σαν φαντάσματα για την Ελλάδα. Άλλοι θεωρούνται πρόσφυγες, άλλοι μετανάστες, κάποιοι είναι παράνομοι εντελώς. Μέσα στην ντενεκεδούπολή τους η ζωή κυλάει κάθε μέρα κανονικά: ο μουεζίνης ψέλνει την προσευχή 5 φορές την μέρα, ο καφετζής σερβίρει γλυκό τσάι, ο βοσκός σαλαγάει τα κατσίκια, οι γυναίκες μαγειρεύουν ρύζι και τα παιδιά παίζουν κρυφτό. Για να φτάσουν ως εδώ ο καθένας πλήρωσε μερικές χιλιάδες ευρώ.

Οι δρόμοι που ακολούθησαν είναι οι κλασικοί: ο Εβρος, η Μυτιλήνη, η Κως, η Σάμος, η Λέρος, η Κρήτη. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους του καταυλισμού κατάγονται από το Βόρειο Ιράκ. “Στο χωριό μου περνάει ο έμπορος (εννοεί τον έμπορο κεφαλών). Αυτός σε πάει μέχρι Ισταμπουλ. Εκεί είναι και άλλοι από Ρουάντα, Μαρόκο, Λιβερία, από πολλά μέρη. Μετά σε πάει ή στον Εβρο ή στα παράλια (της Μικράς Ασίας )”. Ο Μοχάμεντ μου διηγείται την ιστορία που έχω ακούσει χίλιες φορές. Άλλοι πρωταγωνιστές, ίδια θέληση. Και απελπισία.

Και οι δύο διαδρομές είναι πολυδάπανες, αφού κάθε μετανάστης καταβάλλει ακόμη και 6.000 δολάρια στους εμπόρους κεφαλών. Στον Εβρο, πολλές φορές, οι μετανάστες οδηγούνται από τους τούρκους λαθρέμπορους σε μονοπάτια που είναι σπαρμένα με νάρκες. Στα παράλια της Μικράς Ασίας φορτώνονται σε σαπιοκάραβα, τα οποία βουλιάζουν προτού προσεγγίσουν κάποιο νησί του Αιγαίου. Η ελληνική νομοθεσία προβλέπει την κατάσχεση των μέσων μεταφοράς. Έτσι οι έμποροι μειώνουν στο ελάχιστο το κόστος της επιχείρησης.

Οι περισσότεροι Κούρδοι που περνούν σώοι τα σύνορα, βλέπουν την Ελλάδα σαν τράνζιτο προκειμένου να φθάσουν στη Γερμανία και στην Αγγλία. Και κάποιοι ονειρεύονται την ημέρα που θα γυρίσουν πίσω. Η Νασρίν κουνάει στην αγκαλιά της την 6 μηνών κόρη της. Η ίδια λείπει εδώ και 10 χρόνια από το Ιράκ. «Μου λείπει η μαμά μου, έχω να δω το πρόσωπό της τόσα χρόνια. Είναι όμορφη μαμά μου. Αλλά έπρεπε να φύγουμε από εκεί γιατί η ζωή μας ήταν επικίνδυνη».

3

Οι Κούρδοι κατοικούν σε μια γη χωρίς όνομα, σε μια χώρα χωρίς σύνορα, σε ένα κράτος που δεν υπάρχει στον γεωγραφικό χάρτη. Οι ίδιοι δεν γνωρίζουν πόσοι είναι ακριβώς. Ζουν διασκορπισμένοι στα βουνά της­ Τουρκίας, του Ιράκ, του Ιράν και της Συρίας ­ που δεν τους αναγνωρίζουν, απλώς τους ανέχονται. Και, κατά περιόδους, τους αφανίζουν όπως έκανε ο Σαντάμ Χουσεΐν με τα χημικά όπλα στην Halabja το 1988 ή όπως κάνει συστηματικά ο τουρκικός στρατός από το 1984.

Από το 1996, που αρχίζει το μαζικό κύμα των προσφύγων, οι ελληνικές αρχές έχουν κατά καιρούς κάνει διάφορες επιδείξεις ρητορικού ανθρωπισμού. Όσο οι πολιτικοί διακηρύσουν, οι πρόσφυγες στιβάζονται στη Σοφοκλέους και στην Πάτρα, στο Λαύριο και στην Πεντέλη. Κι επιβιώνουν σε ένα συνεχές κρυφτό από τις αλλεπάλληλες επιχειρήσεις-σκούπα της αστυνομίας, σε άγριες συνθήκες ζωής, σε τμήματα και κρατητήρια. Όλα αυτά τα αγνοεί η φιλενάδα μου η Εσού που παίζει ατάραχη με το κουκλόσπιτό της. “Η Μπάρμπι είναι πολύ τυχερό κοριτσάκι”, της λέω γελώντας. Η Μπάρμπι μένει σε μια διώροφη βίλα, έχει πολλά ρούχα κι ένα γρήγορο διθέσιο – όλα μέσα στην παράγκα της Εσού. “Ναι, αλλά η Μπάρμπι δεν μπορεί να γίνει γιατρός όπως εγώ, χαζούλα”, αντιγυρίζει η μικρή.

 

 

Σύνδεσμοι

 

Άρθρα της «Ελευθεροτυπίας»