Πεινικά … κολάσιμη πράξη

ΤΑ «ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ» ΕΓΙΝΑΝ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΠΟΛΥ ΠΡΙΝ ΓΙΝΟΥΝ ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΟΙΝΙΚΟ ΚΩΔΙΚΑ. Η ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΗΝ ΕΝΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΝΙΣΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗ ΓΡΑΦΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΓΝΩΣΗΣ. ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ ΒΡΗΚΑΝ ΠΡΟΣΦΟΡΟ ΕΔΑΦΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΤΟΥΝ. Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΤΣΟΥΒΑΛΑΚΗ ΘΕΤΕΙ, ΟΜΩΣ, ΕΝΑ ΣΟΒΑΡΟ ΕΡΩΤΗΜΑ: ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΟΤΑΝ Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΕ ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ;

Ηταν τις μέρες που το πανελλήνιο παρακολουθούσε στο δελτίο των 8:00 το σίριαλ Μαντέλη. Ο κάποτε πανίσχυρος υπουργός εξηγεί ότι αγνοούσε πώς μερικές ψωροδεκάδες χιλιάδες ευρώ βρέθηκαν, τα άτιμα, με έναν μαγικό τρόπο στο λογαριασμό του. Την ίδια ώρα, στο Εφετείο δύο μεσήλικοι απολογούνται για το πώς τρεις φορητοί υπολογιστές βρέθηκαν σε μια χαρτοσακούλα επενδυμένη με αλουμινόχαρτο.

Τα συγκεκριμένα λάπτοπ δεν βρέθηκαν από μόνα τους στη σακούλα• οι κατηγούμενοι παραδέχονται πως τα έκλεψαν από δύο μεγάλα καταστήματα ηλεκτρικών ειδών. «Τα πήραμε γιατί πεινούσαμε. Ζούμε με ένα επίδομα σκάρτα 600 ευρώ, χρωστάμε στη γριά που μας νοικιάζει το σπίτι άλλα 1.000» θα πουν στους δικαστές. Οι μάρτυρες υπεράσπισης που ανεβαίνουν στο βήμα ο ένας μετά τον άλλο θα προσπαθήσουν να μεταφέρουν στους δικαστές πώς είναι να μεγαλώνεις σε μια εργατούπολη όπως η Δραπετσώνα, πώς σκοτεινιάζει το σπίτι σου όταν τα τρία αδέλφια σου κλείνονται στο ψυχιατρείο, πώς είναι να παλεύεις μια ζωή σε χαμαλοδουλειές και πώς, στο τέλος, βρίσκεσαι να μοιράζεσαι το ίδιο εδώλιο κατηγορουμένου με τον αδελφό σου. Ο Νίκος και ο Θόδωρος Τσουβαλάκης είναι αδέλφια• ό,τι απόμεινε όρθιο από μια σπαραγμένη οικογένεια.

Ο Χαράλαμπος Ανδριανόπουλος είναι δάσκαλος. Η ιδιότητα του παιδαγωγού, σε συνδυασμό με το ότι υπήρξε δυο φορές μάρτυρας υπεράσπισης δύο κλεφτών που ομόλογησαν την πράξη τους, με οδήγησαν να τον αναζητήσω. «Τους γνωρίζω 15 χρόνια, τους έχω φιλοξενήσει πολλές φορές στο σπίτι μου. Ιδιαίτερα με τον Θόδωρο έχουμε αναπτύξει στενή σχέση, φιλική και κυρίως πνευματική, καθώς εκτιμώ την καλλιέργεια, την κουλτούρα και τη φυσική ευγένεια που αποπνέει. Τα δύο αυτά αδέρφια αποτελούν προϊόν ανύπαρκτης οικογενειακής δομής και αναπτύχθηκαν, εική και ως έτυχε, μέσα σ’ ένα θρυμματισμένο οικογενειακό περιβάλλον. Προσπάθησαν να ορθοποδήσουν. Το επίπεδό τους, η προσωπικότητα και η στάση ζωής που έχουν επιλέξει, σε καμία περίπτωση δεν τους κατατάσσουν στους ποινικούς. Τα όσα διέπραξαν, και τα οποία αποδέχονται, ήταν μια απεγνωσμένη προσπάθεια επιβίωσης. Ο Θόδωρος, εδώ και δέκα χρόνια, βρίσκεται μεταξύ ζωής και θανάτου ύστερα από ένα βαρύτατο εγκεφαλικό. Περαιτέρω παραμονή του στη φυλακή θα τον οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στο θάνατο. Πρέπει να αποφυλακιστεί αμέσως».

Η Δικαισύνη επέβαλε στους Τσουβαλάκηδες εφτά και τέσσερα χρόνια φυλακή. Τώρα ο Νίκος βρίσκεται στα Τρίκαλα κι ο Θόδωρος στα Χανιά. Καταδικάστηκαν ως «κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια» κλέφτες. Κι αυτή η μικρή φρασούλα ήταν αρκετή ώστε οι πράξεις τους να θεωρηθούν κακουργηματικού χαρακτήρα αντί για πλημμέλημα. Η συνήγορός τους, Δάφνη Βαγιανού, μου εξηγεί ότι για να χαρακτηρισθεί κάποιος ως επαγγελματίας κλέφτης χρειάζεται οργάνωση, επαγγελματική υποδομή, αλλά και επανάληψη. Εν προκειμένω, οι ληστές κρατούσαν μια χάρτινη σακούλα ντυμένη με αλουμινόχαρτο και είχαν σχεδιάσει τη διαφυγή τους με τα πόδια.

Τόσο ανόητοι, βρε Θόδωρε; Αυτή είναι η πρώτη μου ερώτηση στον άντρα που μου τηλεφωνεί από τη φυλακή. «Φαντάσου επίπεδο… Ηταν δίπλα μας ασφαλίτες με πολιτικά κι ούτε τους πήραμε χαμπάρι. Φοβεροί κλέφτες! Ρε παιδί μου, ούτε που σκεφτήκαμε πως θα φτάναμε εδώ. Ημασταν σε απελπισία κι εκείνη τη στιγμή η μόνη λύση φαινόταν μια κλοπή. Και δεν κλέψαμε ούτε καμιά γιαγούλα ούτε κανέναν περιπτερά. Το ντόπιο κεφάλαιο και τις πολυεθνικές κλέψαμε. Αλλά οι δικαστές δεν καταλαβαίνουν Χριστό, ζουν εκτός κοινωνίας, δεν ξέρουν και δεν θέλουν καν να καταλάβουν τι σημαίνει να πεινάς. Ή μπορεί να καταλαβαίνουν και να μας εκδικήθηκαν για άλλους λόγους».

Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς αντιδρά ο μέσος δικαστής όταν αντιμετωπίζει έναν κρατούμενο που μέσα σε δύο χρόνια κάνει τέσσερεις απεργίες πείνας. Ή όταν διαβάζει επιστολές σαν κι αυτήν που έστειλε ο Νίκος Τσουβαλάκης και δημοσίευσε η «Ελευθεροτυπία»: «Το κράτος εκδικείται όσους είναι εκτός κοπαδιού και δεν δέχονται να είναι υποζύγια της κάθε εξουσίας. Η Δικαιοσύνη και τα Μέσα Μαζικής Λοβοτομής, συνεργοί, συνήγοροι και προστάτες του εγκλήματος που συντελείται εις βάρος των κρατουμένων…»

Η ιστορία των αδελφών Τσουβαλάκη θα μπορούσε να θέσει ταυτόχρονα πολλά ερωτήματα, όπως αν το κράτος εκδικείται τους πολιτικούς ακτιβιστές, αν οι αντιεξουσιαστές είναι διαχρονικά οι συνήθεις ύποπτοι, τι ρόλο παίζει η Δικαισύνη στο πεδίο της ταξικής πάλης. Οι Τσουβαλάκηδες στα νιάτα τους «απαλλοτρίωσαν» μια τράπεζα και καταδικάστηκαν γι’ αυτό. Εζησαν ως μποέμ, ως διανοούμενοι του περιθωρίου, ως ταξιδιώτες και ως αγωνιστές. Δεν ψεύδονταν όταν απολογήθηκαν πως πεινούσαν. Και δεν στάθηκαν απέναντι στους δικαστές τους σαν τρεμάμενα γεροντάκια που βούτηξαν ένα γιαούρτι. Οι Τσουβαλάκηδες πεινούσαν κι έκλεψαν δυο πολυκαταστήματα. Κι είχαν άποψη γι’ αυτό.

Παρ’ όλα αυτά, η υπόθεση των Τσουβαλάκηδων θέτει καίρια και αιχμηρά ένα ερώτημα, πέρα από το όποιο προσωπικό τους δράμα: στην Ελλάδα της ύφεσης και του μνημονίου επανεμφανίζεται έπειτα από δεκαετίες το έγκλημα επιβίωσης. Και τώρα πια δεν είναι εξαθλιωμένοι μετανάστες που κλέβουν καρπούζια. Τώρα, όλο και πιο συχνά, σύμφωνα με μαρτυρίες αστυνομικών, είναι ντόπιοι αυτοί που κλέβουν τρόφιμα, τσιγάρα, ρούχα. Ο ποινικός κώδικας της χώρας αναγνωρίζει στο δράστη την «κατάσταση ανάγκης». Ο σύγχρονος Γιάννης Αγιάννης δεν θα καταδικαζόταν για τα εγκλήματά του. Μέχρι τον Απρίλιο τουλάχιστον.

Αν και εδώ και χρόνια ένας στους πέντε Ελληνες ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, μετά την υπαγωγή της χώρας στην κηδεμονία της τρόικας η κατάσταση γίνεται καθημερινά και πιο έκρυθμη. Δεν χρειάζεται να απαριθμήσουμε τα λουκέτα στα μαγαζιά, τα κανόνια στην αγορά, τις ουρές των απολυμένων και τις στρατιές των απεγνωσμένων ανθρώπων που η ζωή τους καταρρέει. Το θέμα είναι πως πια, μετά από όλα αυτά, ο αριθμός των οιονεί Αγιάννηδων πολλαπλασιάζεται επικίνδυνα. Τι γίνεται όταν μια χώρα ολόκληρη βρεθεί σε κατάσταση ανάγκης;

«Οι άνθρωποι βρίσκονται σε σύγκρουση καθηκόντων σε οριακές καταστάσεις. Οταν ένας παππούς δεν έχει χρήματα να πάρει το φάρμακό του, ασφαλώς και θα το κλέψει ή ένας άστεγος θα μπουκάρει στο εγκαταλελειμμένο σπίτι για να μην παγώσει. Το πρόβλημα είναι όταν όλα αυτά γίνονται κατάσταση» θα μας πει ο εγκληματολόγος Γιάννης Πανούσης. «Τον τελευταίο καιρό έχει παρατηρηθεί πως υπάρχουν κλέφτες που αδειάζουν σπίτια και μαζί και το ψυγείο. Αυτό που πρέπει να μας προβληματίσει είναι η γενικευμένη αίσθηση ανομίας. Πρέπει να αντιληφθούμε τη μετέωρη αίσθηση ενός ανθρώπου που τα έχασε όλα και λειτουργεί άναρχα λόγω αιφνίδιων γεγονότων. Αυτό, βεβαίως, δεν πρέπει να μας οδηγεί σε απλοϊκές εξισώσεις τύπου “άνεργος = κλέφτης”, δεν είναι έτσι και δεν έχει αποδειχθεί πουθενά αυτή η μονοσήμαντη ευθεία σχέση. Αυτό που, αντιθέτως, έχει αποδειχθεί είναι πως ζούμε εδώ και χρόνια σε μια ανομική κοινωνία, όπου η διαφθορά και τα εγκλήματα του λευκού κολάρου έχουν γίνει μέρος της κουλτούρας μας».

«Λούμπεν» σημαίνει στα γερμανικά κουρέλι. Το 1848 ο Κάρολος Μαρξ στους «Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία» περιγράφει διεξοδικά τους εργάτες που φτάνουν στο απόλυτο σημείο ένδειας ως «λούμπεν προλεταριάτο»: «εκείνη η ακαθόριστη ή ξεχαρβαλωμένη μάζα που οι Γάλλοι ονομάζουν La Boheme» (μποέμ). Εκτοτε έχουν γραφτεί σελίδες επί σελίδων για το πώς η φτώχεια οδηγεί στην εγκληματικότητα. Μπορεί η «αστυνομία να αγρυπνά ώστε ο εργάτης να πεθαίνει της πείνας ήσυχα και να μην προσβάλλει την αστική τάξη», όπως έλεγε ο Ενγκελς, αλλά ο καπιταλισμός έχει ανάγκη τις στρατιές των ανακυκλούμενων εξαθλιωμένων του, τις εφεδρείες των απελπισμένων. Πώς τους διαχειρίζεται όλους αυτούς; Πολλοί ερευνητές έχουν αναζητήσει το πώς συσχετίζεται η φτώχεια με την εγκληματικότητα. Το 1978 ο Μπέκερ διαπιστώνει πως η ανεργία παρουσιάζει μια θετική και σε ισχυρό βαθμό επίδραση στα αδικήματα κατά της ιδιοκτησίας και στο εμπόριο ναρκωτικών, ενώ οι ανθρωποκτονίες και οι βιασμοί δεν επηρεάζονται ισχυρά από την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά εργασίας. Θα ήταν μεγάλο λάθος να συσχετίσουμε τη φτώχεια με την εγκληματικότητα ευθέως• ωστόσο, αυτό που έχει παρατηρηθεί είναι πως σε κοινωνίες που εντείνεται η εισοδηματική ανισότητα πέφτει το κατά κεφαλήν εισόδημα, ανεβαίνει η ανεργία (δηλαδή, σε περιόδους ύφεσης μια κλοπή φαίνεται πάντα πιο δελεαστική).

Ηδη από το 1971 οι αμερικανοί κοινωνιολόγοι Frances Fox Piven και Richard Cloward στο κλασικό πλέον «Regulating the Poor» (Ρυθμίζοντας τη φτώχεια) διαπιστώνουν ότι η αρωγή προς τους φτωχούς διαστέλλεται και συστέλλεται μαζί με τους κύκλους της αγοράς εργασίας. Σε περιόδους άνθησης, τουλάχιστον στη δυτική Ευρώπη, αναπτύσσεται και το κράτος πρόνοιας. Σε περιόδους ύφεσης, η απίσχνανση του κοινωνικού κράτους σημαίνει την υπερανάπτυξη του κράτους καταστολής. Αντί για θεσμούς και δίκτυα που θα προστατεύουν τους φτωχούς, συστηματικά πλέον η φυλακή χρησιμοποιείται ως ποινικό προνοιακό σύστημα.

Με αυτό ακριβώς το σκεπτικό, ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Θόδωρος Δρίτσας ήταν ένας από τους τρεις που έφεραν το θέμα των αδελφών Τσουβαλάκη στη Βουλή. Του ζητήσαμε ένα σχόλιο καθώς έμπαινε στην Εξεταστική Επιτροπή για το Βατοπέδι, όχι με τη λογική του συμψηφισμού ευθυνών, αλλά με την απορία του μέσου ανθρώπου: πόσα εκατομμύρια πρέπει να έχει κλέψει κανείς σ’ αυτήν τη χώρα για να μην μπει φυλακή; «Αν η ζωή μπορούσε να κυκλοφορεί ελεύθερα σε δρόμους “απονομής δικαιοσύνης” και, ακόμα περισσότερο, στους δαιδάλους του “σωφρονισμού”, τότε τα… προσωπικά δεδομένα των εγκλείστων σίγουρα θα είχαν άλλη ταυτότητα και ίσως η κοινωνία να μην είχε ανάγκη τις φυλακές».

Υπ’ αυτήν την οπτική, η υπόθεση των αδελφών Τσουβαλάκη καθίσταται εμβληματική. «Εχουμε περάσει σε μια “μετασωφρονιστική εποχή”» λέει ο ψυχίατρος Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου, που βρέθηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη τους. «Είναι ενδεικτική του περιεχομένου και της άσκησης της δικαιοσύνης σ’ αυτήν την περίοδο της όψιμης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Η εξόντωση πλατιών κοινωνικών στρωμάτων και λαών ολόκληρων από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, η δημιουργία αυτών των στρωμάτων ως “αποβλήτων” από αυτές ακριβώς τις πολιτικές ονομάζεται “ελεύθερη αγορά”, ορθολογικοποίηση, μείωση των ελλειμμάτων και του χρέους κ.ο.κ. Οι φυλακές γεμίζουν όλο και πιο ασφυκτικά από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, με τρόπο ώστε το έγκλημα να ταυτίζεται με τα στρώματα αυτά. Ο υπερσυνωστισμός των φυλακών και η κατασκευή καινούργιων, η τιμωρία όλο και περισσότερων αδικημάτων με ποινή φυλάκισης, η πολιτική της “μηδενικής ανοχής” και οι μεγαλύτερες και αυστηρότερες ποινές ανταποκρίνονται ακριβώς σ’ αυτήν τη μετατροπή των φυλακών σε καταυλισμούς, σε μια ζώνη καραντίνας, όπου τα άτομα (που κατασκευάζονται ως επικίνδυνα) απομονώνονται στο όνομα της δημόσιας ασφάλειας, προς κοινωνική και υπαρξιακή εξόντωση».

Διαβάστε

…………..1……………

Βίκτορ Ουγκό, «Ο άνθρωπος που γελά», εκδ. Σύγχρονη Εποχή

Το έργο εκτυλίσσεται στο Λονδίνο, στις αρχές του 18ου αιώνα. Από τη μια, οι πατρίκιοι με την αλαζονεία που χαρίζει ο πλούτος και η υψηλή θέση στην ιεραρχία μιας αυστηρά δομημένης κοινωνίας. Κι από την άλλη, ο λαός εξαθλιωμένος, άβουλος, τρομοκρατημένος, χωρίς διάθεση ή ελπίδα αντίστασης. Κι όταν κάποιος από το λαό, όπως «Ο άνθρωπος που γελά», μπορέσει να παρουσιάσει την τραγικότητα της θέσης του και της τάξης του, να κραυγάσει για την κοινωνική αδικία, τον καταπίνει το βάραθρο της αναλγησίας των ισχυρών.

…………..2……………

Τζόναθαν Κόου, «Τι ωραίο πλιάτσικο», εκδ. Πόλις

Η Χίλαρι Γουίνσλο δραστηριοποιείται στο χώρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης και αμείβεται με υπέρογκα ποσά για να διαστρεβλώνει την πραγματικότητα. Ο Χένρι Γουίνσλο είναι πολιτικός και αλλάζει πεποιθήσεις και κόμματα όπου φυσά ο άνεμος. Ο Ρόντι, διάσημος έμπορος τέχνης, προωθεί καλλιτέχνες με βάση τις σεξουαλικές τους επιδόσεις. Η Ντόροθι διοχετεύει στη βρετανική αγορά μεταλλαγμένα κοτόπουλα. Ο Μάρκ πουλάει όπλα σε δικτάτορες. Τα πέντε αυτά πρόσωπα είναι η οικογένεια Γουίνσλο στη θατσερική Αγγλία.

 

 

Πρόσθετη Βιβλιογραφία

  • Φ. Σκούρας – Α. Χατζηδήμος – Α. Καλούσης – Γ. Παπαδημητρίου, Η ψυχοπαθολογία της πείνας, του φόβου και του άγχους : Νευρώσεις και ψυχονευρώσεις, Οδυσσέας, Αθήνα 1991
  • Γιάννης Πανούσης, Το έγκλημα του φτωχού και η φτώχεια ως “έγκλημα” (σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης), Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2002