Υποχρεωτική και επί πληρωμή ιδιωτική παιδεία

Το φροντιστήριο, η πιο ακριβής απόδειξη της ήττας ενός εκπαιδευτικού συστήματος, δεν είναι απλώς «φαινόμενο», είναι θεσμός. Ενας θεσμός που -υποτίθεται πως- πατάσσεται από τον εκάστοτε μεταρρυθμιστή υπουργό, στηλιτεύεται από την εκάστοτε αξιωματική αντιπολίτευση και, όμως, εδώ και ενάμιση αιώνα αποτελεί έναν από τους ελάχιστους ακμαίους κλάδους της λυμφατικής ελληνικής οικονομίας.

Τελειόφοιτος της Φιλολογίας, φέρων αρίστας συστάσεις, ζητεί αντί τροφής ή μετρίας αμοιβής παραδόσεις. Πληροφορίαι επί της οδού Αραχώβης αρ. 44 κειμένης οικίας». Η μικρή αγγελία που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Χρόνος» στις 15 Σεπτεμβρίου του 1894 δεν απέχει και πολύ από τα φυλλάδια που κατακλύζουν τις πόρτες μας κάθε χρόνο τέτοια εποχή. Φροντιστήρια ενισχυτικής διδασκαλίας, προετοιμασίας για τις πανελλήνιες, για τις εξετάσεις του ΑΣΕΠ, για τους υποψήφιους δικαστές, για την εκμάθηση ξένων γλωσσών. Εσχάτως και για τους μαθητές του δημοτικού, αλλά και για τους φοιτητές. Κάποια δε, με μερικά έξτρα ευρώ, αναλαμβάνουν να συντάξουν και την πτυχιακή εργασία ή να οργανώσουν τον επαγγελματικό προσανατολισμό των μαθητών τους.

«Αν δεν πας φροντιστήριο, είσαι τελειωμένος. Οχι μόνο δεν πρόκειται να περάσεις πουθενά, αλλά και πριν από τις πανελλήνιες μπορεί να μείνεις στην ίδια τάξη. Αφού, πλέον, όλοι οι καθηγητές στο σχολείο θεωρούν αυτονόητο πως θα τα κάνεις στο φροντιστήριο, νοιάζονται μόνο για να καλύψουν το πρόγραμμα. Ερχονται, σου τα λένε όπως σου τα λένε και… ό,τι καταλάβεις, κατάλαβες». Η Γιώτα πηγαίνει στη Β’ Λύκειου στο δημόσιο σχολείο του Κολωνακίου. Παιδί μιας μεσοαστικής οικογένειας, ζει με τη μητέρα της και, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές της, βγάζει μέσον όρο γύρω στο 15 κάθε χρονιά. «Παρ’ όλα αυτά, αρνούμαι να πάω φροντιστήριο. Πηγαίνω κάθε μέρα 6 ώρες στο σχολείο και κάνω ήδη 2 ξένες γλώσσες εκτός. Αυτά ήδη κοστίζουν στη μητέρα μου περίπου 300 ευρώ το μήνα. Πόσο άλλο να τη “χώσω”, δηλαδή;»

Η Γιώτα, όμως, αποτελεί μάλλον την εξαίρεση και όχι τον κανόνα του ελληνικού μαθητικού πληθυσμού. Ετσι, για την τραγική ειρωνεία, αντί άλλων στοιχείων, παραθέτουμε επί λέξει συνέντευξη Τύπου τού τότε υπεύθυνου ανάπτυξης του ΠΑΣΟΚ Μιχάλη Χρυσοχοΐδη τον Σεπτέμβριο του 2009: «Δίπλα στο μύθο της δωρεάν Υγείας φιγουράρει ο μύθος της δωρεάν Παιδείας. Σύμφωνα με έρευνα του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ, υπολογίζεται ότι τα νοικοκυριά στην Ελλάδα δαπανούν το ποσό των 4,37 δισ. ευρώ το χρόνο για τη “δωρεάν Παιδεία”. Συγκεκριμένα, οι ιδιωτικές δαπάνες για την Παιδεία έχουν αυξηθεί κατά 99% από το 2004. Στην ουσία, στη χώρα μας διακινείται ένας προϋπολογισμός από το υπουργείο Παιδείας και ένας άλλος προϋπολογισμός από τις τσέπες των γονιών. Πρόκειται για ένα δυσβάσταχτο οικονομικό κόστος, ιδιαίτερα για χαμηλότερα οικονομικά στρώματα.

»1999: Μέσος όρος μηνιαίων εκπαιδευτικών δαπανών για κάθε οικογένεια 83 ευρώ (996 ετησίως)

2004: 116 ευρώ (1.393 ετησίως)

2008: 231 ευρώ (2.767 ετησίως)

»Σύμφωνα με έρευνα του Πολυτεχνείου Κρήτης, η επιβάρυνση είναι πολύ μεγαλύτερη για τις οικογένειες με παιδιά στο λύκειο και την τριτοβάθμια εκπαίδευση, λόγω του αυξημένου κόστους που συνεπάγεται η παρακολούθηση φροντιστηρίων και η φοίτηση σε άλλη πόλη. Με τους πιο μετριοπαθείς υπολογισμούς, η απόκτηση πτυχίου σε μια ξένη πόλη (20 μήνες φροντιστήριο + έξοδα φοίτησης για 4 έως 6 χρόνια) κοστίζει σε μια οικογένεια που κάνει χρήση της δημόσιας εκπαίδευσης από 40.000 ώς 57.000 ευρώ».

Εχει γραφτεί πολλάκις πως το φροντιστήριο αποτελεί ελληνική πατέντα και πως ακόμα και η ίδια η λέξη δεν μεταφράζεται. Αυτό δεν είναι αλήθεια• φροντιστήρια υπάρχουν και σε άλλες χώρες, ακόμα και στη μακρινή Ιαπωνία. Τα τελευταία χρόνια, δε, όσο το κοινωνικό κράτος κατεδαφίζεται και το δημόσιο σχολείο απαξιώνεται τόσο περισσότερο αναπτύσσονται τα φροντιστήρια στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Αγγλία… Οι καθ’ ημάς απολογητές των φροντιστηρίων ισχυρίζονται πως ο θεσμός «εξισορροπεί τις κοινωνικές ανισότητες, αφού καλύπτει τα κενά που αφήνουν υποβαθμισμένα σχολεία» και στρέφουν τα βέλη τους εναντίον των καθηγητών, που κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα, «αφού εκείνοι διαιωνίζουν την παραπαιδεία και τη μαύρη οικονομία».

Ο Ανδρέας Ξεπατινιωτάκης διδάσκει στα φροντιστήρια παραπάνω από 20 χρόνια: «Ζούμε την πλήρη χρεοκοπία της εκπαίδευσης στην Ελλάδα, ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θέτει στον πυρήνα της στοχοθεσίας του την επιτυχία στις Πανελλήνιες και δεν μπορεί να υπηρετήσει ούτε καν αυτόν το στόχο, ούτε καν να βγάλει μαθητές επαρκείς για τις εξετάσεις τους. Οι εξετάσεις δεν προϋποθέτουν γνώσεις, αλλά καλή προπόνηση για να θυμάται το παιδί όσα απομνημόνευσε. Αρα, όσο πιο πολλές φορές τα ακούσει, τόσο πιο καλά θα γράψει. Το φροντιστήριο ως φαινόμενο είναι διαταξικό, υπό την έννοια ότι θα στείλει το παιδί του και ο εργάτης από το Κερατσίνι και ο μεγαλοδικηγόρος από την Κηφισιά. Ωστόσο, πόσοι εργάτες έχουν τη δυνατότητα να στείλουν τα παιδιά τους; Και για πόσες χρονιές; Και για πόσες ώρες τη βδομάδα; Το φροντιστήριο, στην πραγματικότητα, εντείνει τις ταξικές διαφορές».

«Παραλογισμό του φροντιστηρίου» χαρακτηρίζει το φαινόμενο ο Παντελής Κυπριανός. Ο ιστορικός της εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Πατρών, σε ένα διεισδυτικό άρθρο του στην «Αυγή», εξηγεί πώς γίνεται να κάνουν φροντιστήριο, και μάλιστα περισσότερο από τους άλλους, οι μαθητές των «καλύτερων» και ακριβότερων σχολείων της χώρας ακόμα και από το νηπιαγωγείο: «Η άνιση ανάπτυξη των κρατικών υπηρεσιών στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 δεν οδήγησε στη θεμελίωση ενός “κράτους πρόνοιας”, αλλά κατέστησε δυνατή τη γρήγορη απορρόφηση της πλειονότητας των αποφοίτων ΑΕΙ, κατά πρώτο λόγο των “ημετέρων”. Ετσι, ενισχύθηκε κι άλλο η εικόνα του πτυχίου-διαβατηρίου για την ανοδική κοινωνική κινητικότητα, η οποία, με τη σειρά της, ανατροφοδότησε τη ζήτησή του. Ολα αυτά εξέθρεψαν το “αναγκαίο κακό”, τα φροντιστήρια, τα οποία επέτειναν τη διάλυση του δημόσιου σχολείου και δημιούργησαν σειρά από φαινομενικά παράδοξες καταστάσεις, που δεν μπορούν να ερμηνευτούν με όρους αγοράς, κόστους/οφέλους ή προσφοράς/ζήτησης. […] Γιατί δεν αντιδρούν εντονότερα οι γονείς που πληρώνουν ένα τεράστιο τίμημα; Οι λόγοι είναι πολλοί, αρχής γενομένης από την προαναφερθείσα αναπαράσταση του πτυχίου. Ως σημαντικότερο θεωρώ την κοινωνική πίεση, που οδηγεί τους γονείς, ακόμη και τους πιο άπορους, να ταυτίσουν το φροντιστήριο με την τύχη των παιδιών τους και να πιστεύουν ότι -αν δεν τα στείλουν- τα αφήνουν στη μοίρα τους και τα καταδικάζουν στην αποτυχία. Εδώ ακριβώς έγκειται ο παραλογισμός του φροντιστηρίου».

Τα φροντιστήρια είναι ένα αστείρευτο Ελντοράντο, και τώρα πια όχι μόνο για τους εκπαιδευτικούς που έχουν τα χρήματα για μια τέτοια επένδυση, αλλά και για οποιονδήποτε θα ανοίξει ένα δικό του, με «επιστημονικό συνεργάτη» έναν φιλόλογο ή έναν μαθηματικό. Μόνο στο νομό Αττικής λειτουργούν 700 και αυξάνονται κάθε χρόνο. Οι διαφορές στις τιμές είναι απύθμενες: για το ίδιο πακέτο προετοιμασίας μαθητή στο πανεπιστήμιο ένας γονιός θα πληρώσει 400 ευρώ στο κέντρο της Αθήνας, 680 στα νότια προάστια και 450 στα δυτικά. Από τι καθορίζονται οι τιμές; Φυσικά, από την περιοχή, από τη φήμη του οργανισμού και από το κατά πόσο παρανομεί ο ιδιοκτήτης.

Ο Πέτρος Μαραφής είναι ο πρόεδρος και ο Κυριάκος Αμπάτης ο ταμίας του Συλλόγου Εργαζομένων στα Φροντιστήρια Εκπαιδευτικών. Οι συνδικαλιστικοί τίτλοι των δύο καθηγητών δεν έχουν εν προκειμένω μεγάλη σημασία, καθώς το σωματείο τους είναι ένα από τα πιο γνήσια πρωτοβάθμια, που λειτουργεί στη λογική της άμεσης δημοκρατίας, με τακτικές γενικές συνελεύσεις και ιδιαίτερα μαχητικές συγκρούσεις. Οι καθηγητές των φροντιστηρίων είναι ίσως ο μοναδικός κλάδος εργαζομένων που αγωνίζεται για την κατάργησή του, αφού όραμά τους είναι ένα δημόσιο, δωρεάν σχολείο για όλους, χωρίς καν την ανάγκη φροντιστηρίων. Ωστόσο, οφείλουν να υπερασπιστούν τους πιο «μαύρους» από τους μαύρους εργαζομένους αυτής της χώρας. Αφού οι συνθήκες εργασίας τους μπορούν να βρουν αναλογίες μόνο με τους «σκλάβους» των εργολαβιών. «Ακόμα και με πυρετό συνεχίζουμε να εργαζόμαστε, με… διαφορετική θερμοκρασία σώματος!»

«Ενας ιδιοκτήτης έχει άπειρους τρόπους να παρανομήσει, ενώ υπάρχει μια καραμπινάτη παρανομία που διαφημίζεται προς τους γονείς: ότι αν φέρουν το παιδί τους στο τάδε φροντιστήριο η ώρα διδασκαλίας διαρκεί 60 και όχι 45 λεπτά, όπως ορίζει ο νόμος» μου εξηγεί ο Πέτρος. Κι αν αυτό είναι εύκολο να το καταλάβω, μου παίρνει λίγη ώρα παραπάνω να εννοήσω αυτό που μου λέει ο Κυριάκος: «Η μεγαλύτερη κομπίνα γίνεται με τα ένσημα. Στην κατ’ αρχήν συμφωνία που κάνεις, διαπραγματεύεσαι τα χρήματα – αφού οι περισσότεροι ιδιοκτήτες αντιμετωπίζουν τη συλλογική σύμβαση σαν κουρελόχαρτο και σε απειλούν πως, αν δεν δεχτείς αυτό που σου προτείνουν ή αν καταφύγεις στο σωματείο, θα βρεθείς στη μαύρη λίστα. Αλλά το κόλπο γκρόσο είναι στα ένσημα. Εμείς, κανονικά, για κάθε ώρα που διδάσκουμε παίρνουμε ένα ένσημο. Κάθε καλοκαίρι απολυόμαστε και παίρνουμε επίδομα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ, αρκεί να εμφανίζουμε 125 μέρες εργασίας. Οπότε, ο ιδιοκτήτης σού προτείνει να σε ασφαλίζει για 5 μέρες τη βδομάδα, αλλά για μία ώρα την ημέρα. Εκείνος κλέβει το ΙΚΑ με ασφαλή τρόπο κι εσύ -στο όνομα του επιδόματος ανεργίας- υποβαθμίζεις τη σύνταξη και την περίθαλψή σου». Υπ’ αυτές τις συνθήκες, και αν υποθέσουμε πως ένας καθηγητής φροντιστηρίου δουλεύει πάντα ασφαλισμένος, για να βγει κάποτε στη σύνταξη πρέπει να δουλέψει κατά 25% παραπάνω από όλους εμάς τους υπόλοιπους!

Η Αναστασία τελείωσε το πανεπιστήμιο πέρσι και δίδαξε για πρώτη φορά σε φροντιστήριο. «Σε φροντιστήριΑ!» με διορθώνει. «Για να εξασφαλίσω 650 ευρώ τον μήνα, έπρεπε να δουλεύω 9 ώρες στο ένα και 4 στο άλλο, αφού η ώρα μου αμοίβεται με 11,22 ευρώ καθαρά. Και πάλι καλά που τα παίρνω, αφού άλλοι συνάδελφοι, πιεσμένοι πολύ, δέχονται τις περισσότερες φορές λιγότερα».

Τι γίνεται μ’ όλους αυτούς τους εργαζόμενους-φαντάσματα; Τι ακριβώς κάνουν το ΙΚΑ, η Εφορία και, κυρίως, η εποπτεύουσα αρχή, το υπουργείο Παιδείας; Ας δούμε πώς καταγράφει την κατάσταση το 2ο γραφείο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ευβοίας: «Σε 14 φροντιστήρια, με 131 τμήματα και 548 μαθητές, διδάσκουν: 1 φιλόλογος, 1 χημικός, 4 φυσικοί, 7 μαθηματικοί»! Ολους τους άλλους τους κατάπιε το μαύρο, ανασφάλιστο σκοτάδι…

Επειτα απ’ όλα αυτά, πόσο θεωρείτε ότι απέχουμε όλοι μας (δάσκαλοι, γονείς, παιδιά) από εκείνον τον τελειόφοιτο της Φιλολογίας που «ζητεί αντί τροφής ή μετρίας αμοιβής παραδόσεις»; Αίσιον και ευτυχές το 1894…

Διαβάστε

………….. 1 …………..

Ελένη Σιάνου-Κύργιου, «Εκπαίδευση και κοινωνικές ανισότητες – Η μετάβαση από τη δευτεροβάθμια στην ανώτατη εκπαίδευση 1997-2004», εκδ. Μεταίχμιο, 2006

Η μελέτη έχει ως επίκεντρο τις κοινωνικές ανισότητες κατά τη μετάβαση από τη Δευτεροβάθμια στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Βασίζεται σε δεδομένα από την ανάλυση της πολιτικής μετά τη μεταρρύθμιση του 1997 και στα ευρήματα μιας έρευνας σε υποψηφίους.

………….. 2 …………..

Γιώργος Χατζητέγας, «Το ιδεόγραμμα ενός φροντιστή», εκδόσεις Λιβάνη

Η ιστορία του ελληνικού φροντιστηρίου, αλλά και η ενισχυτική διδασκαλία ανά τον κόσμο.

Ιστορία του φροντιστηρίου

* Είναι Οκτώβριος του 1906 όταν τρεις υφηγητές της Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών καταθέτουν στη Σύγκλητο πρόταση ίδρυσης νομικού φροντιστηρίου από το ίδιο το πανεπιστήμιο. Την επομένη ο καθηγητής Ρωμαϊκού Δικαίου κ. Κρασσάς διαμαρτυρόταν στους διαδρόμους του Αρείου Πάγου: «Το πανεπιστήμιον όπως κατήντησε είναι εστία ρυπαρότητος. Τώρα με τους υφηγητάς θα μεταβληθεί εις οίκον εμπορίου».

* Ωστόσο, το φαινόμενο του φροντιστηρίου και των ιδιαίτερων μαθημάτων είναι ακόμα παλαιότερο. Ηδη από το 1856 βασιλικό διάταγμα όριζε ότι: «Απαγορεύεται πάντως εις τους γυμνασιακούς καθηγητάς και παρ’ ελληνικοίς σχολείοις διδασκάλους να προπαιδεύωσιν ή να διδάσκωσιν εν ταις οικίαις αυτών, εν τοις δωματίοις του δημοσίου διδακτηρίου ή άλλοθί πού μαθητάς, ανήκοντας εις τας υπό των ιδίων διδασκομένας τάξεις…». Στα τέλη του 19ου αιώνα οι εφημερίδες βρίθουν μικρών αγγελιών για παράδοση ιδιαίτερων μαθημάτων, αλλά η πραγματική έκρηξη του φαινομένου θα έρθει στα 1926, όταν πλέον θεσπίζονται οι εξετάσεις για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο.

* Το 1928 ο Βενιζέλος θεσμοθετεί το ιδιώνυμο και δεκάδες δάσκαλοι και καθηγητές, λόγω ιδεολογίας, εκδιώκονται από το σχολείο. Αυτοί οργανώνουν τα πρώτα φροντιστήρια. Δέκα χρόνια αργότερα διώκονται και πάλι, καθώς ο Μεταξάς με αναγκαστικό νόμο θέτει ως προαπαιτούμενο το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων για να γίνει κάποιος έστω και φροντιστής.

* Ο Σαράντος Καργάκος είναι αποκαλυπτικός στο άρθρο του «Υπέρ Φροντιστηρίου Λόγος» για το ποια ήταν η τύχη των καθηγητών φροντιστηρίων στα χρόνια που ακολούθησαν: «Το σπόρο που θα έριχναν δήθεν οι αριστεροί εκπαιδευτικοί (που πολλοί ήταν απλώς δημοκρατικοί) τον έριξαν από οργή, λόγω των διώξεων, μέσω του φροντιστηρίου. Ετσι, όταν άρχισε να αναπτύσσεται το ΕΑΜικό κίνημα, πολλοί φροντιστές εξελίχθηκαν σε θαυμάσιους διαφωτιστές. Δεινή ήταν η δοκιμασία των φροντιστηρίων κατά τους χρόνους της δικτατορίας. Κάποια έκλεισαν. Κάποιοι φροντιστές στερήθηκαν ακόμα και του δικαιώματος διδασκαλίας. […] Το φρικτότερο ήταν η διάχυση του χαφιεδισμού. Αστυνομικοί εγγράφονταν ως μαθητές και παρακολουθούσαν κάποιους καθηγητές».

* Από τα 800 φροντιστήρια της εποχής τής Χούντας σήμερα λειτουργούν περίπου 3.000 σε ολόκληρη τη χώρα.

 

 

Βιβλιογραφία

  • Πάνος Πολυχρονόπουλος, Παιδεία και πολιτική στην Ελλάδα : κριτική ανάλυση και αξιολόγηση των ιδεολογικών και γνωστικών λειτουργιών του σχολικού συστήματος, 1950 – 1975, Καστανιώτης, Αθήνα 1980

 

Σύνδεσμοι