Πάρκα vs malls

(Φωτογραφίες Γεράσιμος Δομένικος)

1

ΙΣΩΣ ΠΟΤΕ ΑΛΛΟΤΕ Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΧΩΡΟΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΤΟΣΟ ΑΓΝΟΗΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΜΕΝΟΣ, ΕΡΜΑΙΟ ΣΤΟΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΠΟΥ ΚΑΙΡΟΦΥΛΑΚΤΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΝ ΚΑΤΑΠΙΕΙ. ΜΕ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗ ΠΩΣ, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, Η ΑΘΗΝΑ ΕΓΙΝΕ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ, ΚΑΘΕ ΕΚΑΤΟΣΤΟ ΕΝΟΣ ΠΑΡΚΟΥ Η ΜΙΑΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΔΕΝ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΠΛΕΟΝ ΩΣ ΝΗΣΙΔΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΧΑΛΑΡΩΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΦΙΧΤΟ ΕΝΑΓΚΑΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ, ΑΛΛΑ ΩΣ ΜΙΑ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΓΙΑ ΧΡΗΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ. ΚΙ ΕΤΣΙ ΦΤΑΣΑΜΕ, ΣΑΒΒΑΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ, Ο ΙΜΠΡΑΗΜ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΑΜΠΟΥΛ ΝΑ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟΝ ΤΟΥ ΑΡΕΩΣ ΚΑΙ Η ΠΕΡΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ ΝΑ ΑΝΑΖΗΤΑΕΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΚΟ ΚΟΥΚΟΥΛΙ ΕΝΟΣ MALL.

Shopping - προϊόντων, ψυχαγωγίας και κυρίως εφήμερων αισθήσεων και εμπειριών. Αυτή είναι η μόνη δραστηριοτητα που χωρά μέσα στο αστραφτερό κουκούλι ενός mall. Οι θαμώνες του ζουν τις ψευδαισθήσεις τους, ξεχνώντας πως η αληθινή ζωή βρίσκεται εκεί έξω, ακόμη και στο ξύλινο παγκάκι ενός πάρκου, στην επαφή με τη φύση.

2

Τα Σάββατα κάνω αυτό που κάνουν όλοι. Κάνω μόλινγκ». Τι είναι μόλινγκ; Κι από πότε το κάνουν όλοι; Ενα σμάρι κοριτσόπουλα γύρω στα δεκάξι χαχανίζουν γύρω μου καθώς ανεβαίνουμε τις κυλιόμενες σκάλες ενός από τα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα των βορείων προαστίων. «Μόλινγκ είναι να πηγαίνεις στο mall. Οχι να ψωνίζεις απαραίτητα, αλλά να περνάς τη μέρα σου εκεί, χαζεύοντας, τρώγοντας, πηγαίνοντας σινεμά» μου εξηγεί η Πέρσα, που αλλάζει δύο συγκοινωνίες για να έρθει στο mall από το Περιστέρι. Και γιατί δεν κάνει αυτό που λέγαμε παλιά κωλοβάρεμα στη γειτονιά της; «Α, δεν έχει καθόλου πλάκα. Εδώ είναι ολόκληρη περιπέτεια».

Την ίδια ώρα, σ’ ένα παγκάκι στο Πεδίον του Αρεως κάθονται ο Ιμπραήμ και η οικογένειά του. Είναι πολιτικοί πρόσφυγες – ήρθαν από την Τουρκία πριν από 15 χρόνια. «Στην Ισταμπούλ δεν είναι καθόλου παράξενο να κάθεσαι στο πάρκο• οι άνθρωποι ζουν πολύ έξω από το σπίτι. Μου φαίνεται περίεργο που εσείς δεν χαίρεστε τις πλατείες, τα πάρκα σας. Δηλαδή, τι θα κάνεις Σάββατο μεσημεράκι για να φχαριστηθείς την ξενοιασιά σου;»

Λοιπόν, Ιμπραήμ, θα κάνεις μόλινγκ. Δεν είναι μια λέξη που δημιούργησαν η Πέρσα και οι φίλες της. Είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται διεθνώς για να περιγράψει μια μέρα στα malls. Δηλαδή, στο πιο εμβληματικό αρχιτεκτόνημα της κατανάλωσης και της παγκοσμιοποίησης. Στις μητροπόλεις του κόσμου όλο και πιο συχνά δημιουργούνται τεράστιες εμπορικές ζώνες, πραγματικά νησιά μέσα στον αστικό ιστό.

Στη μικρή μας χώρα τα malls ήρθαν μαζί με το όραμα «της ισχυρής Ελλάδας», των Ολυμπιακών Αγώνων και με τη συλλογική φαντασίωση πως η Αθήνα θα γίνει επιτέλους μητρόπολη. Κι όπως κάθε μητρόπολη, αυτό που της έλειπε ήταν τα malls.

Τι κι αν στην πατρίδα τους, τις ΗΠΑ, τα malls παρακμάζουν και στην Ευρώπη κάνουν ό,τι μπορούν (με αναπλάσεις ολόκληρων περιοχών) για να διευκολύνουν τους κατοίκους να ξανακατακτήσουν το κέντρο της πόλης; Στην Ελλάδα τώρα ανακαλύψαμε τη χαρά της καταναλωτικής περιπέτειας. Αλλωστε, αν υπάρχεις για να καταναλώνεις, πόση έξαψη μπορεί να έχει μια παρτίδα τάβλι κάτω απ' τις φυλλωσιές των δέντρων;

«Το αστικό πεδίο αναδιατάχθηκε για να υποδεχθεί η πόλη τους Αγώνες, το δίκτυο μαζικών συγκοινωνιών άλλαξε και μαζί του άλλαξε ολόκληρος ο χάρτης της πόλης. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν η πόλη είχε ανάγκη τα νέα υπερμεγέθη εμπορικά κέντρα ή αν τα κέντρα είχαν ανάγκη τους πελάτες τους• πάντως, τα malls (υπερμεγέθη, απαστράπτοντα, σαν διαγαλαξιακοί σταθμοί που προκαλούν δέος, όπως έγραφε κι ο αρχιτέκτονας Γ. Τζιρτζιλάκης) ανακατένειμαν τις εμπορικές δραστηριότητες και οδήγησαν σε μια νέα διασπορά, που δημιούργησε νέες συνήθειες στην καθημερινότητα των κατοίκων της».

«Είναι πολύ όμορφα στο mall. Περπατάς ανάμεσα σ’ όλες αυτές τις φίρμες, κάθεσαι για φαγητό στις διεθνείς αλυσίδες φαγητού, νομίζεις πως δεν ζεις στην Ελλάδα, πως είσαι κάπου στην Ευρώπη». Η κ. Πετροπούλου είναι συνταξιούχος επιχειρηματίας και επισκέπτεται πολύ συχνά τα malls με τη 16χρονη κόρη της. «Αυτό που μου αρέσει κυρίως είναι πως εδώ αισθάνεσαι ασφαλής. Δεν μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη να σου έρθει μια μολότοφ ή να πλασάρουν ναρκωτικά στο παιδί σου. Είναι σαν ένα όμορφο κουκούλι».

Ακριβώς αυτή είναι η αίσθηση που επιδιώκει να δημιουργήσει το mall. Δεν είναι απλώς ένα εμπορικό κέντρο, σαν κι αυτά που γνωρίσαμε τη δεκαετία του ’80. Είναι ένα σύστημα καταναλωτικής «ζωνοποίησης» που οργανώνει μια ολόκληρη πόλη μέσα στην πόλη. «Στο εσωτερικό τους, έναν ιδιωτικό χώρο, δημιουργημένο για τη βέλτιστη καταναλωτική ανταπόκριση του κοινού, που επικαλείται το ρόλο της αγοράς, αλλά και του πραγματικού δημόσιου χώρου στο σύνολό του, καλλιεργείται μια νέα συλλογικότητα» σημειώνουν σε μια διάλεξή τους οι αρχιτέκτονες Χρήστος Χονδρός και Θεοφάνης Καφαντάρης. «Εκεί, η μόνη δραστηριότητα που έχει θέση στο σταματημένο χρόνο είναι το κάθε είδους shopping – προϊόντων, ψυχαγωγίας και κυρίως εφήμερων αισθήσεων και εμπειριών. Η σκηνογραφία αυτού του είδους χώρων, η εικονογράφηση των ψευδαισθήσεων και η προβολή των διαφημιστικών επαγγελιών σε ένα αδιάλειπτο καταναλωτικό παρόν καθιερώνει μια συνείδηση για την ποιότητα και τη χρήση του χώρου».

«Οι περιοχές "υποβαθμίζονται" (και, στη συνέχεια, οι μετανάστες εκδιώκονται), για να "αναπλαστούν" με όρους ακραίας εμπορευματοποίησης. Κι αυτό το παιχνίδι τον τελευταίο έναν χρόνο έχει γίνει πολύ πολύ επικίνδυνο».

Ή, αλλιώς, με τα απλά λόγια του 22χρονου Γιάννη: «Ανάλογα με το πού θα πας στην Αθήνα, έχεις την αίσθηση πως είσαι σε άλλη πόλη. Αν πας στην Ευριπίδου θα νιώσεις πως είσαι στη Μέση Ανατολή. Εδώ νομίζεις ότι είσαι στην Αμερική. Δηλαδή, πειράζει που μου αρέσει περισσότερο η Ν. Υόρκη από την Καμπούλ;»

Ο Γιάννης το αγνοεί, αλλά τα malls όντως γεννήθηκαν στις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’50 ως κλειστοί εμπορικοί χώροι μεγάλης έκτασης, στους οποίους είχες πρόσβαση και με το αυτοκίνητο ή μόνο με το αυτοκίνητο. Συμβαδίζουν με την επέκταση της πόλης προς την ύπαιθρο και την προαστιοποίηση της εξοχής, τους μεγάλους αυτοκινητόδρομους.

«Αποτελούν το σύμβολο της ακραίας αστικοποίησης που είναι φαινόμενο αμερικανικό, με μεγάλη επιρροή στον σύγχρονο κόσμο» θα μας πει η αρχιτεκτόνισσα Φωτεινή Μαργαρίτη, που από το ’80 διερευνά συστηματικά τη σχέση λογοτεχνίας – πόλης – αρχιτεκτονικού σχεδιασμού. «Το αμερικάνικο όνειρο τράφηκε από το μύθο της ελεύθερης και ανοιχτής Δύσης. Αυτό το μοντέλο, μάλιστα, εκφράζουν συγγραφείς του 19ου αιώνα, όπως ο Ουίτμαν με “Το τραγούδι του ανοιχτού δρόμου”, που βρίσκει συνεχιστές τους μπίτνικς και το “On the road”. Αλλά είναι και το όνειρο της μικρομεσαίας τάξης για τη μονοκατοικία στο προάστιο μεταπολεμικά. Δημιουργούνται αστικά υβρίδια στις παρυφές των πόλεων. Αντίθετα, στην Ευρώπη έχουμε αστικό πολιτισμό αιώνων – επικρατεί η ιδέα της συμπαγούς πυκνής πόλης. Η ουσία είναι πως η παραδοσιακή πόλη αντικαταστάθηκε από ένα διευρυμένο αστικό συγκρότημα. Δεν υπάρχει ύπαιθρος μη αστικοποιημένη. Η λέξη πόλη αντικαταστάθηκε από λέξεις όπως μητρόπολη, μεγάπολη, μεγαλούπολη. Να σημειώσουμε ακόμη πως οι αμερικάνικες πόλεις δεν είχαν ιστορικό κέντρο. Η τυπολογία του mall υποκαθιστά σ’ έναν βαθμό αυτήν την έλλειψη, αφού συγκεντρώνει σ’ ένα κτήριο πολλές λειτουργίες και περιλαμβάνει πάντα ένα αίθριο και διαδρόμους που οδηγούν σ’ αυτό -προσπαθεί, δηλαδή, να θυμίζει σε σμίκρυνση το κέντρο μιας πόλης».

Στην Ελλάδα όλα φτάνουν με χρονοκαθυστέρηση. Τα malls καθυστέρησαν μισό αιώνα. Τώρα που πεθαίνουν στις ΗΠΑ και αντικαθίστανται από τα Life Style Centers (ανοιχτά κέντρα πολλαπλών δραστηριοτήτων), εμείς τα υιοθετούμε ασμένως εδώ. Απ’ τη Λάρισα ώς την Κρήτη κι απ’ τα Γιάννενα ώς τη Θράκη, παντού η ελληνική περιφέρεια γεμίζει malls. Οπως διαβάζουμε σε άρθρο του Δημήτρη Δελεβέγκου στο Capital.gr, συνολικά στη χώρα το α’ εξάμηνο του 2009 προστέθηκαν περίπου 25.000 τ.μ. στα εν λειτουργία εμπορικά κέντρα, ενώ μέχρι το τέλος του 2010 στη συνολική επιφάνεια των malls στην Ελλάδα θα προστεθούν περί τα 160.000 τ.μ.

Σύμφωνα με την Cushman & Wakefield (μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες real estate και consulting παγκοσμίως), στην Ελλάδα 50 τ.μ. μεικτής εκμισθώσιμης επιφάνειας αντιστοιχούν σε 1.000 κατοίκους, ενώ ο ευρωπαϊκός μ.ό. ξεπερνά τα 200 τ.μ./1.000 κατοίκους. Ως προς την ανάπτυξη νέων εμπορικών επιφανειών, η Ελλάδα κατατάσσεται προτελευταία, πριν από τη Σλοβενία, αλλά μετά τη Μεγ. Βρετανία και το Βέλγιο. Τα malls θα αναπτύσσονταν ραγδαία αν δεν έπεφταν στη χρηματοπιστωτική κρίση. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το προσεχές έτος η ανάπτυξη νέων εμπορικών κέντρων στην Ευρώπη εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας πενταετίας και ακόμη πιο δυσοίωνα είναι τα νέα για εργολάβους και κατασκευαστές για το 2011.

Μια «πόλη» στις παρυφές της πόλης, μέσα στην οποία καλλιεργείται μια νέα συλλογικότητα, υποταγμένη στην αγορά. Στο πάρκο πας με το ποδήλατο, με την εφημερίδα, με το κατοικίδιό σου, για να χαλαρώσεις. Στο mall για να ψωνίσεις - έστω και μόνο με τα μάτια.

Θα μπορούσε αυτό να είναι ένα ελπιδοφόρο μήνυμα για μια χώρα που αποθεώνει το ιδιωτικό, περιφρονώντας βαθύτατα το δημόσιο; Το παρελθόν μας δεν επιτρέπει μεγάλη αισιοδοξία. «Πάντα η ανοικοδόμηση εδώ γινόταν σε βάρος του δημόσιου χώρου» θα πει η Φωτεινή Μαργαρίτη. «Στην Αμερική, αλλά και στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, σήμερα προβληματίζονται βαθύτατα για τα malls και τις πόλεις-υπνωτήρια και προσπαθούν όλο αυτό να το αλλάξουν. Ολόκληρες περιοχές της πόλης αναπλάθονται και μετατρέπονται σε πάρκα και άλλους χώρους δημόσιας χρήσης. Προσπαθούν με κάθε τρόπο να διευκολύνουν τους κατοίκους να ξανακατακτήσουν το κέντρο της πόλης και να έρθουν σε επαφή με τη φύση στην πιο αυθεντική της μορφή. Δεν θα δείτε πουθενά καινούργιες πλατείες με πλακοστρώσεις και εξωραϊσμούς, παγκάκια, πλακάκια και βίντεο γουόλ, χωρίς ίχνος χώματος, όπως κάναμε εμείς με την Ομόνοια ή το Μοναστηράκι. Δυστυχώς, έχουμε αποτύχει. Η πόλη κατατρώει το βουνό, δεν ανοίξαμε το παραλιακό μέτωπο, χτίζεται ο Ελαιώνας, η τελευταία τράπεζα γης του κέντρου».

«Κάθε μέρα στη χώρα μας ένας δημόσιος χώρος απελευθερώνεται ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς, τους όρους και τις προϋποθέσεις εκμετάλλευσής του και εμπορευματοποιείται» γράφει η καθηγήτρια της Αρχιτεκτονικής Σχολής του ΕΜΠ Ελένη Πορτάλιου. «Αυτό γίνεται στις παραλίες, τις πλατείες και τους πεζοδρόμους, που γεμίζουν τραπεζοκαθίσματα, και στους αδόμητους δημόσιους χώρους που παραχωρούνται σε ιδιώτες. Νεότερα, διατηρητέα μνημεία κατεδαφίζονται, δια- τηρητέα κτίσματα αποχαρακτηρίζονται, η δόμηση πλησιάζει σε απόσταση αναπνοής αρχαιολογικούς χώρους, τα σχέδια πόλης επεκτείνονται στα δάση, τα δάση καίγονται ή αποχαρακτηρίζονται».

«Γι’ αυτό κι εμείς διεκδικήσαμε με τόσο πάθος αυτό εδώ το παρκάκι. Για να δείξουμε πως είμαστε αποφασισμένοι να διεκδικήσουμε τον δημόσιο χώρο και τα δικαιώματά μας. Γι’ αυτό, άλλωστε, πολύ συχνά τις νύχτες η αστυνομία μάς επιτίθεται χωρίς λόγο». Η Δανάη και ο Πέτρος δεν ζουν στα Εξάρχεια, αλλά αράζουν σχεδόν καθημερινά στο πάρκο που δημιούργησαν οι κάτοικοι στη Ναυαρίνου, δεντροφυτεύοντας ένα εγκαταλειμμένο πάρκινγκ. «Ο Δεκέμβρης έθεσε πολλά ζητήματα, κι ένα απ’ αυτά που αντιμετώπισε πιο δημιουργικά το κίνημα ήταν οι δημόσιοι χώροι. Αυτό το πάρκο είναι σπορά του Δεκέμβρη. Ισως γι’ αυτό το αγαπάμε τόσο. Δεν είναι μόνον ο χώρος, είναι και ο συμβολισμός» λέει η Δανάη.

Ο ερευνητής του ΕΚΚΕ Κάρολος Ιωσήφ Καβουλάκος μελετά τα κινήματα της πόλης για την προστασία και διεκδίκηση δημόσιων χώρων. Στο πλαίσιο έρευνας του Ινστιτούτου Αστικής και Αγροτικής Κοινωνιολογίας του ΕΚΚΕ για τους κοινωνικούς και χωρικούς μετασχηματισμούς στην Αθήνα του 21ου αιώνα, ο Καβουλάκος εξηγεί πώς η Αθήνα έγινε η ασφυκτική πόλη τού σήμερα. «Το πρόβλημα της έλ- λειψης δημόσιων χώρων εντάθηκε και ώς έναν βαθμό έλαβε νέα μορφή κατά την τελευταία δεκαπενταετία και ιδιαίτερα μετά την ανάληψη της διοργάνωσης των Ολυμπιακών. Τα σχέδια για τη βιώσιμη ανάπτυξη της πόλης που είχαν εκπονηθεί κατά τη δεκαετία του ’80 εγκαταλείφθηκαν. Τη θέση τους πήραν, αφ’ ενός, πολιτικές που υιοθετούν στοιχεία της αποκαλούμενης “επιχειρηματικής πόλης”, στο πλαίσιο της προσπάθειας εισόδου της Αθήνας στον παγκόσμιο ανταγωνισμό μεταξύ πόλεων για την προσέλκυση επενδύσεων και την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, και, αφ’ ετέρου, η αποκαλούμενη “φεστιβαλοποίηση” της αστικής πολιτικής μετά την ανάληψη της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων. Στο πλαίσιο αυτό εφαρμόστηκαν νέες πολιτικές πρακτικές, κύρια στοιχεία των οποίων είναι η εμπο- ρευματοποίηση και η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων χώρων, οι συμπράξεις ιδιωτικού και δημόσιου τομέα και η εξασφάλιση καλύτερων προϋποθέσεων για ιδιωτικές επενδύσεις».

Σ’ αυτήν την πόλη των επιχειρήσεων, των φεστιβάλ και των πανηγυριών, τα τελευταία χρόνια φαίνεται πως δίνουν ζωή οι μετανάστες. Αυτό είναι φυσικό, αφού το κέντρο της πόλης είναι ανοιχτό, εύκολο στην πρόσβαση και δωρεάν. Η χρήση του ιστορικού κέντρου από τους μετανάστες έχει καταγραφεί σε όλες τις χώρες που έχουν δεχτεί μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα μεταπολεμικά, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Σουηδία. «Για να φτάσω στο σπίτι πρέπει να περάσω από το κέντρο της πόλης, τη μεγάλη λεωφόρο, με τις ρεκλάμες, τα καταστήματα, τα μπαρ, τις βιτρίνες. […] Στέκομαι μπροστά σ’ αυτές τις γεμάτες, τις ωραίες βιτρίνες, χαζεύω, μαγεύομαι, τις αφήνω να με διαφθείρουν όσο θέλουν. […] Είμαι καταναλωτής. Για μένα τέτοια ώρα στη λεωφόρο, που δεν έχω πουθενά να πάω – είμαι καταναλωτής θα πει πως υπάρχω». Το απόσπασμα είναι από το «Διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή και περιγράφει τη συνήθη διαδρομή του έλληνα μετανάστη στη Στουτγάρδη. Θα μπορούσε, όμως, να είναι η βόλτα ενός Πακιστανού στην Ομόνοια. «Η Ομόνοια είναι η πλατεία που λειτούργησε ως η μεγάλη είσοδος μεταπολεμικά της ελληνικής επαρχίας στην πρωτεύουσα. Σήμερα τη θέση των επαρχιωτών, καταλαμβάνουν οι ξένοι μετανάστες. Η υποβάθμιση της Ομόνοιας και του κέντρου που αποδίδεται στους ξένους, στην πραγματικότητα οφείλεται στην εγκατάλειψη της πόλης» λέει η Φωτεινή Μαργαρίτη. «Από το ’80 και μετά τα ανερχόμενα κοινωνικά στρώματα μετακομίζουν προς τα περίχωρα. Παλιά το όνειρο ήταν το διαμέρισμα, τώρα η μεζονέτα. Και στις δύο περιπτώσεις ο μεγάλος χαμένος είναι ο δημόσιος χώρος. Η πόλη υποβαθμίζεται τραγικά. Αυτό δίνει και το νέο άλλοθι. Δημιουργείται μια ατμόσφαιρα του τύπου “για όλα φταίνε οι ξένοι”. Είναι στοιχείο δημοκρατίας και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων η ανάπτυξη και η ελεύθερη πρόσβαση όλων των ανθρώπων στους δημόσιους χώρους».

Από τα μνημεία της Επανάστασης στα μνημεία της κατανάλωσης. Σήμερα τόσο τα αγάλματα όσο και τα πάρκα έπαψαν να είναι σημεία αναφοράς για την πόλη. Γιατί πού θα δώσεις ένα ραντεβού; Κάτω από έναν ανδριάντα ή έξω από ένα εμπορικό κέντρο;

Ο άγγλος αρχιτέκτονας R. Rogers («Cities for a small planet», 1997) υποστηρίζει ότι «τα ανθρώπινα δικαιώματα δημιουργούν την ελευθερία του δημόσιου χώρου. Χωρίς αυτά ο δημόσιος χώρος είναι απάτη». Στην Αθήνα οι μετανάστες διώκονται είτε με καθημερινούς ατο- μικούς ελέγχους είτε με επιχειρήσεις «σκούπα» ή σπρώχνονται σε περιοχές που λειτουργούν με όρους γκέτο.

Η Φωτεινή Μαργαρίτη μιλά για ένα επικίνδυνο παιχνίδι: «Οι περιοχές “υποβαθμίζονται” (και στη συνέχεια οι μετανάστες εκδιώκονται), για να “αναπλασθούν” με όρους ακραίας εμπορευματοποίησης. Κι αυτό το παιχνίδι τον τελευταίο έναν χρόνο έχει γίνει πολύ πολύ επικίνδυνο. Αφ’ ενός, ολόκληρα τμήματα του κέντρου μετατρέπονται σε γκέτο, που προξενούν φόβο. Και, από την άλλη, το ειδυλλιακό όνειρο της μεζονέτας μέσα στο δάσος μετατρέπεται με την τελευταία φωτιά σε εφιάλτη. Ωστόσο, μια μεγάλη φυσική ή κοινωνική ή πολεμική καταστροφή, όπως έχουν δείξει πολλά ιστορικά παραδείγματα πόλεων, μπορεί να μας οδηγήσει να δούμε την Αθήνα με ένα νέο πνεύμα, ξεκινώντας από την ίδια την πόλη και τους δημόσιους χώρους της».

Διαβάστε

…………..1…………..

Η. Lefebvre, «Δικαίωμα στην πόλη – Χώρος και Πολιτική», εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1977

Ο γάλλος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος αντιλαμβάνεται το χώρο ως μια σύνθετη κοινωνική κατασκευή, θεμελιώδη για την αναπαραγωγή της κυριαρχίας της άρχουσας τάξης εντός του καπιταλιστικού συστήματος.

Πληκτρολογήστε

…………..2…………..

http://www.reconstruction.gr/actions_dtls. php/41

Στο κείμενο «Το ιδιωτικό και το δικό του», που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αρχιτέκτονες» το 2002, ο αρχιτέκτονας Νίκος Καζέρος εξετάζει την εμπορευματοποίηση του αστικού τοπίου, που θέλει τον αστικό χώρο να ανήκει στον ιδιωτικό χώρο και να εξασφαλίζει τα οικονομικά του συμφέροντα, τάση την οποία αντιπαλεύουν τα κινήματα διεκδίκησης του δημόσιου χώρου.

 

 

Βιβλιογραφία

  • M. Jeffrey Hardwick, Mall Maker: Victor Gruen, Architect of an American Dream, University of Pennsylvania Press, Philadelphia 2004
  • Nam-Son Ngo-Viet, The Integration of the Suburban Shopping Center with its Surroundings: Redmond Town Center, University of Washington, 2002 (Dissertation)
  • Mary Dalessandro – Laurence A. Alexander, Strategies for stopping shopping centers : a guidebook on minimizing excessive suburban shopping center growth,Downtown Research & Development Center,New York 1980

 

 

Σύνδεσμοι