Τρομοκράτες ετών … 15
(φωτογραφίες Γεώργιος Μάκκας)
«Τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγάνε τους αστούς». Οταν ο Νίκος Γκάτσος έγραφε αυτούς τους στίχους, ασφαλώς δεν είχε κατά νου την περίπτωση της Λάρισας: 19 ανήλικοι συνελήφθησαν, ξυλοκοπήθηκαν, ταπεινώθηκαν και παραπέμπονται σε δίκη με τον τρομονόμο! Το «έγκλημά» τους είναι αποτρόπαιο: σκέφτηκαν, αμφισβήτησαν, διαδήλωσαν, όπως δεκάδες χιλιάδες ανήλικοι και ενήλικοι σ’ όλη τη χώρα στο ξέσπασμα του Δεκέμβρη. Πρόκειται περί «αστοχίας» -της Πολιτείας- ή περί μηνύματος με πολλούς, πάμπολλους αποδέκτες;
Η πρώτη έκπληξη είναι τα σεμέν, τα κοφτά κεντήματα, τα πορτοκαλί καλύμματα στους ζαχαρί καναπέδες και τα πλαστικά λουλούδια. Αλλά κάθε γιάφκα χρειάζεται την κάλυψή της, σωστά; Στο τέρμα ενός στενού και μακριού διαδρόμου, στην τελευταία πόρτα αριστερά με περιμένει η τελευταία -και πιο επικίνδυνη;- τρομοκράτισσα της Ελλάδας.
Αυτή η γυναίκα, λέει η αστυνομία, μαζί με άλλους 18 συντρόφους της παρέδωσαν την πόλη της Λάρισας στο χάος και την αταξία τη νύχτα της 8ης Δεκεμβρίου. Με βόμβες και λοστούς έκαψαν τράπεζες, επιτέθηκαν στο ταχυδρομείο και στο δημαρχείο, αναστάτωσαν ολόκληρο το εμπορικό κέντρο. Αντρες των ΜΑΤ και αστυνομικοί της Ασφάλειας συνέλαβαν για τα επεισόδια 19 άτομα, εκ των οποίων οι δύο γυναίκες. Οδηγήθηκαν αμέσως στο Μεταγωγών κι από εκεί στην Ασφάλεια. Τα ζιζάνια τα καταστρέφεις όσο είναι μικρά. Στην περίπτωση της Λάρισας, στην κυριολεξία.

ΓΙΑΝΝΗΣ Τον έσερναν από το γιακά πάνω σε σπασμένα γυαλιά. Οταν άρχισε να ουρλιάζει, ένας αστυνομικός τού έριξε μπουνιές στο πρόσωπο και στο στομάχι.
Ο εισαγγελέας απεφάνθη πως οι συλληφθέντες είναι επικίνδυνοι για την κοινωνία, την τάξη και την ασφάλεια της χώρας. Εκτός του να «συμμετέχουν σε δημόσια συνάθροιση πλήθους», να «καίνε τράπεζες», να «σπάνε υαλοπίνακες περιπτέρου», να «τραυματίζουν αστυνομικό», όπως αναφέρει το κατηγορητήριο, «είχαν τεχνικό εξοπλισμό που τους επέτρεπε να παρεμβάλλονται στη συχνότητα της αστυνομίας και να τραγουδάνε απειλητικά τραγούδια». Και «με κοινή συναπόφαση απηύθυναν προς τους αστυνομικούς τις φράσεις “μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι”».
Κι ακόμα δεν είδατε τίποτα… Συμμετείχαν στη «συγκρότηση δομημένης και με διαρκή δράση ομάδας, η οποία λειτουργούσε σε οργανωμένη βάση και με κατανεμημένους ρόλους, που επεδίωκε τη διάπραξη εμπρησμών». Τα δε μέλη της οργάνωσης «εναλλάσσονταν, με συνέπεια να μπορεί και να δρα μετά τη σύλληψη κάποιων». Φως φανάρι, εδώ πρέπει να ενεργοποιηθεί το άρθρο 187 του Π.Κ., όπως τροποποιήθηκε με τους νόμους 2928/2001 και 3251/2004 – γνωστότερο ως «τρομονόμος». Ο δικαστικός λειτουργός απήγγειλε το ίδιο πανομοιότυπο κατηγορητήριο σε όλους τους κατηγορούμενους κι από τότε 4 παιδιά βρίσκονται στη φυλακή. Τα υπόλοιπα πήγαν στα σπίτια τους με περιοριστικούς όρους. Κάποιοι κατέβαλαν μέχρι και 5.000 ευρώ ως εγγύηση, κάποιοι άλλοι εμφανίζονται στο τμήμα την 1η κάθε μήνα. Ο μικρότερος τρομοκράτης είναι 14 χρόνων, ο μεγαλύτερος 19!
«Εχει αλλάξει όλη μας η ζωή. Κάθε φορά που ο γιος μου βγαίνει από το σπίτι, τον ρωτάω αν πήρε την ταυτότητά του. Κι όταν φοράει φούτερ με κουκούλα, τρέμω. Πάει στην τρίτη λυκείου και πάντα του λέγαμε να μην έχει άγχος με τις πανελλήνιες, πως αν δεν περάσει μπορεί να φύγει στο εξωτερικό. Τώρα δεν μπορεί να πάει πουθενά ούτε για διακοπές. Του έχει απαγορευθεί η έξοδος από τη χώρα». Η Ελενα είναι η μαμά ενός από τους τρομοκράτες.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Είναι ο τελευταίος από τους συλληφθέντες. Τον παρακολούθησαν και τον έπιασαν κάποια μέτρα μακριά από το σπίτι του.
Συνάντησα πρώτα τους γονείς τους ασφαλώς, αφού είναι όλοι ανήλικοι. Στο κεντρικό καφέ που συναντηθήκαμε θυμήθηκα τα λόγια του Καμί στην «Κατάσταση πολιορκίας»: το θεμέλιο της δικτατορίας είναι ένα φάντασμα, ο φόβος. Τώρα οι γονείς των παιδιών φοβούνται. Φοβούνται την ντροπή να το μάθουν οι γείτονές τους. Φοβούνται το στίγμα που μπορεί να αντιμετωπίσουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Φοβούνται το ειδικό δικαστήριο που θα συσταθεί για να δικάσει τα παιδιά τους, όπως σε κάθε περίπτωση τρομοκρατίας. Φοβούνται πως οι τράπεζες θα τους μηνύσουν για να πάρουν αποζημιώσεις. Πιο πολύ απ’ όλα, φοβούνται τη σιωπή των ίδιων των παιδιών.
«Πυροβολήστε πρώτα τις γυναίκες» ήταν η ανεπίσημη εντολή της γερμανικής αστυνομίας στους άντρες της στην περίπτωση που έρθουν αντιμέτωποι με ομάδα τρομοκρατών. Χτυπάω την πόρτα της μιας από τις δύο τρομοκράτισσες της Λάρισας. Σκέφτομαι ότι, αν καταδικαστεί με το μίνιμουμ ποινής για καθεμία από τις κατηγορίες που της αποδίδονται, το σύνολο της ποινής της θα φτάσει τα 25 χρόνια φυλακή.
Ανοίγω την πόρτα και προσπαθώ να την ξεχωρίσω μέσα σ’ ένα χάος από ρούχα πεταμένα παντού και δεκάδες λούτρινα αρκουδάκια. Είναι ντυμένη στα μαύρα, φοράει σταράκια, από το λαιμό της κρέμεται μια αλυσίδα με το κουνελάκι του πλέιμποϊ. Κοιτάζει συνεχώς το πάτωμα. Η βιβλιοθήκη της είναι γεμάτη φωτογραφίες. Αγόρια και κορίτσια που χασκογελάνε και φιλιούνται. Δίπλα στα λυσάρια και τα βιβλία της έχει γράψει με μαρκαδόρο ένα τραγούδι. «Καταντήσατε ό,τι σιχαθήκατε. Κάπου χαθήκατε, το γυρισμό δεν βρήκατε. Πρέπει να στενοχωριέμαι; Εχω πληγές από εσάς και δεν ξεχνιέμαι».
Δεν σηκώνει καν τα μάτια της να με κοιτάξει. «Είναι μια γελοία υπόθεση. Δεν βλέπω γιατί θα πρέπει να μιλήσω. Το είπα στον μπαμπά μου πως δεν θέλω να σας μιλήσω, δεν θέλω να μιλάω σε κανέναν γι’ αυτά, θέλω να μην τα σκέφτομαι, δεν θέλω να τα έχω ζήσει εγώ αυτά». Η Πένυ είναι – δεν είναι 15 χρόνων. Ενα και πενήντα, καμιά 40αριά κιλά, το κοριτσάκι που κάθεται απέναντί μου οκλαδόν πείθεται να μας μιλήσει μόνο για έναν λόγο: «Για να μάθουν τα υπόλοιπα παιδιά στην Ελλάδα τι έγινε εδώ».

ΠΕΝΥ Την κύκλωσαν άντρες ντυμένοι σαν αναρχικοί. Αρχισαν να τη βρίζουν και να την κλοτσάνε. Το ίδιο και η διμοιρία των ΜΑΤ που έσπευσε επί τόπου!
Εδώ έγινε της Αθήνας σε μικρότερο βαθμό, με μικρότερη ένταση, με μικρότερη διάρκεια. Το πρωί της 8ης Δεκεμβρίου εκατοντάδες εξαγριωμένοι από τη δολοφονία του Αλέξη πιτσιρικάδες βγήκαν στους δρόμους αυτής της φιλήσυχης πόλης του κάμπου, με τη μεγαλύτερη αναλογία καφετεριών ανά κάτοικο της χώρας. Το απόγευμα της ίδιας μέρας διοργανώθηκε και δεύτερη πορεία, αυτήν τη φορά από φορείς και οργανώσεις. Δύο χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στο δρόμο, ανάμεσά τους και αρκετά παιδιά. Κάποιοι από τους διαδηλωτές άρχισαν να τα σπάνε. Η πόλη δεν είχε ποτέ της ξαναδεί τέτοια γεγονότα. Με το που άρχισαν τα επεισόδια, η πορεία διαλύθηκε όπως όπως. Ασύνταχτοι και τρομαγμένοι, οι άνθρωποι προσπαθούσαν να φύγουν από το κέντρο. Κάποιοι άλλοι χάζευαν αυτό που συμβαίνει. Εδώ, όπως και στην Αθήνα, όσοι τα έσπαγαν δεν είναι απαραιτήτως αυτοί που συνελήφθησαν.
Η Πένυ είχε πάει στην πρωινή πορεία. Το απόγευμα ξαναβγήκε για να βρει τους φίλους της κι έπεσε πάνω στα επεισόδια που είχαν ήδη αρχίσει. «Ξαφνικά με κύκλωσαν κάτι άντρες ντυμένοι σαν αναρχικοί. Με πέταξαν πάνω σ’ ένα παγκάκι. Αρχισαν να με βρίζουν και να με κλοτσάνε. Ηρθε τρέχοντας μια διμοιρία των ΜΑΤ. Αρχισαν να με κλοτσάνε κι αυτοί. Ντρέπομαι να σου πω τι μου έλεγαν». Σε λίγο θα αρχίσει να μου λέει. Ντρέπομαι που ακούω. Της έβρισαν το σπίτι, της έβρισαν τη μάνα, την έβρισαν που είναι κορίτσι. Πονούσε πολύ και φοβόταν – αφού ο κόσμος γύρω ήταν μια κόλαση από φλεγόμενους κάδους, και βόμβες μολότοφ, και κροτίδες κρότου λάμψης, και δακρυγόνα, και τον ήχο από γυαλιά που σπάνε, και πέτρες. Τη συνέλαβαν.
Την ίδια ακριβώς ώρα ο Πέτρος έβγαινε από το φροντιστήριό του, που βρίσκεται πάνω στην κεντρική πλατεία. Οι άντρες της Ασφάλειας με το γερακίσιο μάτι τους τον εντόπισαν αμέσως: φορούσε κουκούλα και στην πλάτη του είχε σακίδιο! Τα μακριά του μαλλιά διευκόλυναν κατά πολύ το έργο της αστυνομίας, αφού τραβώντας τον απ’ αυτά τον έσυραν στο κρατητήριο. Ο Γιάννης, πάλι, που δεν έχει μακριά μαλλιά ούτε φορούσε κουκούλα, τους δυσκόλεψε λίγο. Μάλλον γι’ αυτό τον έσερναν από το γιακά πάνω σε σπασμένα γυαλιά. Κι επειδή είναι και αυθάδης και ούρλιαζε, «Τι με τραβάτε, ρε, αφήστε με ήσυχο!», τον έστησαν στα πόδια του 4 αστυνομικοί, ενώ ο πέμπτος τού έριχνε μπουνιές στο στομάχι και στο πρόσωπο, μπας και μάθει τρόπους, το κακομαθημένο.
Ο Πέτρος είναι ο πρώτος που συνελήφθη κατά τις 8 το βράδυ. Οπως και τα περισσότερα 16χρονα, δεν είναι αυτό που οι μεγαλύτεροί τους θα έλεγαν «πολιτικοποιημένος». Δεν ανήκει σε καμία κομματική νεολαία, δεν είχε καμία ακτιβιστική δράση, δεν συμμετείχε καν στο 15μελές του σχολείου του. Πηγαίνει στο σχολείο του τα πρωινά, στο φροντιστήριο τα απογεύματα και σερφάρει με τις ώρες στο ίντερνετ. Τον συνάντησα στο σπίτι των γονιών του. «Μας έριξαν στο κρατητήριο στο απόλυτο σκοτάδι. Τα μικρότερα παιδιά έκλαιγαν και ζητούσαν τη μαμά τους. Οποιος περνούσε από μέσα μάς έριχνε κι ένα βρισίδι και καμιά σφαλιάρα, έτσι, στην τύχη. Είχαμε ήδη φάει όλοι έξω πολύ ξύλο, πολλά δακρυγόνα. Ενα αγόρι ήταν μες στα αίματα, ζητούσε να δει γιατρό. Οταν κάποιος ζήτησε ένα ποτήρι νερό, ο φύλακας του το έφερε και την ώρα που του το έδινε έφτυσε μέσα».
Ο Αλέξανδρος είναι ο τελευταίος από τους συλληφθέντες. Τον παρακολούθησαν και τον έπιασαν κάποια μέτρα μακριά από το σπίτι του. «Οταν έφτασα στο κρατητήριο κατάλαβα πως δεν ήμουν ο μόνος άσχετος εκεί μέσα. Τις πρώτες ώρες καθόμουν εντελώς αμίλητος, σκεφτόμουν πόσο θα ντραπούν οι γονείς μου όταν το μάθουν. Μετά κατάλαβα πως αν δεν κάνουμε κάτι εμείς, οι μεγαλύτεροι, τα μικρότερα παιδιά θα πάθουν κάτι από τον πανικό. Αρχίσαμε να μιλάμε για διάφορα και να κάνουμε πλάκα. Σκέψου πως έναν πιτσιρικά τον έπιασαν γιατί την ώρα των επεισοδίων πήρε μια πορτοκαλάδα από ένα σπασμένο ψυγείο. Εντελώς παράλογο».

ΠΕΤΡΟΣ Τον συνέλαβαν μόλις έβγαινε από το φροντιστήριο. Τα μακριά του μαλλά διευκόλυναν το έργο της αστυνομίας: τον έσυραν από αυτά στο κρατητήριο.
«Φορούσαμε όλοι χειροπέδες στην αρχή, εντάξει. Αλλά εκείνο το αγόρι που το είχαν δέσει με τις χειροπέδες από τα κάγκελα και του έριχναν σφαλιάρες δεν το λυπήθηκαν; Κι έναν άλλο κακομοίρη που του έσκαγαν κλοτσιές με τις επιγονατίδες τα ΜΑΤ στο σαγόνι… Ζητούσαμε να πάρουμε τηλέφωνο τους γονείς μας και δεν μας το επέτρεπαν». Οσο οι ώρες περνάνε η Πένυ τρομοκρατείται όλο και περισσότερο. Οπως και οι γονείς των παιδιών. Αρχίζουν να ψάχνουν τα νοσοκομεία, κάποιοι βγήκαν στους δρόμους κι έψαχναν για παιδιά τραυματισμένα ή και νεκρά. Κανένας δεν τους ειδοποίησε ποτέ. Ενας ένας, εντελώς απελπισμένοι πια, φτάνουν στην Ασφάλεια, μπας και βρουν τα παιδιά τους εκεί.
«Ηταν το πιο εξευτελιστικό πράγμα που έχω ζήσει ποτέ. Καθόμασταν όλοι μαζί λουφαγμένοι και περιμέναμε να τα δούμε. Μας φώναζαν και τα βλέπαμε μέσα από ένα μικρό παραθυράκι, ίσα που φαινόταν το πρόσωπό τους. Τους δώσαμε χρήματα για να μπορέσουν να παραγγείλουν φαγητό απ’ έξω. Τις επόμενες μέρες, όποιος πήγαινε στο παιδί του δέμα το έκαναν φύλλο και φτερό, λες και θα κρύβαμε μέσα… λίμες για να δραπετεύσουν». Η μαμά του Γιάννη είναι Βορειοηπειρώτισσα και ξέρει καλά από εξευτελισμούς. Τώρα ντρέπεται να πει τι συμβαίνει στο παιδί της ακόμα και στην ίδια της την αδελφή. Πόσω μάλλον στην αφεντικίνα της. «Οταν τα έδειξε η τοπική τηλεόραση, η αφεντικίνα μου έλεγε καλά τους κάνουν, τους ταραξίες, τους κουκουλοφόρους. Πώς να της πω ο γιος μου είναι αυτός, το γιο μου τραβάνε εκεί; Είναι καλό παιδί, όλα τα παιδιά είναι καλά, αλλά θύμωσαν. Εμείς φταίμε που θύμωσαν, εμείς τους χαλάσαμε τον κόσμο και θύμωσαν. Αλλά είμαι ξένη. Κι οι ξένοι σκύβουν το κεφάλι και δεν μιλάνε. Ετσι τα μεγάλωσα τα παιδιά μου. Τους έλεγα πάντα, δεν μας θέλουν εδώ, να σκύβετε το κεφάλι και να μη μιλάτε».
«Αυτό ακριβώς το πράγμα δεν άντεχα, να μη μιλάω, να νομίζουν όλοι πως είμαστε κρυμμένοι στα κομπιούτερ μας και δεν καταλαβαίνουμε» θα μου πει ο Αλέξανδρος, που, αν και Ελληνας, «νιώθω ξένος στην ίδια μου τη χώρα. Ολοι οι πολίτες είμαστε υπό διωγμό, Ελληνες και ξένοι. Είμαι 17,5 χρονών και σε λίγους μήνες ψηφίζω. Μας περνάνε για εντελώς ηλίθιους; Τα βλέπαμε όλα και τα καταλαβαίναμε όλα. Βλέπαμε το Βατοπέδι, βλέπαμε τους υπουργούς με τις Μερσεντές την ώρα που οι δικοί μου οι γονείς ξεφτιλίζονται και παρακαλάνε για δουλειά, παρακαλάνε στα νοσοκομεία, παρακαλάνε παντού για τα πάντα… Αυτό με εξαγρίωσε περισσότερο: η λαμογιά, η αδικία και η ατιμωρησία».
Το δωμάτιο του Αλέξανδρου είναι γεμάτο με αφίσες των Ρόλινγκ Στόουνς, των Πρόντιτζι, του Μέιτριξ, και μπάλες του μπάσκετ. Αυτό το παιδί, όπως και όλα τα υπόλοιπα που έπιασαν στη Λάρισα, μεγάλωσε απότομα μέσα σε μια νύχτα. Τότε που στο λεξιλόγιό του βρήκαν θέση λέξεις όπως «ανακρίτρια, εισαγγελέας, τρομοκρατία, ασφαλίτες, δικαστήριο». «Δεν τα έσπαγα, δεν έβαλα φωτιές, δεν πέταξα μολότοφ. Αλλά δεν πρόκειται να πω και ψέματα πως δεν πήγα στην πορεία. Ασφαλώς και πήγα, και όχι μόνο για το παιδί. Η δολοφονία ήταν η αφορμή».
Μετά από δυο μέρες στα κρατητήρια, τα παιδιά οδηγήθηκαν στον εισαγγελέα. «Α, η μεταφορά μας από το κρατητήριο του Μεταγωγών στην Ασφάλεια ήταν μια υπερπαραγωγή, με τζιπ και μοτοσυκλέτες και πολλές κλοτσιές» θα μου πει ο Πέτρος. Και θα με διορθώσει: «Δεν μας πήγαν στον εισαγγελέα, εκείνος ήρθε στην Ασφάλεια, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ… Πολλοί από μας απολογήθηκαν χωρίς την παρουσία δικηγόρου, ενώ η ανακρίτρια δεν δέχτηκε καν μάρτυρες υπεράσπισης».
Στο σπίτι του Γιάννη δυο μανάδες προσπαθούν να παρηγορήσουν η μια την άλλη. Η μάνα του Γιάννη τρέμει, γιατί στο παιδί της ήρθε χαρτί για απέλαση από τη χώρα. «Να φύγω και να πάω πού; Ηρθαμε στην Ελλάδα όταν ήμουν 1 έτους, δεν μιλάω αλβανικά, δεν έχουμε σπίτι εκεί πέρα» μου λέει. Ο Γιάννης είναι θύμα της παρανομίας που διαπράττει η Ελλάδα με τους μετανάστες δεύτερης γενιάς – που, παρ’ ότι γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν εδώ, δεν τους αναγνωρίζει κανένα δικαίωμα. «Μην κάνεις έτσι» παρηγορεί τη μάνα του Γιάννη η μαμά του Γιώργου. «Το δικό μου παιδί είναι στη φυλακή».
«Ολοι οι πολίτες μπορούν υπό κάποιες συγκυρίες να γίνουν δυνάμει ύποπτοι και να υποστούν τις συνέπειες των ανελεύθερων ρυθμίσεων του σχεδίου αυτού αν γίνει νόμος του κράτους» προειδοποιούσε ο καθηγητής Μανωλεδάκης, αποχωρώντας από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή το 2001. Το σχέδιο έγινε νόμος του κράτους και, σήμερα, δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια 19 παιδιών.
Ακόμα κι αν το κατηγορητήριο, μες στη σαθρότητά του, δεν σταθεί, ακόμα κι αν εκδοθεί απαλλακτικό βούλευμα (όπως πολλοί ελπίζουν), το «πείραμα» της Λάρισας έχει ήδη αποδώσει: 19 παιδιά εξευτελίστηκαν και βασανίστηκαν σε αστυνομικά τμήματα. Τις νύχτες βλέπουν εφιάλτες κι οι μανάδες τους τους απαγορεύουν ακόμα και να πάνε ώς το γήπεδο ή να βγουν έξω φορώντας κουκούλα. Το πέπλο του φόβου δεν απειλεί να καλύψει μόνο την ανυποψίαστη πόλη του θεσσαλικού κάμπου. Ο τρομονόμος είναι ίσως το πιο επικίνδυνο χημικό που μπορείς να χρησιμοποιήσεις εναντίον των πολιτών μιας χώρας. Οπως σημειώνει σε ανακοίνωσή της η Επιτροπή Συνταγματικών Δικαιωμάτων Μελών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, «ο αντιτρομοκρατικός νόμος ποινικοποιεί το πολιτικό φρόνημα και στοχοποιεί ως τρομοκράτες πολίτες που αμφισβητούν τις κυρίαρχες πολιτικές επιλογές. Η εφαρμογή του κατά μαθητών και φοιτητών στη Λάρισα λειτουργεί απειλητικά για το σύνολο της κοινωνίας».
Βιβλιογραφία
- Νόμος 2928/2001: Τροποποίηση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις για την προστασία του πολίτη από αξιόποινες πράξεις εγκληματικών οργανώσεων (ΦΕΚ Α’ 141/27-6-2001)
- Νόμος 3251/2004: Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, τροποποίηση του ν. 2928/2001 για τις εγκληματικές οργανώσεις και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α΄127/9-7-2004)
Σύνδεσμοι
- Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης Συλληφθέντων Λάρισας
- Το κατηγορητήριο
- Συζήτηση στο Θεσσαλία TV (βίντεο)
- Ρεπορτάζ για τα γεγονότα στο Θεσσαλία TV, 10/1/2009. Βίντεο
Άρθρα της «Ελευθεροτυπίας»
- Οι «τρομοκράτες» μαθητές της Λάρισας (10/1/2009)
- Σε ομηρία για την εξέγερση του Δεκέμβρη (29/1/2009)
- Ο νέος εσωτερικός εχθρός (1/2/2009)
- Δικάζουν με τον τρομονόμο τους 11 ανήλικους της Λάρισας! (22/11/2010)
- Πανελλήνια συμπαράσταση στους 11 ανήλικους που δικάζονται με τον «τρομονόμο» (26/11/2010)
