Ρατσισμός: τα κάνει αόρατα

(φωτογραφίες Γιώργος Μουτάφης)

Ο Αμπντούλ είναι Σύρος κουρδικής καταγωγής. Δεν πάει σχολείο και φοβάται ότι μπορεί να απελαθεί ανά πάσα στιγμή. Προτίμησε να φωτογραφηθεί πίσω από ένα κομμάτι ύφασμα. «Είμαστε Ελληνες υπό προθεσία. Ζούμε σε καθεστώς ημιπαρανομίας» λέει ένας άλλος ανήλικος από τις Φιλιππίνες, που βρίσκεται στην Ελλάδα με το καθεστώς του πολιτικού πρόσφυγα, λόγω των διώξεων που έχουν υποστεί οι γονείς του. Ακόμη και αν γίνει φοιτητής, δύο χρόνια μετά το τέλος των σπουδών του θα θεωρηθεί μετανάστης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Το 13% του μαθητικού πληθυσμού της χώρας μας ζει σε καθεστώς ημιπαρανομίας. Διακόσιες χιλιάδες παιδιά μεταναστών δεν έχουν δικαιώματα (ούτε καν πιστοποιητικό γέννησης), παρά μόνο υποχρεώσεις – που περιλαμβάνουν πληρωμές παραβόλων, άδειες παραμονής, αλλά και τον μόνιμο κίνδυνο να απελαθούν μόλις ενηλικιωθούν, θεωρούμενα μετανάστες. Κι όμως, πολλά απ’ αυτά ζουν στη χώρα μας από τότε που γεννήθηκαν, σπουδάζουν στα ελληνικά σχολεία και πανεπιστήμια, αναπνέουν Ελλάδα. Η νομοθεσία μας, ωστόσο, τα καταδικάζει σε ασφυξία…

Οσο κι αν φαίνεται περίεργο, στην Ελλάδα μεγαλώνουν δυο λογιών Ελληνες. Αυτοί που έχουν δικαιώματα και οι άλλοι• αυτοί που δεν έχουν διαβατήριο. Αυτοί που δεν μπορούν να κάνουν το μεταπτυχιακό τους σε άλλη χώρα. Αυτοί που δεν μπορούν να συμμετάσχουν σε αθλητική ομάδα. Αυτοί που δουλεύουν στη μαύρη εργασία. Αυτοί που δεν ψηφίζουν. Είναι περίπου διακόσιες χιλιάδες παιδιά -περίπου όσα ο πληθυσμός της Πάτρας- που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα. Με την ενηλικίωσή τους για το ελληνικό κράτος γίνονται ξαφνικά «ξένοι». Χωρίς κανένα δικαίωμα, από τα 18 τους και μετά απλώς «εξαφανίζονται».

Δεν εξαφανίζονται ασφαλώς, μη γινόμαστε υπερβολικοί. Απλώς, σύμφωνα με τη νομοθεσία, αν εντός ενός έτους μετά την ενηλικίωσή τους δεν βρουν δουλειά, τότε τα χαρτιά τους παύουν να ισχύουν και δεν έχουν δικαίωμα να παραμείνουν στη χώρα. Γιατί τα παιδιά των μεταναστών που γεννιούνται στην Ελλάδα, που τα ελληνικά είναι η μητρική τους γλώσσα, που πηγαίνουν στο ελληνικό σχολειό, δεν είναι Ελληνες! Γιατί «δεν είμαστε εμείς ρατσιστές, αυτοί είναι ξένοι», και έτσι, κατά τη νομοθεσία μας, την ελληνική ιθαγένεια αποκτά μόνο το τέκνο Ελληνα ή Ελληνίδας. Ετσι, ο ελληνικός νόμος συνδέει την ιθαγένεια με το δίκαιο του αίματος, και όχι με το δίκαιο του τόπου γέννησης, που ακολουθεί η νομοθεσία των περισσότερων ευρωπαϊκών κρατών.

Η Μαριάννα, 20 ετών, από την Αλβανία, συστήνεται ως «γυναίκα, αριστερή, φεμινίστρια και Αλβανίδα, μια συνταγή καταστροφής». «Με ρωτάνε συχνά» μας λέει «αν θα ήθελα να να ζήσω εδώ ή να γυρίσω πίσω. Κι εγώ τους απαντώ: "Δεν έχει σημασία τι θέλω εγώ• το ελληνικό κράτος, έτσι κι αλλιώς, δεν θέλει εμένα"»

Αυτά είναι τα παιδιά που πρόσφατα είδαν το φως της δημοσιότητας ως «δεύτερη γενιά». Είναι το 13% του μαθητικού πληθυσμού πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το ελληνικό κράτος τούς αρνείται ακόμη και το πιστοποιητικό γέννησης. «Αυτό αποτελεί διεθνή εξαίρεση» μας εξηγεί η Σόνια Μητραλιά, συντονίστρια της ομάδας «Οχι στο ρατσισμό από την κούνια». Η ομάδα, που δημιουργήθηκε πριν τρία χρόνια, είναι η πρώτη πρωτοβουλία των μεταναστών για να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. «Ολη αυτή η ιστορία θα ήταν για γέλια αν δεν ήταν τραγική. Από τη μια ο πρωθυπουργός υπόσχεται στους πολίτες ελληνικής καταγωγής της μακρινής Αυστραλίας ότι θα μπορούν σύντομα να ψηφίζουν στις ελληνικές εκλογές. Και από την άλλη, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που γεννιούνται και ζουν στην Ελλάδα στερούνται όχι μόνο το δικαίωμα να ψηφίζουν, αλλά ακόμη κι ένα απλό πιστοποιητικό γέννησης! Μ’ άλλα λόγια, μπορεί ο κάθε επίσημος να υπερηφανεύεται για τους ελληνικής καταγωγής αμερικανούς, αυστραλούς ή γερμανούς πολίτες «που μεγαλουργούν στις νέες πατρίδες τους», αλλά οι αλβανικής, αφρικανικής ή ρωσικής καταγωγής νέοι Ελληνες δεν θα μπορέσουν ποτέ να «μεγαλουργήσουν» στη νέα πατρίδα τους, επειδή το κράτος δεν τους δίνει το δικαίωμα να γίνουν ισότιμοι πολίτες του!»

Ο Τζαμάλ, 15 ετών, από τις Σεϋχέλλες: «Μας αποκαλούν "μετανάστες δεύτερης γενιάς" και δεν το καταλαβαίνω. Εγώ δεν μετανάστευσα ποτέ• εδώ γεννήθηκα, ελληνικά μιλάω, εδώ πηγαίνω σχολείο

«Είμαστε το επόμενο μεγάλο κελεπούρι για τους πολιτικούς. Οπως ακριβώς συμβαίνει και με τη γενιά των 700 ευρώ, εκείνοι που μας έκαναν πολίτες β’ κατηγορίας εμφανίζονται τώρα ως σωτήρες. Ολοι θέλουν να μας σώσουν, όλοι κόπτονται για τα δίκαια αιτήματά μας». Η Μαριάννα είναι 20 χρονών, «γυναίκα, αριστερή, φεμινίστρια και Αλβανίδα, μια συνταγή καταστροφής», όπως μου συστήνεται γελώντας. «Εχουμε πολλά κοινά» ανταποδίνω κι εγώ το γέλιο, το οποίο θα μου κοπεί πολύ γρήγορα, όταν η Μαριάννα αρχίζει να μου διηγείται πώς πρωτοέφτασε στη χιονισμένη Αθήνα, Χριστούγεννα, πριν από 11 χρόνια. «Περπατήσαμε όλη τη διαδρομή με τη μάνα μου και τον αδερφό μου. Οταν φτάσαμε, μας έδεσαν και μας πήγαν στο αστυνομικό τμήμα. Η μάνα μου έπαθε νευρικό κλονισμό• για να τη βγάλουν από το κελί και να την πάνε στο νοσοκομείο, τη σήκωσαν μέσα σε ένα σεντόνι. Αυτήν την εικόνα δεν θα την ξεχάσω ποτέ, τη μάνα μου μέσα στο σεντόνι. Αυτή είναι η πρώτη μου εικόνα από την Ελλάδα». Παρ’ όλα αυτά, η Αθήνα έγινε η πατρίδα της, τα ελληνικά η γλώσσα της και τώρα η Μαριάννα σπουδάζει Νοσηλευτική. «Με ρωτάνε συχνά αν θα ήθελα να ζήσω εδώ ή να γυρίσω πίσω. Κι εγώ τους απαντάω: «Δεν έχει σημασία τι θέλω εγώ• το ελληνικό κράτος, έτσι κι αλλιώς, δεν θέλει εμένα»».

Λίγες μέρες αργότερα, σε ένα καφέ της Φωκίωνος Νέγρη, ακριβώς την ίδια απάντηση μου δίνει ο 15χρονος Τζαμάλ Ερνέστα από τις Σεϋχέλλες. «Δεν καταλαβαίνω γιατί μας αποκαλούν «μετανάστες δεύτερης γενιάς». Εγώ δεν μετανάστευσα ποτέ• εδώ γεννήθηκα, ελληνικά μιλάω, εδώ πηγαίνω σχολείο. Ποια είναι η πατρίδα μου, λοιπόν; Μου λένε να πάω πίσω στη χώρα μου. Μα η χώρα μου είναι εδώ!» Ο Τζαμάλ είναι αριστούχος και σπουδάζει με υποτροφία στο Μαράσλειο. Θέλει να γίνει γιατρός. Οταν τελειώσει το πανεπιστήμιο, αν δεν βρει δουλειά αμέσως θα πρέπει να φύγει από τη χώρα όπου μεγάλωσε και σπούδασε. Γιατί η χώρα τον διώχνει. Ο Τζαμάλ στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών πρέπει να μεταφράσει και να αναλύσει το κείμενο: «τόσο πολύ υπερέχει η πόλη μας στη σκέψη και το λόγο σε σχέση με την υπόλοιπη ανθρωπότητα, ώστε το όνομα των Ελλήνων να αναφέρεται όχι μόνο στο γένος, αλλά και στον τρόπο σκέψης, και να ονομάζονται Ελληνες περισσότερο εκείνοι που μετέχουν στην παιδεία μας, παρά εκείνοι που έχουν το ίδιο αίμα μ’ εμάς» (Ισοκράτη, Πανηγυρικός 50.1).

Μου λένε να πάω πίσω στη χώρα μου, αλλά η χώρα μου είναι εδώ». Η 12χρονη Μαρί από τη Σιέρα Λεόνε.

Ο Τζαμάλ, λοιπόν, μου μιλάει για κάποιον Κέβιν που σπούδασε δημοσιογραφία στο ελληνικό πανεπιστήμιο και τώρα είναι μεγάλο αστέρι της τηλεόρασης στις Σεϋχέλλες. «Και σε ρωτάω, θα είχε καμία τύχη ο Κέβιν στην Αθήνα; Θα μπορούσε να λέει τις ειδήσεις ένας μαύρος εδώ; Με τίποτα. Ομως, πρέπει να το καταλάβουν όλοι ότι σε 10 χρόνια οι ξένοι θα ζουν κανονικά στην Ελλάδα, και τότε μπορεί ο κολλητός του Προέδρου της Δημοκρατίας να είναι μαύρος. Θα πηγαίνει να δει τον κολλητό του στο προεδρικό μέγαρο, θα βγαίνουν μαζί φωτογραφίες, και θα του πει: «Ξέρεις, κολλητέ, δεν μπορώ να βγάλω ούτε πιστοποιητικό γέννησης!» Θα το αφήσει έτσι ο Πρόεδρος; Δεν νομίζω. Θα λυθεί!»

Γελάμε πολύ με τον Τζαμάλ και φανταζόμαστε εκείνη την ημέρα που η Ελλάδα θα αποκτήσει αφρικανούς δικαστές και αλβανούς αστυνομικούς, και φιλιππινέζες με- γαλοκυρίες θα έχουν ελληνίδες παραδουλεύτρες. Την ημέρα, δηλαδή, που, επιτέλους, θα έρθει ο κόσμος ανάποδα. Ως τότε η ελληνική κυβέρνηση ζητάει από 200.000 νέους να πληρώνουν 1.500 ευρώ παράβολο για την αίτηση για την υπηκοότητα, να υποβάλλουν αιτήματα παραμονής, να ανέχονται τις συλλήψεις και τους εξευτελισμούς από αστυνομικούς, να ζουν ημιπαράνομοι.

«Να στρωθούν να διαβάσουν για να περάσουν στο πανεπιστήμιο» μου έλεγε προ καιρού ελληνόφρων βουλευτής. «Τότε τους δίνουμε διορία 4-6 χρόνια». «Ναι, βεβαίως, και είμαστε ευγνώμονες» μου απαντά χαμογελώντας ειρωνικά ο Λ.Β. από τις Φιλιππίνες (τα στοιχεία του στη διάθεση του περιοδικού). Ο Λ.Β. είναι σε ελαφρώς καλύτερη μοίρα από τα υπόλοιπα παιδιά, γιατί ήρθε στην Ελλάδα ως πολιτικός πρόσφυγας. Οι γονείς του ήταν και οι δύο στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος, που αναγκάστηκαν να αυτοεξοριστούν λόγω δικτατορίας.

Η Μαρί με τη 14χρονη αδελφή της Στεφανία. Δύο από τα χιλιάδες παιδιά μεταναστών, στα οποία το μόνο δικαίωμα που δίνει η χώρα μας είναι αυτό του οικονομικού μετανάστη, καταδικάζοντάς τα να ζουν ως προσωρινοί κάτοικοι Ελλάδας και σε μόνιμο καθεστώς ημιπαρανομίας.

Ο Λ.Β. ήρθε εδώ μωρό και δεν έχει πάει ποτέ στις Φιλιππίνες. «Είμαστε πάντα Ελληνες υπό προθεσμία. Αν περάσουμε στο πανεπιστήμιο, η προθεσμία που μας δίνει το ελληνικό κράτος είναι λίγο μεγαλύτερη, δηλαδή τέσσερα ή πέντε χρόνια, που δεν χρειάζεται να δουλεύουμε. Αλλά και ως φοιτητές πρέπει να δίνουμε τα… διαπιστευτήριά μας: να ανανεώνουμε κάθε χρόνο την άδεια παραμονής, που κοστίζει 150 ― και να πιστοποιούμε ότι κάθε μήνα έχουμε στην τράπεζα 500 ―. Ζούμε σε διαρκές καθεστώς ημιπαρανομίας. Οι άδειες παραμονής δεν εκ- δίδονται σε λογικά χρονικά πλαίσια, με τα γνωστά αποτελέσματα (περιορισμένες και δύσκολες μετακινήσεις προς τη χώρα καταγωγής, προσαγωγή στα αστυνομικά τμήματα μέχρι να διαπιστωθεί η ισχύς της βεβαίωσης, δυσκολίες στη μίσθωση κατοικίας, στις συναλλαγές με το Δημόσιο, στις τράπεζες κ.λπ.). Πολλοί από μας αναγκαστήκαμε να κάνουμε αιτήσεις άδειας παραμονής ως εργαζόμενοι, διότι ως φοιτητές δεν υπήρχε δυνατότητα νομιμοποίησης. Ετσι, είμαστε αναγκασμένοι είτε να δουλεύουμε για να ασφαλιζόμαστε (απαραίτητο για να εκδοθεί άδεια παραμονής εργαζομένου) είτε να πληρώνουμε οι ίδιοι τα ένσημα».

Ετσι, λοιπόν, αυτοί οι μισο-έλληνες φοιτητές δεν μπορούν να επισκεφθούν όποτε θέλουν τον παππού και τη γιαγιά τους, γιατί πολλές φορές οι άδειες παραμονής καθυστερούν και μήνες, άρα δεν τους επιτρέπουν τα πολλά ταξίδια. «Αυτό είναι το λιγότερο» λέει ο Λ.Β. «Το χειρότερο είναι πως ζεις μες στο άγχος. Γιατί μόλις περάσουν τα 4+2 χρόνια των σπουδών, μπαίνεις στο καθεστώς του εργαζόμενου μετανάστη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται (π.χ., καταβολή ενσήμων, άδεια παραμονής για δύο χρόνια ). Και, φυσικά, δεν μπορείς να κάνεις ένα σωρό δουλειές, όπως δάσκαλος, στρατιωτικός ή πανεπιστημιακός, γιατί δεν είσαι τυπικά Ελληνας».

«Δεν πειράζει, να μη γίνω δάσκαλος. Ετσι κι αλλιώς δεν πάω σχολείο. Αρκεί να μην απελαθώ». Ο μικρούλης, μικροκαμωμένος Αμπντούλ είναι Κούρδος από τη Συρία. Γι’ αυτό η μόνη ευκαιρία να επιβιώσει ήταν να φύγει από τη χώρα του. Ο Αμπντούλ τώρα είναι παράνομος. Ανά πάσα στιγμή μπορεί να απελαθεί, όπως όλοι οι μετανάστες β’ γενιάς, στη χώρα των γονιών του. Σε μια χώρα που ποτέ δεν γνώρισε, σε μια γλώσσα που ποτέ δεν μίλησε. Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα που δεν προστατεύει τους ανηλίκους από την απέλαση. Ο Συνήγορος του Πολίτη, σε αυτοψίες που πραγματοποίησε μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες σε αστυνομικά τμήματα, είχε ανακοινώσει πως βρήκε ανηλίκους οι οποίοι εργάστηκαν στα ολυμπιακά έργα και στη συνέχεια απελάθηκαν.

«Το μοναδικό δικαίωμα που μας δίνει η Ελλάδα είναι να γίνουμε αποκλειστικά και μόνο οικονομικοί μετανάστες. Πού είναι οι ίσες ευκαιρίες που μου δίνει η χώρα; Πώς ξαφνικά, μετά από 18 χρόνια ζωής εδώ, μου φέρεται λες και είμαι ξένη; Με ποιο δικαίωμα με μετατρέπει σε παράνομη;» Η 16χρονη Ελίντα από την Γκάνα με μαστιγώνει με τα άψογα ελληνικά της. Δική της, λοιπόν, η τελευταία λέξη: «Οι γονείς μας έφυγαν από τη φτώχεια, την πείνα, τον πόλεμο, τη δικτατορία. Οι γονείς μας έκαναν αυτό ακριβώς που έκαναν πριν από χρόνια τα 10 εκατομμύρια Ελληνες που ζουν στο εξωτερικό. Γιατί η Ελλάδα με τιμωρεί;»

 

 

 

Βιβλιογραφία

 

Σύνδεσμοι

 

Άρθρα της «Ελευθεροτυπίας»