Γκέτο "Αλεξάντρα"
(φωτογραφίες: JONNEK JONNEKSSON)
Περί τα τρία εκατομμύρια ψυχές ζουν στο σκληρότερο γκέτο του Γιοχάνεσμπουργκ, το «Αλεξ», σε απόλυτη ένδεια. Χωρίς σπίτια, χωρίς δρόμους, χωρίς νερό, χωρίς ηλεκτρικό. Πίστεψαν κι αυτοί στο όραμα του Νέλσον Μαντέλα, πως όλα θα τελείωναν με την κατάρρευση των φυλετικών διακρίσεων. Τώρα, αντιμέτωποι με τη σκληρή ταξική πραγματικότητα, κλέβουν για να επιβιώσουν. Αλλά τι είναι οι δικές τους παρανομίες μπροστά στην παρανομία όσων τους στερούν τη ζωή;
Το «Αλεξάντρα», λένε, είναι το πιο σκληρό γκέτο του Γιοχάνεσμπουργκ. «Μα την πίστη μου, αδερφούλα, δεν περπατάει λευκός στην καρδιά του “Αλεξ”. Εδώ είναι το δικό μας σπίτι, εδώ ο λευκός είναι εντελώς αδύναμος». Τέτοια κι άλλα τόσα έχω ακούσει μια εβδομάδα τώρα που βρίσκομαι στο Γιοχάνεσμπουργκ. Ακόμα και πριν φύγω από την Αθήνα, οι φίλοι και οι συνάδελφοί μου με προειδοποιούσαν: «Θα πας παντού, αλλά (προς θεού) όχι στο “Αλεξάντρα”». Το Γιοχάνεσμπουργκ θεωρείται η πιο επικίνδυνη πόλη στον κόσμο εκτός εμπόλεμης ζώνης. Πέντε εγκλήματα γίνονται κάθε λεπτό. Και στο «Αλεξ» ο αριθμός διπλασιάζεται.
Απλώνεται πάνω σε έναν λόφο που βλέπω καθαρά από την ταράτσα του ξενοδοχείου μου. Μόλις 3 χιλιόμετρα χωρίζουν το λευκό προάστιο όπου ζω από τον μαύρο κόσμο του γκέτο. Στον εδώ κόσμο τα πάντα είναι ευημερούντα, τακτοποιημένα, καθαρά. Εκεί κάτω δεν ξέρω τι γίνεται. Βλέπω μόνο παράγκες, ατέλειωτα ελενίτ που αστράφτουν στον ήλιο και χρώματα. Πορτοκαλιά, πράσινα, κόκκινα, κίτρινα. Νόμιζα πως είναι οι τοίχοι των σπιτιών. Αργότερα θα μάθαινα πως στο γκέτο δεν υπάρχουν τοίχοι. Στο γκέτο δεν υπάρχουν μπογιές. Στο γκέτο φτιάχνεις το σπίτι σου με ό,τι βρεις: με πλαστικά, με ελενίτ, με χαρτόκουτα. Στο γκέτο φτιάχνεις τη ζωή σου με ό,τι βρεις. Αν βρεις.

Στο γκέτο φτιάχνουν τη ζωή τους με ό,τι βρουν και όπως μπορούν. Το τραμπολίνο είναι το μοναδικό παιχνίδι των παιδιών. Γι' αυτό και πολύ συχνά μπορείς να δεις γύρω απ' αυτό καμιά εκατοστή πιτσιρίκια που περιμένουν για να παίξουν.
Αλλά είναι ακόμα πολύ νωρίς για όλα αυτά. Τώρα το παν είναι να βρούμε έναν τρόπο να μπούμε μέσα. Οι λευκοί μας φίλοι ζουν στα δικά τους προάστια, μαντρωμένοι πίσω από ηλεκτροφόρα καλώδια, φρουρούμενοι από οπλοφόρους σεκιουριτάδες, κρυμμένοι μέσα σε θωρακισμένα αυτοκίνητα. Και δεν διανοούνται να πλησιάσουν τις «μαύρικες» περιοχές. «Δεν καταλαβαίνω γιατί θέλετε τόσο πολύ να μπείτε εσείς. Το Γιοχάνεσμπουργκ έχει τόσο ωραία μέρη. Εχετε πάει στον ζωοολογικό κήπο;»
Εχουμε καλούς λόγους για να θέλουμε να μπούμε στο «Αλεξ». Τους οποίους απαριθμώ ξανά και ξανά στον εαυτό μου καθώς καπνίζω στο θεοσκότεινο κυριλέ δωμάτιό μου. Η Νότια Αφρική περνάει τη μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση στην ιστορία της. Γι’ αυτό κάθομαι στο μαύρο σκοτάδι τώρα. Γι’ αυτό σταμάτησαν να δουλεύουν τα αδαμαντωρυχεία και τα εργοστάσια. Γι’ αυτό πεθαίνουν άνθρωποι στα νοσοκομεία. Γι’ αυτό οι τουρίστες βρίσκονται εγκλωβισμένοι να αιωρούνται μέσα σε ένα τελεφερίκ στην κορυφή του Τέιμπλ Μάουντεν. Ποιος φταίει; Η κυβέρνηση, λένε οι μισοί. Οι κλέφτες του ηλεκτρικού, λένε οι άλλοι. Κι αυτοί ζουν στο «Αλεξ».
Και νά με εδώ, τώρα, φορώντας ένα παντελόνι δίχως τσέπες, χωρίς τσάντα, χωρίς κανένα κόσμημα, «χωρίς τίποτα που θα προκαλέσει κάποιον να σε κλέψει. Αρκεί που είσαι λευκή, θα κάνεις μπαμ έτσι κι αλλιώς». Αυτές ήταν οι οδηγίες του μπάτσου που με συνοδεύει ντυμένος με πολιτικά. Κάνω τα πρώτα μου βήματα στο γκέτο σαν σε τουριστική ατραξιόν. Οσο εγώ κοιτάω με γουρλωμένα μάτια γύρω μου, άλλο τόσο με χαζεύουν οι άνθρωποι. Αλλωστε, είμαστε κι εμείς μια παράξενη κουστωδία: ο σύνδεσμός μας, ο Κωστάκης, μιλάει ελληνικά, αγγλικά και ζουλού και οδηγεί το αμάξι με 5 χιλιόμετρα την ώρα. Ο Ντούμι, ο αστυνομικός, που περπατάει δίπλα μου με το σιδερικό. Κι ο Γιόνεκ – πιο πολύ από όλους ο Γιόνεκ. Που κουβαλάει επάνω του εξοπλισμό που θα μπορούσε να ζήσει μια οικογένεια για 3 χρόνια. Και που πρέπει να εξηγεί στα πιτσιρίκια ότι αυτό που κρατάει στα χέρια του είναι κάμερα και όχι όπλο. Γιατί έτσι είναι η πραγματικότητα εδώ: τα παιδιά είναι εξοικειωμένα με τα όπλα και δεν έχουν ξαναδεί φωτογραφική μηχανή.

Ελάχιστα σπίτια έχουν νόμιμα ηλεκτρικό στο γκέτο. Η ηλεκτρική εταιρεία εγκαθιστά ένα κουτί στο σπίτι και προπληρώνεις μονάδες. Με τι να τις προπληρώσεις, όμως, όταν ζεις στην ένδεια; Η απαλλοτρίωση γίνεται μέσω μιας παράνομης καλωδίωσης, η οποία διοχετεύει ρεύμα από τις κεντρικές κολόνες στα κουτιά κι από κει στα υπόλοιπα σπίτια. Η δουλειά γίνεται συνήθως αργά τη νύχτα.
Τρία εκατομμύρια άνθρωποι υπολογίζεται ότι ζουν στο «Αλεξ». Υπολογίζεται, γιατί κανείς δεν ξέρει ποτέ πόσοι άνθρωποι ζουν σε μια παραγκούπολη. Είναι ανύπαρκτοι για το κράτος, για το εκπαιδευτικό σύστημα, για τη δημόσια υγεία. Δεν έχουν σπίτια, δεν έχουν δρόμους, δεν έχουν νερό, δεν έχουν ηλεκτρικό. Είναι όλοι αυτοί που έστειλαν το Αφρικανικό Εθνικό Κονγκρέσο στην εξουσία. Είναι όλοι αυτοί που πίστεψαν τον πρόεδρο Μαντέλα. Είναι όλοι αυτοί που γκρέμισαν το απαρτχάιντ.
Ενας από αυτούς είναι κι ο πανύψηλος μαύρος αδερφός που με συνοδεύει, σκορπώντας χαμόγελα γοητείας στις πιτσιρίκες και χειραψίες στους άντρες της γειτονιάς. Είναι ο προπονητής της ομάδας μπάσκετ του γκέτο• στον ελεύθερό του χρόνο – γιατί δουλεύει ως ψυχολόγος στην τοπική HIV κλινική. Εκεί γνωριστήκαμε, και του είπα πόσο δυσκολεύομαι να μπω στο «Αλεξ», να βρω τους κλέφτες του ρεύματος. Ο Τζίμι είναι «γέννημα θρέμμα του “Αλεξ”. Και για να μπείς στα Γόμορρα, όπως τα λέμε εμείς, πρέπει να αφήσεις πίσω το φόβο, πρέπει να αφήσεις πίσω τα όπλα και να χαμογελάσεις πλατιά. Η φτώχεια κάνει τους ανθρώπους θηρία. Γι’ αυτό σε βλέπουν σαν θήραμα. Και είναι η δικιά σου φυλή που τους εξαθλίωσε. Γι’ αυτό σε βλέπουν σαν εχθρό. Ομως, δίπλα στον Τζίμι δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι».
Περπατάμε σε έναν λαβύρινθο από παραπήγματα, ανάμεσα σε παιδιά που τρέχουν άπλυτα και ξυπόλητα, γυναίκες που μαζεύουν νερό από λακκούβες, άντρες που χαρτοπαίζουν και πίνουν από τις 10 το πρωί. Δεν είναι η εικόνα της φτώχειας, δεν είναι η αίσθηση του φόβου. Το πιο δύσκολο πράγμα να συνηθίσεις στο γκέτο είναι η μυρωδιά του. Ενα χαρμάνι από σκουπίδια και ψοφίμια και βρομόνερα και ζώα. Σου κόβει την ανάσα, ποτίζει τα ρούχα σου, ποτίζει τα μαλλιά σου, ποτίζει το ίδιο σου το δέρμα. Λίγες ώρες μετά νομίζεις πως η μυρωδιά είσαι εσύ. Ο Τζίμι προχωράει μπροστά σαν να χορεύει: «Θα σου γνωρίσω τους ανθρώπους που κλέβουν ρεύμα από την εταιρεία, αδερφούλα. Το νερό και το ρεύμα είναι η ζωή. Και παράνομο δεν είναι να δίνεις ζωή στους ανθρώπους, παράνομο είναι να τους τη στερείς, γιατί δεν έχουν χρήματα να την πληρώσουν».

Επάνω, ο ήρωας της γειτονιάς, ο Ντισέτσο, που κλέβει ρεύμα από τις κεντρικές κολόνες. Η ηλεκτρική εταιρεία προσπαθεί να τον εντοπίσει και να τον στείλει στα δικαστήρια. Είναι πολύ δύσκολο, όμως, να μπει υπάλληλός της στο γκέτο. Τα παιδιά είναι εκπαιδευμένα και τους πετροβολούν.
«Πρέπει να αναθεωρήσετε το λεξιλόγιό σας, δεσποινίς. Δεν είναι κλοπή, είναι πολιτική πράξη. Γι’ αυτό μοιράζω ρεύμα στους συνανθρώπους μου». Ο Ντισέτσο απλώνει ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του που αποκαλύπτει τα κατάλευκα δόντια του και το ένα χρυσό, πάνω δεξιά. Είναι ηλεκτρολόγος, είναι ο ήρωας της γειτονιάς του. «Ελάχιστα σπίτια έχουν ηλεκτρικό στο “Αλεξ”. Εδώ το σύστημα λειτουργεί διαφορετικά: η ηλεκτρική εταιρεία εγκαθιστά ένα κουτί στο σπίτι και προπληρώνεις χρόνο, όπως με τα κινητά προπληρώνεις μονάδες. Για να αγοράσεις το κουτί χρειάζεσαι περίπου 150 ευρώ. Το μεροκάματο στο γκέτο (όταν βρίσκεις μεροκάματο) δεν είναι παραπάνω από 2 ευρώ. Πρακτικά, είναι αδύνατον να αγοράσεις το κουτί. Ακόμα όμως κι αν βρεις χρήματα για να το αγοράσεις, πώς θα αγοράσεις τις μονάδες; Εγώ, λοιπόν, τραβάω ρεύμα από τις κεντρικές κολόνες στα κουτιά. Μου αρκεί ένα σπίτι να έχει κουτί, για να μοιράσω ηλεκτρικό σε άλλα 30. Κι αυτό είναι αλληλεγγύη, δεσποινίς μου. Και στη φτώχεια δεν επιβιώνεις χωρίς αλληλεγγύη, αυτό είναι το όπλο σου».
Ο Ντισέτσο τελείωσε το πανεπιστήμιο πριν από 10 χρόνια, στα 30 του. Τότε η χώρα του μόλις άφηνε πίσω το απαρτχάιντ κι αγκάλιαζε το όραμα του ουράνιου τόξου του προέδρου Μαντέλα. «Μας είπαν ότι θα ζήσουμε σε μια χώρα όπου όλα τα χρώματα θα συνυπάρχουν, όπου όλοι οι άνθρωποι θα έχουν την ευκαιρία να ευημερήσουν. Τι ακριβώς συνέβη; Μεγάλες ιδέες, υψηλή ρητορική και όμορφες λέξεις. Και πίσω από τη μάσκα της δημοκρατίας, η ίδια νεοφιλελεύθερη πολιτική, η ίδια επιχειρηματική ελίτ. Απλώς, τώρα συμπεριλαμβάνει και κάποιους μαύρους. Λοιπόν, ποιος κλέβει ποιον;»

Τόσο οι ενήλικοι όσο και οι μικροί που ζουν στο γκέτο είναι απόλυτα εξοικειωμένοι με τα όπλα και καθόλου με τη φωτογραφική μηχανή. Παρ' όλα αυτά, η ευτραφής κοπέλα της φωτογραφίας, κάτω, όταν πλησιάσαμε, μας είπε: «Είμαι η Πάρις Χίλτον του "Αλεξάντρα", φωτογραφίστε με».
Ο Τζίμι και ο Ντισέτσο ανήκουν σε μία από τις δεκάδες επιτροπές ενεργειακής κρίσης που λειτουργούν στα γκέτο της Νότιας Αφρικής. Οι άνθρωποι της ηλεκτρικής εταιρείας έχουν κηρύξει πόλεμο απέναντί τους, προσπαθούν να τους εντοπίζουν και να τους στέλνουν στα δικαστήρια. «Α, δεν είναι εύκολο ο υπάλληλος της εταιρείας να μπει στο “Αλεξ”. Τα παιδιά είναι εκπαιδευμένα και τους παίρνουν με τις πέτρες. Κι από τους μεγάλους, ποιος θα καρφώσει; “Δεν είδα τίποτα, κύριε αστυνόμε. Δεν άκουσα τίποτα, κύριε υπάλληλε. Αλήθεια, συμβαίνουν αυτά τα πράγματα;”»
Η Μαριλίντα μεγαλώνει 3 παιδιά στο γκέτο. Το μικρότερο είναι 10 μηνών και το μεγαλύτερο 6 χρονών. Ζουν σε ένα παράπηγμα 6 τετραγωνικών μέτρων και φέρνει κάθε μέρα το νερό με τους κουβάδες από τη βρύση που βρίσκεται 500 μέτρα από το σπίτι της. Ο άντρας της είναι άνεργος. Και πώς ταΐζει τα παιδιά; «Να το ξέρεις αυτό, αχρείαστο να σου είναι. Αν ποτέ βρεθείς στην ανάγκη, να
φροντίζεις να έχεις αλεύρι. Νερό κι αλεύρι και τα τάισες τα παιδάκια σου. Ο Ντισέτσο είναι ο ήρωάς μου. Τουλάχιστον τώρα πια έχουμε να ζεσταθούμε το χειμώνα. Σε λίγον καιρό θα τραβήξουμε και νερό από το κεντρικό δίκτυο και θα είμαστε μια χαρά».
Περπατάμε κι ο Ντισέτσο μού δείχνει ανάμεσα σε πέτρες και χώματα τα καλώδια που τραβάνε σκάβοντας ολονυχτίς. Συνήθως η δουλειά γίνεται αργά τη νύχτα. Γιατί, εντάξει, εδώ είναι τα Γόμορρα και λευκοί υπάλληλοι της ηλεκτρικής εταιρείας δεν μπαίνουν εύκολα, ούτε κι οι μπάτσοι έχουν λόγο ν’ ανοίξουν πόλεμο με τη γειτονιά• όμως, υπάρχει πάντα το καρφί. «Μπορεί να
είναι ο γείτονάς σου που σε ζηλεύει. Ή ο μπάτσος να θέλει να δείξει έργο για κάποιον λόγο. Ή το παιδί που ανήκει σε μια συμμορία αντίπαλη με τη συμμορία του δικού σου παιδιού. Δύο είναι οι βασικοί κανόνες για να καταλάβεις το γκέτο: από τη μια, η αλληλεγγύη, το όπλο σου• από την άλλη, ο πόλεμος. Μαίνεται συνεχώς ένας πόλεμος εδώ ανάμεσα σε μπάτσους και συμμορίες, ανάμεσα στις ίδιες τις συμμορίες που σπρώχνουν ναρκωτικά, ανάμεσα σε μπάτσους και κλέφτες. Κι εμείς όλο αυτό προσπαθούμε να το εξηγήσουμε με όρους πολιτικούς και ιδεολογικούς, να αφυπνίσουμε αυτό το λούμπεν προλεταριάτο».

Μία από τις πιο παραδοσιακές εικόνες είναι να βλέπεις μια μητέρα να κουβαλάει το μωρό της σε αυτοσχέδιο υφασμάτινο σάκο, που δένει στην πλάτη της. Και, φυσικά, εκτός από τα παιδιά τους, οι μητέρες κουβαλάνε κάθε μέρα νερό με τους κουβάδες από τις βρύσες, που είναι κοινές για όλους.
Εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, στη δικιά μου πατρίδα, μαίνεται μια άλλη κρίση, πάλι με επίκεντρο το ρεύμα. Με άλλους όρους, άλλους πρωταγωνιστές και άλλο πλαίσιο. Αλλά με τον ίδιο στόχο. Ο Τζίμι αγοράζει μπίρες και κάθεται οκλαδόν καταμεσής της πλατείας. «Είμαστε όλοι ίδιοι, ομορφούλα. Απλώς, εσύ επιβιώνεις με 20 ευρώ την ημέρα κι εγώ με 2. Στον καπιταλισμό, οι προλετάριοι δεν ζουν, επιβιώνουν. Τα αδέρφια μου νόμιζαν πως όλα τέλειωσαν όταν κατέρρευσε ο φυλετικός δια- χωρισμός. Τώρα μόλις έχουν αρχίσει να συνειδητοποιούν ότι ο πόλεμος έρχεται και θα είναι ταξικός. Δεν παίζει ρόλο το χρώμα σου, αδερφούλα. Δεν παίζει ρόλο που εσύ ζεις στην Αθήνα κι εγώ στο “Αλεξ”. Είμαστε από την ίδια πλευρά του δρόμου, από την ίδια πλευρά του κόσμου. Εμείς εδώ – κι αυτοί απέναντι».

Η απόλυτη φτώχεια και η εγκατάλειψη είναι ολοφάνερες σε κάθε έκφανση της ζωής. Το μαγαζί της φωτογραφίας, αν και ετοιμόρροπο, λειτουργεί και επισκευάζει ραδιόφωνα και τηλεοράσεις.
Βιβλιογραφία
- Philip Bonner, Alexandra-A History,WitwatersrandUniversity Press, Johannesburg 2009
- Transport in Johannesburg: Gautrain, 1957 Alexandra Bus Boycott, Westdene Dam Disaster, Books LLC, 2010
- Johannesburg: Panafrikanische Spiele 1999, Coca-Cola Park, Aufstand in Soweto, Atp Johannesburg, Sophiatown, Alexandra, Kaizer Chiefs, Books LLC, 2010
- Shauna Mottiar, Co-Production as a Form of Service Delivery: Community Policing in Alexandra Township, Centre for Policy Studies, Johannesburg 2003
- Mike Sarakinsky, Alexandra– from “freehold” to “model” township, University of the Witwatersrand, Development Studies Group (Dissertation series), Johannesburg 1984
Σύνδεσμοι
- ΜΙΤ: Περιγραφή του Alexandra
- Βίντεο: Οδηγώντας στο Alexandra
- Ταξιδιωτικός οδηγός
- BBC : Περιήγηση κατά το Παγκόσμιο Κύπελλο (Βίντεο)
- Φωτογραφίες
- Why Alexandra survived apartheid

