Νότια Αφρική. Διαμάντια και τσάμικα

(φωτογραφίες: JONNEK JONNEKSSON)

«Γιατί οι Ελληνες δεν χτυπάνε ποτέ ένα κόρνερ; Γιατί εκεί θα ανοίξουν το επόμενο tea room». Από αυτό το ρατσιστικό ανέκδοτο, που έλεγαν οι Μπόερς για τους φτωχούς μετανάστες του προηγούμενου αιώνα, δεν έχει μείνει τίποτα. Ούτε φτωχοί Ελληνες ούτε τα tea rooms τους. Οι ομογενείς που συνάντησε ο Θ. Κασσίμης στο Γιοχάνεσμπουργκ είναι, επιεικώς, ζάπλουτοι!

Τους Ελληνες που ζουν στη Νότια Αφρική, αν τους γνωρίσεις, δεν τους ξεχνάς εύκολα. Αλλους, γιατί έκαναν αμύθητες περιουσίες μέσα από διαδρομές που θυμίζουν χολιγουντιανό σενάριο. Αλλους, γιατί βρή- καν τον τρόπο να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους στη χώρα που τους δέχτηκε, προσφέροντας χρήσιμο έργο. Μπορείς, βέβαια, να επιλέξεις ποιους θα θυμάσαι με νοσταλγία. Κι εμείς αυτό κάναμε…

Ποιος είναι αυτός ο παππούλης που χαιρετήσατε; Και γιατί τόσος σεβασμός;» Η ερώτηση προβοκατόρικη, εκ του πονηρού, παρόλο που πολύ θέλει τη δικαίωσή της. «Αυτός είναι ο δικηγόρος του προέδρου Μαντέλα. Τον λένε Μπίζο. Εκατοντάδες ανθρώπους γλίτωσε από το θάνατο ο Μπίζος. Γι’ αυτό, ρισπέκτ, αδερφούλα». Κάτω από ένα ψιλόβροχο που δεν δροσίζει με τίποτα το ζεστό καλοκαιρινό μεσημέρι του Γενάρη, ο «παππούλης» φεύγει περπατώντας χοροπηδηχτά για τη μεσημεριανή του σιέστα, ρίχνοντας λοξές ματιές στο θηριώδες μπρούντζινο άγαλμα του προέδρου. Ο Γιώργος Μπίζος μας είχε μόλις καλωσορίσει στο Γιοχάνεσμπουργκ. Εκεί όπου ακόμα και σήμερα, 14 χρόνια μετά την πτώση του απαρτχάιντ, οι μαύροι αδερφοί και αδερφές τού υποβάλλουν τα σέβη τους στο δρόμο.

Επάνω, άποψη από το αρχείο της ελληνικής κοινότητας που βρίσκεται στο τμήμα Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Γιοχάνεσμπουργκ. Κάτω, μαθητές του ΣΑΧΕΤΙ, του ιδιωτικού σχολείου της ελληνικής κοινότητας, όπου φοιτούν παιδιά οικογενειών της οικονομικής και πολιτικής ελίτ της περιοχής.

Δεν είναι πολλοί οι Ελληνες σ’ αυτό το ακρότατο σημείο της αχανούς Μαύρης Ηπείρου. Είναι, όμως, ξεχωριστοί. Από εκείνον τον πρώτο «καραβοναύτη Ιθακήσιο» που ξεμπάρκαρε στις ακτές του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας στα τέλη του 19ου αι. μέχρι τις ανθηρές ελληνικές κοινότητες του σήμερα, οι συντοπίτες μας που φτάνουν μέχρις εδώ έχουν σίγουρα ισχυρό το «δαιμόνιο της φυλής». Εκείνο το δαίμονα που σου μιλάει ψιθυριστά και σε καλεί σε ανοιχτές θάλασσες, μεγάλα ταξίδια και περιπέτεια. Γιατί πρέπει να το έχεις έντονο το βίβερε περικολοζαμέντε για να σε βγάλουν οι δρόμοι σου εδώ κάτω – μακρύτερα δεν γίνεται.

Περιπλανώμενοι, τζογαδόροι, μεγάλοι παίκτες είναι όλοι -μηδενός εξαιρουμένου- οι Ελληνες που συνάντησα εδώ. Πώς αλλιώς, δηλαδή, να μου φανεί η κυρία Ελένη, με τη βαριά προφορά των ορεινών χωριών της Μυτιλήνης; Που άφησε 50 χρόνια πριν το νησί, «για να πάω με καράβι στον Πειραιά κι απ’ εκεί με αεροπλάνο στο Ναϊρόμπι – τρεις μέρες πήρε το ταξίδι. Κι ύστερα, άλλο αεροπλάνο ώς το Γιοχάνεσμπουργκ. Κι ύστερα, να περιμένω (μόνη, χωρίς γλώσσα, χωρίς γνωστούς) να έρθει το τρίτο αεροπλάνο για Κέιπ Τάουν. Παιδί, 22 χρόνων. Για να παντρευτώ». Και τον ήξερες τον άντρα, καλή μου, τον είχες δει; «Αμέ. Σε φωτογραφία!» Γι’ αυτό σας λέω, μεγάλη παίκτρια η κυρία Ελένη.

Δεν υπάρχουν πολλές χώρες στον πλανήτη με υφυπουργό Εξωτερικών που το χαρτοφυλάκιό του να περιλαμβάνει τους απόδημους. Γιατί είναι ελάχιστες οι χώρες που μετρούν τόσα εκατομμύρια ανθρώπους τους εκτός εθνικών συνόρων. Αν έχεις, λοιπόν, την ευκαιρία να συνοδεύεις σε ένα τέτοιο ταξίδι τον Θόδωρο Κασσίμη, βλέπεις τους Ελληνες στα καλύτερά τους. Γιατί τέτοια συναπαντήματα είναι αφορμές γιορτής. Σε μεγάλες αίθουσες συνεστιάσεων, με Καρυάτιδες και κίονες, με τσολιάδες και τσάμικα!

Οι ιστορίες των Ελλήνων της Ν. Αφρικής είναι πάνω-κάτω ίδιες, σαν χολιγουντιανό σενάριο. Το μικρό φτωχό αγόρι που έφυγε από το χωριό του, πάλεψε μόνο κι άφραγκο, αλλά μετά έπιασε την καλή. Στο ενδιάμεσο, ερωτεύτηκε το όμορφο κορίτσι -Ελληνάκι, ανυπερθέτως- και το παντρεύτηκε. Κι έκαναν πολλά παιδιά, που μιλάνε σπαστά ελληνικά και μαθαίνουν τσάμικο. Εδώ είμαστε, στην αίθουσα με τα τσάμικα, όπου οι περιουσίες των επιτυχημένων συμπατριωτών μας στήσανε χορό! Και μιλάμε για τεράστιες περιουσίες: ο ένας έχει μεταλλεία χρυσού, ο άλλος ορυχεία διαμαντιών, ο τρίτος έναν στόλο με φορτηγά! Ακόμα κι ο εστιάτορας -αυτός που λες «δεν μπορεί, πιο κοντά στα μέτρα μου θα είναι»- σου λέει πολύ άνετα «έχω μια αλυσίδα με 2.000 εστιατόρια». Και ξεραίνεσαι. Οχι από το πολύ χρήμα, όχι από την υπέρμετρη επιτυχία. Αλλά γιατί κάτω από τα σινιέ κοστούμια και τα ακριβά παπούτσια τους μπορείς ακόμα να διακρίνεις τους μπακαλόγατους των tea rooms.

«Γιατί οι Ελληνες δεν χτυπάνε ποτέ ένα κόρνερ; Γιατί εκεί θα ανοίξουν το επόμενο tea room». Αυτό ήταν το ρατσιστικό ανέκδοτο που έλεγαν οι Μπόερς για τους φτωχούς, μαυριδερούς, αν και αναγνωρισμένους ως λευκούς από το καθεστώς του απαρτχάιντ, μετανάστες του προηγούμενου αιώνα. Το tea room -σήμα κατατεθέν του Ελληνα για περίπου 30 χρόνια- ήταν ένα μείγμα καφενέ, μπακάλικου και κέντρου συνεστιάσεων της εποχής. Κι από αυτό, οι μπακαλόγατοι κατάφεραν να γίνουν μεγαλοεπιχειρηματίες. Πώς; Πότε; Με ποια διαδρομή; Είπαμε, καθένας έζησε την προσωπική του ταινία. Από κοινωνικό δράμα μέχρι γκανγκστερικό, το ελληνικό έργο είναι σίγουρα ενδιαφέρον.

Επάνω, παλιές εφημερίδες από το αρχείο της κοινότητας των ομογενών. Κάτω, δωρεάν συσσίτιο για τα «υιοθετημένα» παιδιά του Πάνου και της Κατερίνας Μανίκα, στο σχολείο του γκέτο. Τα πιτσιρίκια περπατάνε καθημερινά 5 με 10 χιλιόμετρα για να πάνε στο σχολείο.

Θα μπορούσαμε να λέμε ιστορίες για μέρες για τους Ελληνες που ζουν στη Νότια Αφρική. Για τον Αρτσι με το φράκο του, που είναι ο αρχιθαλαμηπόλος του μεγαλύτερου ξενοδοχείου της χώρας – και τι ωραίο, ύστερα από 9 ώρες πτήση, να ακούς κάποιον να σου λέει «καλωσόρισες» στα ελληνικά. Για τη Μαίρη Βασιλείου, που στα 90φεύγα της εξακολουθεί να χορεύει και να διδάσκει τους πιτσιρικάδες πεντοζάλη. Για την Αβα Παπαθεοφίλου, που διδάσκει ελληνικά στα παιδιά των γκέτο. Για τον Κώστα, τον Αντώνη και την Τούλα, που παίζουν ρεμπέτικα στο μοναδικό ελληνικό ραδιόφωνο της Αφρικής. Για τον Σταύρο Νικολάου, που στα 40 του μόλις είναι ένα από τα πιο υποσχόμενα στελέχη του African National Congress και που δίνει τη μάχη εναντίον του HIV – όχι μονάχα ως πρόεδρος της μεγαλύτερης εταιρείας φαρμάκων, αλλά και με τη στάση ζωής του (τα δυο του παιδιά τα μεγαλώνει μια γυναίκα που πάσχει από AIDS).

Οπως, επίσης, θα μπορούσαμε για μέρες να λέμε ιστορίες ζοφερές. Αυτές προτιμώ να τις ξεχάσω. Τις κυρίες με τις έξωμες τουαλέτες των κοκτέιλ πάρτι, που διεκτραγωδούσαν «τη ζωή με τις μελαχρινές. Είναι απαράδεκτες υπηρέτριες και σε κλέβουν κιόλας». Και τους κυρίους που διηγούνταν ιστορίες για «αγνώμονες αράπηδες που μας σκοτώνουν, ενώ εμείς τους εκπολιτίσαμε». Πιο πολύ απ’ όλους θέλω να ξεχάσω κάποιους διπλωματικούς που, ανεπισήμως αν και δημόσια, μιλάνε για ράτσες και γονίδια και αίματα και βιολογία. Επιλέγω, λοιπόν, τους Ελληνες να τους θυμάμαι αλλιώς.

Σαν τον Πάνο Μανίκα, που με πηγαίνει να γνωρίσω τα εγγόνια του, τα παιδιά του γιου του. Παρκάρουμε, και 400 πιτσιρικάκια ορμάνε στην αγκαλιά του. Οταν ο Πάνος και η Κατερίνα έχασαν το γιο τους, έψαχναν να βρουν κάτι να κάνουν στη μνήμη του. «Καταλήξαμε ότι τα τρισάγια και τα μνημόσυνα δεν έχουν καμία αξία. Αυτό που έχει σημασία είναι να καταφάσκεις στη ζωή. Και να βρεις τον τρόπο να επιστρέψεις κάτι σ’ αυτήν τη χώρα που σου έδωσε τόσα πολλά τόσο απλόχερα». Ετσι, ο Πάνος και η Κατερίνα υιοθέτησαν αυτό το σχολειό στο γκέτο και κάθε μέρα ταΐζουν τα παιδιά, που περπατάνε 5 με 10 χλμ. για να πάνε σχολειό. Αυτούς τους δυο και μερικούς ακόμα συμπατριώτες μας θέλω να θυμάμαι.

 

 

Βιβλιογραφία

  • Βαγγέλης Μάντζαρης, Οι Έλληνες εργάτες στη Νότιο Αφρική (1890-1930), Αθήνα 1995

 

Σύνδεσμοι

 

Άρθρα της «Ελευθεροτυπίας»