Μόρφου. Δύο ιδιοκτήτες στο ίδιο σπίτι

Διαβατήριο ή 24ωρη «βίζα», στρατιώτες με διαφορετικές στολές, σύνορα, συρματοπλέγματα, τσεκ πόιντ: είσαι πάνω στο ίδιο νησί, αλλά πρέπει να διασχίσεις τρία… κράτη για να περάσεις από τη Λευκωσία στην κατεχόμενη Μόρφου. Η Μάρω ήθελε από χρόνια να επισκεφθεί το σπίτι της στην άλλη πλευρά. Και να γνωρίσει την τουρκοκύπρια νοικοκυρά που το κατοικεί τα τελευταία 30 χρόνια. Πήγαμε κι εμείς μαζί της.

Είναι αργά το απόγευμα, η προσευχή στο τζαμί μόλις τέλειωσε και οι άντρες, δυο δυο, τρεις τρεις, βγαίνουν τη βόλτα τους κι αράζουν στους καφενέδες για καφέ και τάβλι. Σουλατσάρουμε στους βρόμικους δρόμους, τάχα μου αδιάφορα, ντεμέκ άνετες. Γυναίκες άλλες δεν κυκλοφορούν και, λίγο πριν γίνουμε για τα καλά αξιοθέατο, μπαίνουμε σε ένα Baklava Salonu.

Δυο πιτσιρικάδες, ντυμένοι με μαϊμού D&G, μας σερβίρουν γλυκά και η φιλενάδα μου πιάνει ψιλή κουβέντα στα τούρκικα. «Από εδώ είσαι;» τη ρωτάνε. «Από εδώ». «Και ποιος μένει στο σπίτι σου;»

Ετσι είναι. Αμα είσαι από τη Μόρφου, είναι μάλλον απίθανο να μένεις εσύ στο σπίτι σου. Αμα σε λένε Γιωργάκη, στο σπίτι σου μένει ο Μοχάμεντ. Κι άμα σε λένε Ιμπραήμ, στο σπίτι σου μένει ο Πανίκος. Ανταλλαγή πληθυσμών το λένε, εδαφικό πρόβλημα επίσης. Αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα σ’ αυτόν τον παράξενο τόπο. Το πιο δύσκολο πράγμα είναι να μένεις στο σπίτι σου.

Πολλά χρόνια τώρα ήθελε να με φέρει εδώ. Μου περιέγραφε πάντα τον κάμπο με τις λεμονιές και τις πορτοκαλιές και το σπίτι της γιαγιάς της. Η ίδια έχει μπει μονάχα μια φορά στα κατεχόμενα, από το 2004 που άνοιξαν τα οδοφράγματα στην Κύπρο και οι πολίτες της Δημοκρατίας μπορούν να πηγαινοέρχονται στις δύο πλευρές του νησιού σχεδόν ελεύθερα. Σχεδόν. Γιατί έχουμε σηκωθεί από το ξημέρωμα κι έχουμε πάει στο τσεκ πόιντ με τα διαβατήριά μας κι έχουμε πάρει την 24ωρη «βίζα». Μέσα σε λίγα μόλις χιλιόμετρα -στην ίδια χώρα- έχουμε περάσει από τέσσερα διαφορετικά καθεστώτα: από την Κυπριακή Δημοκρατία στο βρετανικό έδαφος, στη νεκρή ζώνη που ελέγχουν τα Ηνωμένα Εθνη, στο κατεχόμενο κομμάτι του Βορρά. Η Μάρω έχει δει μονάχα απ’ έξω το σπίτι της γιαγιάς της.

Είναι 28 χρόνων, γεννημένη στην Ελλάδα από κύπρια μητέρα και κουβαλάει αυτήν την παράξενη νοσταλγία που έχουν όλοι οι νεαροί Κύπριοι. Νοσταλγούν ένα κάτι, ένα κάπου που δεν έχουν ζήσει ποτέ. Ετσι, τώρα που χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας, είναι τρακαρισμένη και μάλλον αναποφάσιστη. Θέλει και δεν θέλει να μπει, θέλει και δεν θέλει να της ανοίξουν την πόρτα. Η Τουρκοκύπρια που ανοίγει τελικά μας βάζει σε ένα σαλόνι που έζησε κάποτε μέρες δόξας. Μας σερβίρει καφέ κι ο γιος της -ένας πανύψηλος αστυνομικός του κατοχικού καθεστώτος- κάνει το μεταφραστή για τις δυο γυναίκες. Νομίζω ότι ντρέπονται και οι δύο. Και, κυρίως, δεν έχουν λέξεις για να περιγράψουν αυτό που τους συμβαίνει. Ποιανής είναι το σπίτι; Σε ποιαν ανήκει; Σ’ εκείνη που το δικαιούται ή σ’ εκείνη που το κατοικεί 30 χρόνια τώρα; Ετσι, λοιπόν, συζητούν γι’ αυτούς τους τοίχους που τις ενώνουν και αποφεύγουν τα δύσκολα: καμία κτητική αντωνυμία. Οχι «μου», όχι «σου». Το σπίτι. Σκέτο. «Μπορώ να δω και το υπόλοιπο;» ρωτάει η μικρότερη. «Ασφαλώς. Δεν πείραξα τίποτα. Αλλωστε, κι εγώ ονειρεύομαι να φύγω από δω μια μέρα» της απαντά η μεγαλύτερη.

Περαστικοί. Φευγαλέοι. Προσωρινοί. Αυτό είναι οι πρόσφυγες της Κύπρου. Κι από τις δύο πλευρές – να μην ξεχνιόμαστε, γιατί συνήθως μας αρέσει να πιστεύουμε ότι πρόσφυγες έχει μόνο η μία πλευρά, ότι πονάει μόνο η μία πλευρά κι ότι δεν ξεχνά μόνο η μία πλευρά επίσης. Η Μόρφου είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα πόλης υπό κατοχή στην Κύπρο. Παλιά, πριν από το 1974, τούτη η έμορφη -η Γκιουζέλ των Τούρκων- ήταν από τις πλουσιότερες πόλεις του νησιού. Οι ντόπιοι λέγανε πως στους δρόμους της έρρεε χρυσάφι, αφού τα πολλά νερά έκαναν πλούσιο και γόνιμο τον κάμπο που την περιβάλλει. Για να καταλάβετε το επίπεδο ανάπτυξης που γνώρισε η πόλη, στην οποία ζούσαν αρμονικά επί αιώνες Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, το 1897 ίδρυσαν τον πρώτο τους γεωργικό συνεταιρισμό και από το 1908 άρχισαν να κάνουν γεωργικές εκθέσεις… έφτιαξαν μέχρι και Γεωργικό Κολλέγιο. Σήμερα είναι μια πόλη που γερνάει μέρα τη μέρα, με κτήρια που καταρρέουν και σοβάδες που πέφτουν.

«Δεν ξέρω πότε ήταν χειρότερα: πριν από το 2004 που δεν μπορούσες καν να επισκεφθείς το σπίτι σου ή τώρα που πηγαίνεις τουρίστας στον τόπο σου;» Ο Χάρης Χαραλάμπους με ξεναγεί σταματώντας σε κάθε στενό, επιμένοντας σε κάθε λεπτομέρεια, λέγοντας μια ιστορία μπροστά από κάθε κτήριο. Το γραφείο του είναι μερικά χιλιόμετρα μακριά από την πόλη της οποίας είναι αντιδήμαρχος. Αυτό είναι ένα από τα πολλά παράδοξα που ζει κανείς όταν γίνεται πρόσφυγας. Οι θεσμοί, οι αρχές της πόλης λειτουργούν κανονικά: υπάρχει δήμαρχος και δημοτικό συμβούλιο, μητροπολίτης και ποδοσφαιρική ομάδα. Η αναφορά τους είναι η Μόρφου και η έδρα τους κάπου αλλού, σε ελεύθερο σημείο του νησιού. «Είναι πολύ παράξενο. Το σπίτι σου, το σύμβολο της ασφάλειάς σου, βρίσκεται υπό κατοχή. Κάποιοι έχουν αρχίσει να συμφωνούν με τις κατοχικές δυνάμεις και πουλούν τις περιουσίες τους γιατί έχουν χάσει κάθε ελπίδα, δεν πιστεύουν πια ότι θα γυρίσουμε. Φύγαμε εκείνο τον Αύγουστο και δεν πήραμε τίποτα μαζί μας, αφήσαμε το κλειδί κάτω από το χαλάκι της εξώπορτας. Εγώ δεν μπορώ να δεχτώ ότι δεν θα γυρίσω. Οπως και οι Τουρκοκύπριοι λαχταρούν να επιστρέψουν στα χωριά τους, στο ελεύθερο κομμάτι».

Η Αγάθη Μαυροκορδάτου με οδηγεί στο δικό της σπίτι. Εφυγε από εδώ νεαρό κορίτσι και τώρα πια είναι μια γυναίκα στα 50 της. Χτυπάμε το κουδούνι της μονοκατοικίας και μας ανοίγει ένα φοβισμένο ζευγάρι ηλικιωμένων. «Περάστε γρήγορα, έχει παντού Γκρίζους Λύκους». Το σπίτι είναι κολλημένο στα 1974. Ούτε μια μέρα δεν έχει περάσει από το σαλόνι και την κουζίνα και τις κρεβατοκάμαρες, που έχουν ακόμα τα ίδια χρώματα, τα ίδια έπιπλα που διάλεξε τότε η νιόπαντρη Αγάθη. «Αυτό είναι δικό μου, κι αυτό είναι δικό μου, κι αυτό». Η γυναίκα δείχνει τα έπιπλα, τα σεμέν, τα κάδρα. Από ποιαν από τις δύο νοικοκυρές να ζητήσεις άδεια να δεις το σπίτι; Η τουρκοκύπρια νοικοκυρά κράτησε τη φωτογραφία της διωγμένης Ελληνοκύπριας στο σαλόνι της. Συναντήθηκαν για πρώτη φορά το 2004. Η γυναίκα αυτή ξέρει πολύ καλά πώς είναι να σε διώχνουν από το σπίτι σου κι απ’ όλα αυτά που αγαπάς: έφυγε κι εκείνη πρόσφυγας, από την Πάφο. Στο δικό της σπίτι, στα δικά της έπιπλα, στα δικά της κάδρα κατοικούν τώρα Ελληνοκύπριοι.

Μιλάμε για το Κυπριακό και το ονοματίζουμε με διάφορα ονόματα, ο καθένας με το δικό του αλφάβητο, με τη δική του ματιά. Ελληνοτουρικό; Ευρωπαϊκό; Διεθνές; Δικοινοτικό; Ξεχνάμε όμως πως, πέρα από το πολιτικό, το Κυπριακό είναι ένα πρόβλημα ανθρώπινο, άρα συναισθηματικό. Ντροπή και περηφάνια, μίσος και αγάπη, ενοχή και συγχώρεση. Ενα τραύμα βαθύ, που για τους ανθρώπους αυτούς (κι από τις δύο μεριές των συρματοπλεγμάτων) έγινε μέρος της ταυτότητάς τους. Κι ένας δρόμος θολός προς τη συγχώρεση, όπου άλλοτε η κραυγή της οδύνης μετατρέπεται σε πολεμική ιαχή κι άλλοτε η ανάγκη για λήθη οδηγεί σε ιστορική κώφωση. Δεν ξέρω αν θυμάστε εκείνο το σύνθημα της αμερικάνικης Αριστεράς μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου: «Η θλίψη μας δεν είναι κραυγή πολέμου». Αυτό ακριβώς ένιωσα μπαίνοντας στα σπίτια της Μόρφου. Αυτά τα σπίτια με τους πολλούς ιδιοκτήτες και την άγνωστη ταυτότητα.

 

 

Σύνδεσμοι

 

Άρθρα της «Ελευθεροτυπίας»