Τεστ DNA. "Ταυτότητα" στους αγνοούμενους της Κύπρου

Λυτρωτικός ή άχαρος ο ρόλος τους; Και τα δύο είναι εξίσου σωστά και εξίσου λάθος. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το έργο του ανθρωπολογικού εργαστηρίου της Διερευνητικής Δικοινοτικής Επιτροπής Αγνοουμένων στη Λευκωσία ήταν επιβεβλημένο. Οι επιστήμονές του είναι εδώ, για να αποχαρακτηρίσουν τους περίπου 2.100 ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους «αγνοούμενους». Να τους δώσουν μια ταυτότητα και να τους αποδώσουν στις οικογένειές τους. Ο,τι έχει μείνει και από τις δύο πλευρές…

Στους ταξιδιωτικούς οδηγούς περιγράφεται ως «το μικρότερο μουσείο του πλανήτη». Κάθε μέρα, στο φυλάκιο της οδού Λήδρας τουρίστες από όλο τον κόσμο φωτογραφίζουν τα ταμπλό με τις μαυροφόρες και τα κλαμένα παιδιά της εισβολής. Το βλέμμα καρφώνεται σε μια πορφυρή αινιγματική επιγραφή που μοιάζει με χρησμό: «Ενας ζωντανός χωρίς σώμα. Ενα σώμα χωρίς ψυχή. Μια φωνή που δεν ακούεται, αλλά είναι πάντοτε παρούσα. Μια ανάμνηση που αρνείται να φύγει».

Δεν είναι σίγουρα νεκροί, δεν είναι σίγουρα ζωντανοί. Είναι η πιο άγρια όψη του Κυπριακού: πάνω από 1.600 Ελληνοκύπριοι και περίπου 500 Τουρκοκύπριοι, στρατιώτες και πολίτες, εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς στα γεγονότα του ’63 και στον πόλεμο του ’74. Και, ξαφνικά, 33 ολόκληρα χρόνια μετά, οι αγνοούμενοι της Κύπρου βρίσκονται ξανά στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας και στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων του κόσμου.

«Λένε ότι επιστρέφουν σιγά σιγά. Αλλοι στο νότο και άλλοι στο βορρά. Περνάνε την πράσινη γραμμή; Λένε ότι θα μας έρθουν αυτήν τη βδομάδα, χωρίς προηγουμένως να τηλεφωνήσουν. Θα τους υποδεχθούν εντελώς διαφορετικά πρόσωπα από εκείνα που άφησαν φεύγοντας. Αφησαν πίσω τούς γονείς τους και τώρα θα βρουν εγγόνια. Ομως, επιτέλους, θα συναντήσουν τις γυναίκες τους που δεν πρόλαβαν καν να αποχαιρετήσουν φεύγοντας. Το παιδί θα γνωρίσει για πρώτη φορά τον πατέρα του. Ισως τώρα οι γιαγιάδες μας θα πάψουν να κάθονται στις εξώπορτες και να περιμένουν. Υστερα από τόσα χρόνια επιστρέφουν». Αυτό είναι απόσπασμα από e-mail που έφτασε στην τουρκοκύπρια δημοσιογράφο Sevgul Uludag. Αυτές οι αράδες, γραμμένες από αναγνώστρια, περιγράφουν ό,τι ακριβώς ζει η Κύπρος τούτες τις ώρες.

Επιστρέφουν από το παλιό αεροδρόμιο στην καρδιά της Λευκωσίας. Στην είσοδό του έχει φρεσκοασβεστωμένα συνθήματα: «Τα σύνορά μας είναι στην Κερύνεια». Ο αξιωματούχος που μας συνοδεύει επαναλαμβάνει μονότονα: καμία φωτογράφια, καμία φωτογραφία, καμία φωτογραφία. Το αεροδρόμιο -εξαίρετο δείγμα αρχιτεκτονικού μοντερνισμού- πρωτολειτούργησε το 1972. Τώρα, τα κτήριά του, ζωσμένα με συρματοπλέγματα και περικυκλωμένα από φαντάρους, στέκουν μισοερειπωμένα μέσα σε μιαν αχανή, κατάξερη, νεκρή ζώνη.

Ο χώρος είναι μεγάλος, δροσερός, ηλιόλουστος. Σχεδόν χαρούμενος. Οπως η ομάδα των Ελληνοκυπρίων, των Τουρκοκυπρίων και των ξένων επιστήμονων που μας υποδέχονται. Είναι αρχαιολόγοι, ανθρωπολόγοι και γενετιστές, η επιτροπή υποδοχής των αγνοουμένων. Εδώ είναι και οι αγνοούμενοι – κάποιοι απ’ αυτούς. Στα δεξιά της αίθουσας, ξαπλωμένοι στα τραπέζια, το φως πέφτει επάνω τους λοξά. Λευκωσία. Κερύνεια. Λάρνακα. Καρπασία. Ταξίδεψαν από πολύ μακριά για να φτάσουν εδώ. Περίμεναν πολλά χρόνια. «Εδώ είναι το ανθρωπολογικό εργαστήριο της Διερευνητικής Δικοινοτικής Επιτροπής Αγνοουμένων. Εδώ φτάνουν όλα τα οστά που βρίσκουμε στις κοινές εκταφές που πραγματοποιούμε. Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα, να πάτε στο ελληνοκυπριακό εργαστήριο» μας λέει ο τζόρας αξιωματούχος και μας ξαποστέλνει.

Ο νεαρός άντρας που μας ανοίγει την πόρτα του ελληνοκυπριακού εργαστηρίου είναι ευπροσήγορος και με οξεία αίσθηση του χιούμορ. «Τι λέει η κοπέλα σου για όλα αυτά;» τον ρωτάω καθώς μου δείχνει τα σύνεργά του. «Τίποτα. Απλώς, θυμώνει όταν καμιά φορά παίρνω δουλειά στο σπίτι». «Δουλειά» για τον δικαστικό ανθρωπολόγο Κώστα Ηλιόπουλο είναι να κάνει τον ντετέκτιβ σε εμπόλεμες ζώνες ανά τον κόσμο: ανακαλύπτει ομαδικούς τάφους, διερευνά τις ακριβείς συνθήκες θανάτου στρατιωτικών και αμάχων και αποδίδει τους ανώνυμους νεκρούς στις οικογένειές τους. Το καλοκαίρι του 1999 βρέθηκε στη Λευκωσία.

«Μέχρι τότε η προσέγγιση της κυπριακής κυβέρνησης δεν διέφερε από εκείνην του Ντενκτάς: οι αγνοούμενοι και οι συγγενείς τους χρησιμοποιούνταν για να συντηρείται το αίσθημα της έχθρας» υποστηρίζει ο συνεργάτης της «Ελευθεροτυπίας» Μακάριος Δρουσιώτης. «Το 1999 η κυπριακή κυβέρνηση άρχισε να εφαρμόζει μια νέα, ριζοσπαστική πολιτική: αποφάσισε να διακριβώσει την τύχη όλων των αγνοούμενων πολιτών της, Ελλήνων και Τούρκων. Ο Ντενκτάς αρνήθηκε να συνεργαστεί. Ηθελε την πληγή εσαεί ανοιχτή, για να εξυπηρετεί τη διχαστική του πολιτική».

«Αναγκαστικά οι πρώτες ανασκαφές έγιναν στα ελεύθερα τμήματα του νησιού. Είχαμε πληροφορίες ότι αριθμός προσώπων που σκοτώθηκαν κατά την εισβολή τάφηκαν ως άγνωστοι στρατιώτες στα κοιμητήρια Λακατάμιας και Αγίου Κωνσταντίνου & Ελένης». Αυτή ήταν η πρώτη αποστολή του Ηλιόπουλου με τους Γιατρούς για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. «Επρεπε, λοιπόν, να πείσουμε συγγενείς ανθρώπων που θάφτηκαν πάνω από τους αγνοούμενους, σε κανονικούς τάφους, ότι έπρεπε να τους ανοίξουμε και να βγάλουμε τους δικούς τους». Στις 24 Ιουλίου 2001 το υπουργείο Εξωτερικών ανακοινώνει την αναγνώριση 115 λειψάνων.

«Είχαμε τις πρώτες «επιτυχίες». Ανθρωποι, επιτέλους, ύστερα από δεκαετίες μάθαιναν την τύχη των δικών τους. Είναι άγριο, είναι σκληρό• όμως, γαληνεύει η ψυχή σου αν ξέρεις κι αν έχεις έναν τόπο για να αποδίδεις τιμές στον νεκρό σου. Η μεγαλύτερη δυσκολία ήρθε όταν αρχίσαμε αποστολές στην Ελλάδα, όταν πρωτοπήγαμε στα σπίτια των φαντάρων της ΕΛΔΥΚ».

Οι πεσόντες του πολέμου της Κύπρου είναι για την Ελλάδα μια περίεργη ιστορία: θυμίζουν την προδοσία του νησιού, την ενοχή που μεταφέρεται συλλογικά, τα μαύρα χρόνια της δικτατορίας. Αυτόν τον πόνο, λοιπόν, τον καλά καταχωνιασμένο, ερχόταν ο Ηλιοπούλος να αναμοχλεύσει τρεις δεκαετίες μετά. «Το 1979 η ΕΛΔΥΚ έκανε ανασκαφές και έστειλε στις οικογένειες των πεσόντων κασελάκια με τα οστά των δικών τους. Τα φανταράκια, φυσικά, δεν ήξεραν να ξεχωρίσουν τα οστά, ούτε υπήρχε το DNA τεστ τότε για να τα ταυτοποιήσουν. Ετσι, στο δικό σου κασελάκι υπήρχαν οστά τριών και τεσσάρων ανθρώπων. Επρεπε οι οικογένειες να πειστούν και να μας τα δώσουν. Μέσα εκεί υπήρχαν απαντήσεις για τους αγνοούμενους, και τις χρειαζόμασταν».

Το 2003 ανοίγουν στην Κύπρο τα οδοφράγματα. Με πληρωμένες αγγελίες στον τουρκοκυπριακό Τύπο, η κυπριακή κυβέρνηση καλεί τους τουρκοκύπριους πολίτες της να δώσουν αίμα, με σκοπό την ταυτοποίηση των λειψάνων των δικών τους αγνοουμένων. Ο Ντενκτάς προσπαθεί να τους αποτρέψει και ανακοινώνει την ίδρυση δικής του τράπεζας DNA. Παρ’ όλα αυτά, εκατοντάδες Τουρκοκύπριοι συρρέουν μαζικά στο ελληνοκυπριακό εργαστήριο και δίνουν αίμα. Τα δικά τους φαντάσματα, περίπου 500, αγνοούνται από το 1963.

«Ο Ντενκτάς εξοργίστηκε μαζί τους, διότι του χάλασαν το παιχνίδι» λέει ο Δρουσιώτης. «Τους κατηγόρησε ότι έγιναν εργαλείο στην προπαγάνδα των Ελληνοκυπρίων, ενώ τα «κρατικά» μέσα ενημέρωσης, που μέχρι πρόσφατα τους χρησιμοποιούσαν ως πρώτη ύλη για την προώθηση της «εθνικής πολιτικής», τους προβάλλουν τώρα ως συνεργάτες του εχθρού».

Υστερα από σχεδόν 5 χρόνια διακοπής, η Διερευνητική Δικοινοτική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους συνέρχεται στο «Λήδρα Πάλας» στις 30 Αυγούστου 2004. Τα μέλη προσπαθούν να συμφωνήσουν σε ένα κοινό πλαίσιο ανασκαφών σε όλη την επικράτεια του νησιού. Η επιτροπή καλεί Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους να δώσουν στοιχεία για την τύχη ή τα λείψανα αγνοουμένων, τονίζοντας ότι «όλες οι πληροφορίες που θα δοθούν θα παραμείνουν αυστηρώς εμπιστευτικές».

Εν τω μεταξύ, η Κυπριακή Δημοκρατία επενδύει 700.000 Ε στην έρευνα. Η Γερμανία προσφέρει 100.000, το Βέλγιο 250.000 και η Ολλανδία 250.000 Ε. Και, φυσικά, οι πάντα… γενναιόδωροι με την Κύπρο Βρετανοί προσφέρουν κι αυτοί 90.000 Ε, αλλά «υποστηρίζουν την επέκταση των δραστηριοτήτων της επιτροπής αγνοουμένων με τη δωρεάν διάθεση του χώρου όπου στεγάζεται το επιστημονικό ανθρωπολογικό εργαστήριο». Το οποίο βρίσκεται επί βρετανικού εδάφους πάνω στο κυπριακό νησί…

Η επιτροπή ανασκουμπώνεται και αρχίζει να τρέχει. Ο μεγάλυτερός της εχθρός πια είναι οι μπουλντόζες! Τα κατεχόμενα ξεπουλιούνται συνεχώς, μέρα τη μέρα, κομμάτι κομμάτι. Στις 19.4.2006 η επιτροπή ανακοινώνει ότι έχει οριστικοποιήσει το σχέδιό της για το πρόγραμμα εκταφών. Λίγους μήνες αργότερα φτάνουν στο νησί αργεντίνοι ιατροδικαστές-ανθρωπολόγοι: υπό την καθοδήγησή τους ομάδα τουρκοκυπρίων και ελληνοκυπρίων αρχαιολόγων και ανθρωπολόγων θα σκάψει σε όλο το νησί.

Ο δρ Μάριος Καριόλου είναι ανώτερος μοριακός γενετιστής. Διευθύνει το εργαστήριο δικανικής γενετικής και είναι ο σύμβουλος της ελληνοκυπριακής πλευράς στην Επιτροπή Αγνοουμένων. Τον συναντάμε στο γραφείο του, στο Ινστιτούτο Νευρολογίας & Γενετικής Κύπρου. «Η διαδικασία των ανασκαφών μπορεί να άρχισε το 1999, αλλά εμείς δουλέψαμε πολύ σκληρά πολύν καιρό πριν. Πέντε άνθρωποι επί δύο χρόνια δουλεύαμε νυχθημερόν για να σχεδιάσουμε τα οικογενειακά δέντρα όλων των αγνοουμένων και να αποφασίσουμε από ποιους συγγενείς τους θα ζητήσουμε δείγμα DNA. Το ιδανικό είναι να έχεις δείγμα της μητέρας, αλλά τόσα χρόνια μετά πόσες μανάδες ήταν στη ζωή; Το αμέσως καλύτερο είναι δείγμα από τον πατέρα ή τα αδέλφια. Σε αρκετές περιπτώσεις δεν υπήρχαν ούτε αυτοί, οπότε έπρεπε να απευθυνθούμε σε αδελφοθείους ή ξαδέλφια από την πλευρά του πατέρα. Ομως, η μεγαλύτερη δυσκολία δεν ήταν να βρούμε τους ανθρώπους, αλλά να τους πείσουμε να έρθουν».

Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι το να έχεις αγνοούμενους είναι πολύ χειρότερο από το να έχεις νεκρούς. Οι μνήμες σε στοιχειώνουν, αφού δεν ξέρεις αν πρέπει να πενθήσεις ή να ελπίζεις, κι έτσι η πληγή μένει πάντα εκεί. Πάνω σ’ αυτήν την πληγή χτίζουν τη ρητορική του μίσους οι εθνικιστές, πάνω σ’ αυτήν την πληγή ποντάρουν οι πολιτικάντηδες και πάνω στην ίδια πληγή πουλάνε οι αγύρτες φρίκη και ελπίδα.

Κατά καιρούς, διάφορα σενάρια κυκλοφορούν για τους αγνοούμενους. Κάποιος τους είδε, κάτι ξέρει, κάτι άκουσε. Η τελευταία «ασφαλής πληροφορία» ήθελε τους ελληνοκύπριους αγνοούμενους πειραματόζωα στα εργαστήρια χημικού πολέμου του τούρκικου στρατού. Εκανε το γύρο του κόσμου πριν ξεφουσκώσει, αλλά ήταν ικανή να κρατήσει ζωντανή την προσδοκία κάποιων συγγενών. Τελικά, ο πατέρας ενός αγνοούμενου έπαθε εγκεφαλικό. Επομένως, κατανοώ πλήρως τον κύριο Καριόλου: «Λειτουργεί περίεργα ο ψυχισμός του ανθρώπου: πολλοί έβλεπαν τη διαδικασία ως ομολογία θανάτου του ανθρώπου τους. Προτιμούσαν να τον θεωρούν αιχμάλωτο. Κάποιοι δεν έχουν έρθει ακόμα».

Τελικά, ο δρ Καριόλου και οι συνεργάτες του μαζεύουν 10.000 δείγματα για 1.619 αγνοούμενους. «Οταν οι αρχαιολόγοι ανακαλύπτουν τα οστά, τα μεταφέρουν στο ανθρωπολογικό εργαστήριο. Εκεί τα συναρμολογούν σε σκελετούς και, μαζί με τους αν- θρωπολόγους, προσπαθούν να φτιάξουν ένα όσο το δυνατόν πιο πλήρες σενάριο για τον άνθρωπο και τις συνθήκες θανάτου του. Σ’ εμάς στέλνουν συνήθως ένα κομμάτι από το μηριαίο οστό ή κάποιο δόντι. Καθαρίζουμε το δείγμα με χημικά και νερό, το τεμαχίζουμε και το παγώνουμε στους -270° C. Σ’ αυτές τις θερμοκρασίες τα οστά γίνονται σκόνη. Τους προσθέτουμε κάποια διαλύματα για να αφαιρέσουμε όλες τις χημικές και βιομηχικές ουσίες και… ελπίζουμε. Αν είμαστε τυχεροί, στο τέλος θα πάρουμε γενετικό υλικό. Ομως, μπορεί το έδαφος να έχει καταστρέψει το δείγμα. Οπότε προσπαθούμε ξανά, από άλλο σημείο του σκελετού».

Επειτα από δύο εβδομάδες ο γενετιστής θα έχει τις απαντήσεις. Η διαδικασία θα επαναληφθεί από δεύτερο συνάδελφό του, που δεν γνωρίζει τα αποτελέσματα του πρώτου. Εάν καταλήξουν σε κοινό αποτέλεσμα, το ανακοινώνουν στους συγγενείς. «Είναι παράξενο… Ως επιστήμονας χαίρεσαι, γιατί πέτυχες μια ταυτοποίηση• κι όμως, νιώθεις άθλια. Η επιτυχία σου σμπαραλιάζει τις ελπίδες ενός άλλου ανθρώπου».

«Δεν είχαμε καμία ελπίδα. Και, ευτυχώς, η γιαγιά είχε πεθάνει όταν ξεκίνησε η διαδικασία ταυτοποίησης». Ο Κυριάκος Σαβουλής είναι ανιψιός του Νίκου Κωνσταντίνου. Πριν από λίγες μέρες τα οστά του θείου παραδόθηκαν στην οικογένεια που, 7 χρόνια πριν, είχε δώσει δείγμα DNA. Το καλοκαίρι του ’74 ο Κωνσταντίνου ήταν ένα νεαρό αγόρι που είχε μόλις πουλήσει το αυτοκίνητό του για ν’ ανοίξει δική του δουλειά. Τελείωσε με τέσσερεις σφαίρες και θάφτηκε σε έναν ομαδικό τάφο στο Καζάφανι, που κατά τους ειδικούς άνοιξε με τα ίδια του τα χέρια.

«Τριάντα τρία χρόνια μετά, ένας ιρλανδός ανθρωπολόγος μάς παρέδωσε ό,τι απέμεινε από το θείο μου: τα οστά, ένα άρβυλο, τα κουμπιά της στολής του. Μας απάντησαν στην ερώτηση «τι απέγινε». Αλλά το «πώς» η κυβέρνηση δεν μας το λέει – μπορεί και να φοβάται μήπως αρχίσουμε ομαδικά τις αγωγές και υπονομεύσουμε τη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού. Ομως, η λήθη δεν έσωσε ποτέ κανέναν. Και οι υπαίτιοι πρέπει να πληρώσουν – είτε ήταν Τουρκοκύπριοι που εκτέλεσαν εν ψυχρώ αιχμαλώτους το ’74 είτε ήταν Ελληνοκύπριοι που εκτέλεσαν Τουρκοκυπρίους το ’63. Το έγκλημα είναι έγκλημα. Αλλά, θα μου πεις, δεν πλήρωσαν οι πρωταίτιοι…»

 

 

Σύνδεσμοι

 

Άρθρα της «Ελευθεροτυπίας»