Ρώσικη Ντίσκο. Στο "κολχόζ" του γλεντιού
(Κείμενο: Μαζί με τον Γιώργο Πιτροπάκη (geopitro@enet.gr))
(Φωτογραφίες Γεράσιμος Δομένικος)
Η διασκέδαση αρχίζει μετά τη 1, η βότκα ρέει άφθονη και οι περισσότεροι θαμώνες είναι ρώσοι μετανάστες. Οι Ελληνες εσχάτως άρχισαν να ανακαλύπτουν τα «κλαμπ των Ρώσων» και η «ρώσικη διασκέδαση» αποτελεί τη νέα αδυναμία των κλάμπερ και των εναλλακτικών. Εμείς πήγαμε στο πιο χάρντκορ, στο «Space»• εδώ διασκεδάσαμε μέχρι το ξημέρωμα και εδώ μάθαμε πως η βότκα ΔΕΝ πίνεται με χυμό πορτοκαλιού!
Εντάξει, είμαστε στον Κηφισό. Αλλά θα μπορούσε να είναι κι ο Βόλγας. Κι αν δεν βρισκόμασταν δίπλα ακριβώς στα ΚΤΕΛ, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είμαστε κάπου στη Μόσχα. Λίγο οι διάφορες ρώσικες βότκες, λίγο η ρώσικη R’n’B κι η ρώσικη τέκνο και, κυρίως, οι θαμώνες βοηθούν την ψευδαίσθηση. Βρεθήκαμε στο «Space», το «κλαμπ των Ρώσων».
Προσήλθαμε στις 10.30 μ.μ. – την ώρα που το προσωπικό σκούπιζε και συγύριζε τον «ναό». Ακόμα το μαγαζί είναι άδειο και ολόφωτο. Το κέφι εδώ ανάβει μετά τη 1 και κρατάει μέχρι το πρωί. Παρατηρούμε τον περιβάλλοντα χώρο. Ενα πρώην μπουζουξίδικο, που σύμφωνα με την ταμπέλα του «διατίθεται διά γάμους και βαπτίσεις» και θυμίζει ντίσκο του ’80. Ρώσικο το μαγαζί, αλλά Ελλην ο ιδιοκτήτης.
«Μετέλιτσα», χιονοθύελλα δηλαδή, ήταν το παλιό της όνομα και μ’ αυτό εξακολουθεί να είναι γνωστή στις μεγάλες παρέες από τον Ασπρόπυργο, το Ιλιον, το Μενίδι, την Καλλιθέα και τις άλλες συνοικίες απ’ όπου έρχονται οι θαμώνες για να γιορτάσουν γενέθλια και γιορτές, να χορέψουν και να φλερτάρουν. «Πάμε και αλλού, όμως εδώ νιώθουμε σαν στο σπίτι μας» λέει η Τατιάνα από τον Ασπρόπυργο. Η Αθήνα δεν είναι εύκολη πόλη για τους μετανάστες και τους παλιννοστούντες από τις άλλοτε σοβιετικές δημοκρατίες. «Οταν ξεκινούσαν τα πρώτα μεγάλα κύματα μετανά- στευσης από τη Ρωσία, στα γραφεία ευρέσεως εργασίας στη Μόσχα υπήρχαν παντού μεγάλες αφίσες με ελληνικά τοπία και δύο φράσεις του Τσέχοφ: “Υπάρχουν λιοντάρια στην Ελλάδα; Στην Ελλάδα υπάρχουν τα πάντα”. Τελικά, εμείς αυτά τα πάντα δεν τα είδαμε, ήρθαμε όμως αντιμέτωποι με τα λιοντάρια». Οι λέξεις της Ιρίνα Μπόικο, της σκηνοθέτιδας που είχε κερδίσει το βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, σφυρίζουν στο μυαλό μας ενώ προσπαθούμε να ενσωματωθούμε στο χώρο.

Επάνω, η μπαργούμαν του «Space». Κάτω, οι δίδυμες Ζωή και Δήμητρα που ζουν στον Ασπρόπυργο. Γεννημένες στην Ελλάδα, με καταγωγή ποντιακή.
Για την περίφημη ρώσικη ψυχή, το μυστικισμό και την καρτερικότητά της πολλά έχουν γραφτεί, αλλά δεν βοηθάνε – όσα κι αν έχεις διαβάσει αυτές τις ώρες τις μικρές. Γιατί η ρώσικη ψυχή (που πολλές φορές την ταπεινώσαμε όταν της φερόμασταν σαν να ‘τανε πουτάνα ή μπεκρής, σώνει και καλά) εδώ ήρθε για να διασκεδάσει και δεν δίνει δυάρα τσακιστή. Και πολύ καλά κάνει. Εμείς ήρθαμε στο χώρο τους, κουβαλώντας μαζί μας την «ενοχλητική» δημοσιογραφική μας ιδιότητα.
Τα μαγαζιά τα κάνουν οι άνθρωποι. Οι πελάτες και οι εργαζόμενοι. Στους 15 φτάνουν οι εργαζόμενοι στη «Space». Ολοι τους κατάγονται από την πάλαι ποτέ Σοβιετική Ενωση και, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, μιλούν άπταιστα ρώσικα. Ο επικεφαλής τους λίγο πριν από τα μεσάνυχτα εισβάλλει αεράτος, με την ποδήρη δερμάτινη καμπαρντίνα του και το γυαλιστερό ριγέ κοστούμι του. Ο Βαρτάν δεν είναι απλώς ένας μετρ, είναι ο μέγας τελετάρχης του μαγαζιού. Ευγενικός και χαμο- γελαστός και με μια ουλή στο μέτωπο «από τη νύχτα», υποδέχεται τους θαμώνες με σταυρωτά φιλιά και αγκαλιές.
Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή λειτουργεί το μαγαζί, όμως το σαββατόβραδο δεν πέφτει καρφίτσα. Η πολυφυλετική ομορφιά ξεχειλίζει, όπως το σπίρτο στα ποτήρια που όλοι τους πίνουν με τον κλασικό ρώσικο τρόπο: σφηνάκι μονορούφι και καπάκι -για να σβήσουν την υγρή φωτιά- μια μικρή δροσερή γουλιά χυμό. «Αυτά τα αηδιαστικά βότκα -πορτοκάλι τα πίνετε εσείς οι Ελληνες, που δεν ξέρετε να πίνετε!» μας τονίζουν.
Ελληνες κι αυτοί, αλλά μαθημένοι στη σοβιετική παράδοση, πήραν, κατά κύματα, για μιαν ακόμη φορά το δρόμο της προσφυγιάς, επιστρέφοντας στην πατρίδα μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού το ’91. Πόντιοι στην καταγωγή οι περισσότεροι από τους θαμώνες, έχοντας συγγενείς και φίλους από όλες και σε όλες τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, αναβιώνουν στο «Space» το κλίμα και την ατμόσφαιρα μιας διασκέδασης που σ’ ε- μάς θυμίζει άλλους χρόνους και καιρούς. Εδώ συναντιούνται οικογένειες, γνωστοί και φίλοι.
Φυσικά, εδώ δεν είναι χώρος συνάντησης της Κομσομόλ, κι αυτό το ξέρουν πρώτα απ’ όλα οι ιδιοκτήτες του κλαμπ. Αλκοόλ προσφέρουν, κι οι πελάτες έχουν μεγάλη παράδοση στην κατανάλωσή του (το μπουκάλι με τα παρελκόμενα κοστίζει 80 ευρώ, η είσοδος με το πρώτο ποτό 15). Ετσι, φρόντισαν και για την επιτήρηση της τάξης. Ηγουν, μερικά γεροδεμένα παλικάρια, με άψογα κοστούμια και ενδοσυνεννόηση, που θυμίζουν σωματοφύλακες σε αμερικάνικες ταινίες. «Εδώ οι άντρες που έρχονται είναι σοβαροί, όχι σαν εμάς τις καριόλες που είμαστε έτοιμες για καβγά» μας λέει η ταμίας του μαγαζιού, που τα ματάκια της βλέπουν κάθε βράδυ μπόλικο μαλλιοτράβηγμα. Γεγονός που διαπιστώσαμε κάμποσες φορές στη διάρκεια της νύχτας. Και για του λόγου το ασφαλές, δίπλα μας δύο ξανθιές, που δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από άγγελο, μαλλιοτραβιούνται άγρια για τα μάτια ενός διαβόλου. Οι «δυνάμεις ασφαλείας» επεμβαίνουν και το συμβάν λήγει. Τα κορίτσια τα βρίσκουν, ήταν φίλες άλλωστε, και ακροβατώντας με δυσκολία στα τακούνια τους αποχωρούν. Ο διαβολάκος έμεινε μπουκάλα.
Οι αρσενικοί θαμώνες ασχολούνται στην πλειονότητά τους με χειρωνακτικές εργασίες: σιδεράδες, αλουμινάδες, οικοδόμοι. Τα κορίτσια είναι πωλήτριες ή «δουλεύουν μέσα». «Μέσα» σημαίνει εσώκλειστες σε σπίτια. «Μέσα» εργάζονται και κάποιοι ά- ντρες, φροντίζοντας τους κήπους, κάνοντας μαστορέματα και τις βαριές δουλειές. Για τα εξωτερικά χαρακτηριστικά των κοριτσιών δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα, είναι γνωστά. Το ίδιο και για τ’ αγόρια. Αυτό, όμως, που έχει σημασία είναι η χαρακτηροδομή και των δύο φύλων. Ευγενείς, απλοί, μ’ εκείνον τον ειλικρινή τρόπο, που ή σε καλούν να πιεις μαζί τους ή σου λένε «ιντί να χούι» (άντε γα…). Δεν το παίζουν κοκαλωμένα τοτέμ μ’ ένα ποτό στο χέρι. Ηρθαν εδώ, στο ρεπό τους, για να διασκεδάσουν πραγματικά.

Η είσοδος προς την κεντρική αίθουσα. Ενας από τους κοστουμαρισμένους και άγρυπνους «σωματοφύλακες» βρίσκεται πάντα εδώ. Κοντά στο νου κι η γνώση: το αλκοόλ ρέει άφθονο, κάποιοι πελάτες... παραπίνουν.
Εχει κάτι ξεχωριστό η νύχτα εδώ. Ολοι ενώνονται σε μια παρέα κι ολόκληρος ο χώρος μεταμορφώνεται σε μια αχανή πίστα, όπου τα κορμιά μπλέκονται σαν τρελά φίδια. Η διαφορά, η τεράστια διαφορά, είναι ότι εδώ ο χώρος και, κυρίως, ο κόσμος σού βγάζουν αθωότητα. Είναι, δηλαδή, σαν τα δικά μας τα αγόρια και τα κορίτσια προτού η κόκα μπει στα κλαμπ και τα μεταμορφώσει σε τερατάκια που χοροπηδάνε με τα μάτια γυάλινα. Είναι η δικιά μας νύχτα πριν τα διάφορα «κουμπιά» τη μεταμορφώσουν σ’ ένα τεράστιο λούνα παρκ μεθυσμένης τρυφερότητας, γρήγορου σεξ και πρωινής αγριάδας.
Είναι περίπου 4 το πρωί και, ναι, γίναμε σοβιέτ, με τον Βαρτάν καθοδηγητή στη μέση της πίστας. Μετά την επίδειξη μπρέικ ντανς, έρχεται η ώρα του διαγωνισμού χορού (σοβιετικό κατάλοιπο, ασφαλώς, αφού οι διαγωνισμοί και οι ομαδικές δραστηριότητες «έπαιζαν» πολύ στη Σοβιετική Ενωση). Ο μετρ δίνει οδηγίες επί ματαίω στα κορίτσια που διαγωνίζονται και παραγκωνίζονται. Το δέλεαρ για τη νικήτρια μπορεί να είναι ένα κερασμένο από το μαγαζί μπουκάλι και το τσιφτετέλι, η καλύτερη πρόκληση για τα κορίτσια, που, όπως κάθε Ρωσίδα, κάποια στιγμή της ζωής τους, έκαναν όνειρα για τα Κίροφ και τα Μπολσόι.
Πέντε το πρωί πια ανοίγουμε τις πόρτες του «Space», σιγοσφυρίζοντας τον σοβιετικό ύμνο στην άκρη της πόλης. Δίπλα στον Κηφισό. Μιαν ανάσα από τον Βόλγα…
Βιβλιογραφία
- Βλαντίμιρ Κάμινερ,Ρωσική ντίσκο, Κέδρος, Αθήνα 2006
Σύνδεσμοι
- Πρεσβεία της Ρωσίας στην Αθήνα: http://www.greece.mid.ru/gr/index.html
- Ρώσοι στην Αθήνα Blog
- Ρωσικό Πολιτιστικό και Επιστημονικό Κέντρο στην Αθήνα
- LIFO: http://www.lifo.gr/mag/features/152 (27/6/2007)
| Μαζί με τον Γιώργο Πιτροπάκη |
