MAXIM. Ο πληρωμένος έρωτας δεν μένει πια εδώ
Επί 40 χρόνια έζησε στιγμές ένδοξες κι άκρως ιδιωτικές. Χιλιάδες πελάτες, εκατοντάδες κορίτσια, άπειρες μικρές ιστορίες χάνονται οριστικά, αφού το «Maxim» βάζει λουκέτο. Αυτές είναι οι τελευταίες νύχτες ενός μικρού μύθου της μεγάλης μας πόλης.
Ο χρόνος μοιάζει με μοδίστρα που ειδικεύεται στις μετατροπές. Προσπαθώ να θυμηθώ ποια το είπε καθώς περνάω για πολλοστή φορά έξω από το «Maxim». Αυτό το μικρό ξενοδοχείο για πάνω από 40 χρόνια ακούει τα «αχ» της πόλης: Τα «αχ» των αγοριών που έγιναν άντρες σε κάποιο από τα 21 δωμάτιά του. Τα «αχ» των κοριτσιών που τα έλεγαν κάποτε Ζωζώ και τώρα Λουτσία. Τα «αχ» μικρών επαρχιωτόπουλων που έψαχναν μια φτηνή στέγη και μια μεγάλη ευκαιρία. Τώρα το «Maxim» κλείνει. Οι φήμες λένε πως θα το πάρουν κάποιοι Κινέζοι για να το κάνουν αποθήκη. Κι όταν η πόρτα του θα κλειδώσει οριστικά, θα κάνει μαζί του αυλαία ένας ολόκληρος μικρόκοσμος, ένας μικρούλης πλανήτης που έζησε, έλαμψε και έσβησε στην καρδιά της Αθήνας. Η μοδίστρα έχει πιάσει ήδη τα ψαλίδια και τις βελόνες της.
Σε αυτό το μικρό, πνιγμένο στα σκουπίδια, στενοσόκακο της Αγοράς, η πόλη δείχνει όλα τα πρόσωπά της μαζί. Πολυεθνική, όπως οι Πακιστανοί, οι Ινδοί και οι Κινέζοι που τριγυρίζουν φορτωμένοι την πραμάτεια τους. Φρέσκια και δροσερή, όπως οι τουρίστες που μπαίνουν στο γιουθ χόστελ. Γερασμένη και μίζερη, όπως ο συνταξιούχος μπάτσος που παριστάνει τον σεκιουριτά της χαϊχλίδογλου επιχείρησης στη γωνία. Χάιπ και τρέντι, όπως τα πιτσιρίκια που μπαινοβγαίνουν στα μπαρ του Ψυρρή. Ντιζαϊνάτη και λουσάτη, όπως το ξενοδοχείο στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Βαμμένη με βαρύ μακιγιάζ και ημίγυμνη μέσα σε φτηνά ρούχα, όπως τα κορίτσια που δουλεύουν στο ξενοδοχείο απέναντι.
Πόσο απέχει η μια πλευρά του δρόμου από την άλλη; Ελάχιστα μέτρα κι άπειρα έτη φωτός. Πώς μπαίνεις από τον έναν κόσμο στον άλλο; Πρέπει «απλώς» να διασχίσεις το δρόμο. Να ανοίξεις την πόρτα. Να προσγειωθείς στον πλανήτη τους. Να ξεχάσεις όλα όσα ήξερες.
Νομίζω ότι θα με κοιτούσαν πιο χαλαρά εάν είχα προβοσκίδα και πράσινα αφτιά. Εν προκειμένω είναι όλα λάθος: ούτε προβοσκίδα ούτε πράσινα αφτιά, άσε που κανένας μας δεν ξέρει ξένες γλώσσες. Ούτε τα κορίτσια τη δική μου ούτε εγώ τη δική τους. Φλούο ρούχα, φλούο μακιγιάζ, φλούο νύχια. Η Τερέζα κι η Λουτσία τρώνε παγωτό και βαριούνται πιο πολύ κι από τη βαρεμάρα την ίδια. Δεν πρέπει να είναι παραπάνω από 25 χρόνων. Δεν πρέπει να ζουν παραπάνω από κάποιους μήνες στην Ελλάδα. Δεν πρέπει να τους αρέσει και πάρα πολύ εδώ. Πιθανολογώ, γιατί δεν μπορώ να μάθω. Δεν φταίνε μόνο τα σπασμένα αγγλικά τους. Δεν φταίει σίγουρα η βαριεστημάρα τους. Τα μαύρα κορίτσια είναι το καινούριο φρούτο της Αγοράς. Πολύ όμορφα για να τα συμπαθούν οι υπόλοιπες γυναίκες. Πολύ εξωτικά ώστε να έχουν τους περισσότερους πελάτες. Πολύ καινούρια στην πιάτσα για να έχουν φιλίες. Πολύ φοβισμένα για να ξανοίγονται.
Είναι ακόμα 10 το βράδυ κι η κίνηση δεν έχει αρχίσει. Η Βιβή δένει το λουράκι από τα ασημένια σανδάλια της. Είναι σίγουρα η απόλυτη σταρ του μαγαζιού. Στο νούμερο 4 του πρώτου ορόφου ανεβαίνουν κάθε βράδυ πελάτες καλοί και μόνιμοι, καψούρια που την κυνηγάνε χρόνια για ένα ραντεβού «εκτός ωραρίου εργασίας» και πιτσιρικάδες που έχουν ακούσει γι’ αυτήν από άλλα πιτσιρίκια. Καμία άλλη δεν έχει δικό της δωμάτιο όπως η Βιβή. Κι ίσως καμία άλλη δεν έχει τον τσαμπουκά της. Γελάει μες στα μούτρα μου: «Και τι θες να μάθεις, ρε συ; Πώς πηδάμε τους πελάτες; Τώρα οι πιο πολλοί θέλουν άλλα κόλπα. Αλλιώς πάνε και με τις γυναίκες τους. Το ήξερες αυτό;»
Στο βάθος του στενού διαδρόμου με τις εικόνες του Χριστού, τα διαφημιστικά ημερολόγια, τους ανεμιστήρες οροφής, τους θαμπούς καθρέφτες και τα φθαρμένα μωσαϊκά, κάθεται ο άντρας του μαγαζιού. Εχει περάσει τα 60, καπνίζει Σαντέ και φοράει βαριά αντρική κολόνια. Οπως βαριές αντρικές είναι οι κινήσεις των χεριών του. Βαριές αντρικές σέρνονται και οι λέξεις του και η ματιά του. Είναι ο άρχων και κλειδοκράτωρ: μοιράζει τα κλειδιά των δωματίων στις γυναίκες. Κρατάει το χρήμα. Επιβάλλει την τάξη. «Αφού θες να μάθεις, θα σου πω. Η καλύτερη μπίζνα ήταν και θα είναι το μουνί». Χαίρομαι κι εγώ που σας γνωρίζω, κύριε Γιάννη μου.
Η ώρα έχει φτάσει 12, η πελατεία μπαινοβγαίνει κι ο άρχων δίνει κλειδιά, θυμίζει στα κορίτσια να σημειώνουν κάθε βίζιτα στο χαρτί, μοιράζει καλησπέρες κι ενδιαμέσως σου παραδίδει μαθήματα. Από το πώς στήνεται ένα καλό σκυλάδικο («3 μαγαζά είχα στην επαρχία») μέχρι το πώς επιβάλλεται η τάξη στη νύχτα («δεν είναι μόνο οι πελάτες. Και τα κορίτσα θέλουν τα κουμάντα τους»). Κι από το πώς πρέπει να φλερτάρεις μια γκόμενα («η γυναίκα θέλει με το μαλακό και να ακούει μεγάλες κουβέντες») μέχρι πώς να προστατευτείς από αυτήν («το παν είναι να μην την πιστεύεις. Ειδικά άμα σου μπήγει τα κλάματα. Τότε λέει ψέματα σίγουρα»).
Μεγάλες ρήσεις μεγάλων αντρών, κι εδώ μέσα, είπαμε, θα ξεχάσεις όλα όσα ξέρεις. Ή όσα νομίζεις ότι ξέρεις. Διότι, σκέφτεσαι, στην εποχή του «Κοσμοπόλιταν», ποιος έχει ανάγκη να πληρώσει για σεξ; Οποιος θα πήγαινε και στον Αγιο Παντελεήμονα. Αμ δε. Φυσικά και είναι μετανάστες. Φυσικά και είναι διάφοροι μικροδιάβολοι. Φυσικά και υπάρχουν οι πελάτες οι παλιοί, οι καλοί, οι μονιμάδες. Αλλά την πόρτα του φτηνού ξενοδοχείου περνάνε και τεκνάκια σαν τα κρύα τα νερά, αγοράκια με «προχωρημένα» κουρέματα κι ωραίες φατσούλες, έφηβοι με σπυράκια και τριαντάρηδες που θα μπορούσαν να είναι οι κολλητοί σου.
Το «Maxim» δίνει μια και γκρεμίζει όλα τα στερεότυπά μου. Οι άντρες που περνάνε αυτή την πόρτα δεν είναι οπωσδήποτε σακάτηδες ή κακοί. Ο άρχοντας των κλειδιών δεν μου είναι βαθιά, απόλυτα αντιπαθητικός. Και τα κορίτσια δεν είναι όλα θύματα της άδικης κοινωνίας. Η Σιμόν Ντε Μποβουάρ με τραβάει, θορυβημένη, απ’ το μανίκι!
Παρακολουθώ τη Βιβή να ετοιμάζεται για μια βίζιτα «από τις καλές, τις ακριβές». Φοράει τα «κλασάτα» της, αφού ο πελάτης δεν θα έρθει να τη βρει εδώ στην Αγορά, αλλά θα πάει εκείνη στο ακριβό ξενοδοχείο του στην Ομόνοια. «Και πώς θα μπω μέσα, μωρέ; Θα με καταλάβουν οι ανθρώποι ότι είμαι βίζιτα», μουρμουράει καθώς ξεντύνεται εδώ μπροστά μας, στην είσοδο του ξενοδοχείου. «Ελα, κοριτσάκι μου, που θα σε καταλάβουν. Μια χαρά πελάτισσα φαίνεσαι. Και δίνει ο κύριος και 150 ευρώ για μια ωρίτσα. Ελα, μανούλα μου, σκέψου το χρήμα και προχώρα». Είπαμε, θέλουν και τα κορίτσα τα κουμάντα τους κι ο κυρ Γιάννης εμψυχώνει το τιμ. «Θα πάω, αλλά να έρθει κάποιος μαζί μου», γκρινιάζει η Βιβή. Εγώ. Εγώ θα έρθω. Που ψοφάω για στερεότυπα. Και για θλιμμένες ιστορίες.
Κι έτσι εκείνη λούζεται με κολόνια, λούζει κι εμένα και με πιάνει αγκαζέ. Περπατάμε στην Αθηνάς και μετράω τα βλέμματα πάνω μας. Πρώτος πρώτος ο συνταξιούχος μπάτσος: κουνάει το κεφάλι και μουρμουράει μέσα από τα δόντια του. Αμέσως μετά μια κλούβα με αραγμένους ΜΑΤατζήδες: «Ελα τα κοριτσάκια που πάνε για δουλίτσα. Πόσο πάει, όμορφες;» «Είναι καλά παιδιά, βαριούνται κι αυτά, τι να κάνουν για να περάσει η ώρα;», λέει η Βιβή που έχει κάνει 3 γάμους κι είχε μια στρατιά εραστές, αλλά «τις πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής μου τις πέρασα με έναν μπάτσο». Μπας και τον είχες και νταβατζή – ρωτάω εγώ, διότι ο μπάτσος πάντα, μα πάντα, πρέπει να είναι ο κακός της ιστορίας. «Είσαι καλά, ρε; Δεν αξίζει το πεζοδρόμιο άμα σου τα τρώει ο αγαπητικός. Τι είμαι εγώ, καμιά απ’ αυτές τις βρομιάρες τις μαύρες;»
Κρακ, έκανε το στερεότυπο κι έσπασε. Κρακ – καθώς η Βιβή μού εξηγεί ότι υπάρχουν κι ευτυχισμένες πουτάνες. Κρακ – καθώς ακούω την ιστορία της κι όντως ο μπάτσος της μοιάζει το καλύτερο παιδί. Κρακ, κράκ, κράκ – εκκωφαντικός θόρυβος από άπειρα κρύσταλλα που σπάνε: οι βρομιάρες οι μαύρες; Συγνώμη, κορίτσια, πού πήγε η γυναικεία αλληλεγγύη; Συγνώμη ξανά, αλλά η Βιβή η Βουλγάρα σνομπάρει την Τερέζα τη Νιγηριανή; Λουσμένες στη βιολέτα περνάμε την πόρτα του ξενοδοχείου. «Καλή δουλειά», της ψιθυρίζω. «Ευχαριστώ, κοριτσάκι», λέει αυτή ενώ τσεκάρει την τσάντα με τα σύνεργα της δουλειάς: μαστίγιο, δονητές, προφυλακτικά.
Κι ενώ νομίζεις ότι πάει, όλες οι κρυσταλλένιες σου προκαταλήψεις έγιναν θρύψαλα, ανακαλύπτεις ότι έχεις κι άλλα τζιβαερικά για σπάσιμο. Γιατί έχει πάει πια 3 το πρωί. Και πίσω στο γραφείο του άρχοντα εμφανίζεται ο Τρύφωνας. Που αν δεν ήταν από τη Σιάτιστα, θα ήταν Βραζιλιάνος. Ή έτσι του αρέσει να διαφημίζεται. Κι αν δεν ήταν δοσατζής, θα ήταν «παραλίγο νταβατζής». Ή έτσι του αρέσει να πιστεύει. «Καλλιτεχνικός πράκτορας», τον διορθώνει ο άρχων. «Μη λες νταβατζής, ακούγεται άσχημα».
Επισήμως ο Τρύφων είναι δοσάς στα μπορντέλα. Προμηθεύει στα κορίτσια προφυλακτικά, νυχτικά, κάλτσες, εσώρουχα. Ανεπισήμως έχει κάνει όποια δουλειά μπορείς να φανταστείς. Γι’ αυτόν οι γυναίκες είναι «τα μουνιά» και φυσικά «είναι όλες πουτάνες. Εκτός από τις αληθινές πουτάνες που είναι μπεσαλούδες. Οι χειρότερες είναι οι νόμιμες σύζυγοι, που σ’ τα τρώνε δόξα και τιμή». Ακούς, ακούς, ακούς και, κάποια στιγμή (ενώ δεν το έχεις καν σκεφτεί) το ξεστομίζεις: «Οχι, ρε μαγκάκο, δεν είναι πάντα έτσι. Μάλλον εσύ είσαι πολύ καμένος». Η σφαλιάρα που αιωρείται αόρατη στον αέρα θα σκάσει στα ωραία μου μούτρα. Τη βλέπω. Ερχεται.
Το πιο ωραίο, το πιο αστραφτερό, το πιο μεγάλο από τα στερεότυπά μου καταρρέει μαζί με τον Τρύφωνα στην πολυθρόνα. «Καμένος, καμένος ο καημένος είμαι», ξεφυσάει κι αναστενάζει για την Τατιάνα «που αν δεν με είχε αφήσει η πουτάνα, τώρα θα είχαμε παιδί». Κι έτσι καθώς η νύχτα φεύγει, τον ακούω να μιλάει για «το σπιτάκι του που ρήμαξε», «τη ζωή του που άδειασε» και τον βαθύ του καημό «που πότε θα κάνει ένα παιδί». Ζούμε τον υπαρκτό σουρεαλισμό και η κίνηση εξακολουθεί: «30 ευρώ, 20 η βίζιτα, 10 για το δωμάτιο». Τριάντα, είκοσι, δέκα. Τριάντα, είκοσι, δέκα. Ο κυρ Γιάννης επαναλαμβάνει τη φράση μηχανικά σε όλους τους πελάτες. «Δύο στα 10 είναι δικά μου. Βάλε κι ένα χιλιαρικάκι ο μισθός – δεν είναι άσχημα».
«Εξαρτάται από το πόσες γυναίκες δουλεύουν», λέω εγώ, διότι πρέπει να δείξω ότι αρχίζω να πιάνω την μπίζνα. «Εξαρτάται από τις μέρες», λέει αυτός. «Εμείς δίνουμε στα κορίτσια μόνο τα δωμάτια του πρώτου ορόφου. οι άλλοι δυο όροφοι είναι για κανονικούς πελάτες. Αλλοτε γεμίζουν και τα 10 και οι πελάτες μπαινοβγαίνουν ασταμάτητα από τις 10 το βράδυ μέχρι το ξημέρωμα. Αλλοτε βαράμε μύγες. Παλιά δουλεύαμε κάθε μέρα στο φουλ. Τώρα μόνο Παρασκευές και Σάββατα. Η πουτανιά δεν είναι πια αυτή που ήταν. Τώρα γίνεται κυρίως μέσω μικρών αγγελιών, κέντρων για μασάζ, πρακτορείων μοντέλων. Στο δρόμο πια βγαίνουν ελάχιστες γυναίκες. Κυρίως μαύρες, ελάχιστες Βαλκάνιες και Ρωσίδες. Κι από Ελληνίδες έχουν μείνει 2-3. Ας όψεται η Ολυμπιάδα που έκλεισε τα κορίτσια μέσα κι έχασε ο δρόμος το γούστο του».
Η Βιβή έχει γυρίσει από τη βίζιτα την καλή και φοράει πάλι τα ρούχα του πεζοδρομίου. Η Τερέζα και η Λουτσία μπαινοβγαίνουν στα δωμάτια ασταμάτητα. Ο Τρύφωνας κλαψουρίζει. Ο άρχοντας μοιράζει κλειδιά και μου δίνει μαθήματα: «Θα σου πω τώρα πώς να ξεχωρίζεις τον άντρα το σωστό. Λοιπόν…».
Πώς βγαίνεις από αυτό τον κόσμο; Δεν υπάρχουν πολλοί τρόποι. «Απλώς» διασχίζεις το δρόμο. Κλείνεις την πόρτα. Απογειώ-νεσαι από τον πλανήτη τους. Ξεχνάς όλα όσα έμαθες… Πόσο απέχει η μια πλευρά του δρόμου από την άλλη; Ενα ρεπορτάζ δρόμος!
ΥΓ.: Το ξενοδοχείο έκλεισε οριστικά πριν από δύο εβδομάδες. Αυτές ήταν οι τελευταίες του νύχτες.