Αλβανία. Έχουν και τα Τίρανα το Κολωνάκι τους

(Φωτογραφίες Γεράσιμος Δομένικος)

1

Οι τοίχοι γράφουν USA, αφίσες με αμερικάνικα τσιγάρα γεμίζουν την πόλη και τα βράδια στα μπαρ ηχούν το χιπ χοπ, η Μαντόνα και ο δικός μας Sakis. Οι νέοι στα Τίρανα διασκεδάζουν όπως στη Δύση. Κι ενώ πίνουν μοχίτο, χορεύουν σάλσα και μαθαίνουν αγγλικά, ψάχνουν και καμιά φορά να βρουν τι τους θυμίζει το όνομα Χότζα…

Προσπαθώ μέρες τώρα να κατατάξω την πόλη των Τιράνων σε κάποιο από τα ραφάκια της πραγματικότητας που ξέρω και δεν μπορώ. Είμαι στην Ευρώπη; Μπορεί. Είμαι στα Βαλκάνια; Σίγουρα. Είμαι στην Ανατολή; Αναμφισβήτητα. Είμαι στη Δύση; Παίζεται. Είμαι σίγουρα έξω απ’ ό,τι έχω συνηθίσει. Διότι, συνήθως, βρίσκεσαι σε μια πόλη και λες «ωραιότατη! Δυτική μητρόπολη!» Ή λες «αριστούργημα! Μυρίζει Ανατολή!». Πώς μυρίζουν τα Τίρανα;

Από εδώ επάνω, μια και το μπαρ στο οποίο βρίσκομαι περιστρέφεται, η πόλη μυρίζει Δύση. Χαζεύω ένα ποτάμι που θα μπορούσε να κυλάει στη Βιέννη. Κτίρια που θα μπορούσαν να αράζουν κάπου στην Ιταλία. Ουρανοξύστες που θα μπορούσαν να φλερτάρουν τον ουρανό της Σιγκαπούρης. Κι ανάμεσά τους, παλιές πολυκατοικίες που βάφτηκαν πολύχρωμες χάρη στο ραβδάκι του Εντι Ράμα. Παλιά κτίρια του κόμματος που προσπαθούν να ξεχάσουν το παρελθόν τους. Το γαλάζιο πανεπιστήμιο που έχει το όνομα της Μητέρας Τερέζας. Αλλά αυτό που πιο πολύ με μπερδεύει είναι τα κομμάτια της πόλης που το σκοτάδι σκεπάζει και δεν φαίνονται από το Sky Bar.

2

Ευτυχώς, κατεβαίνουμε γρήγορα από τον πύργο της Vodafone και το εσωτερικό μου παραλήρημα σταματάει. Περπατάμε στους δρόμους του Μπλόκου. Της γειτονιάς που οι επιχειρηματίες οι οποίοι δραστηριοποιούνται εδώ αποκαλούν, με μια δόση νοσταλγίας και μια υποψία ειρωνείας, «Κολωνάκι των Τιράνων». Προφανώς, γιατί είναι το μόνο μέρος της πόλης όπου μπορείς να παραγγείλεις έναν εσπρέσο λούγκο ή μια τιραμισού. Και τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τον εσπρέσο του και χωρίς την τιραμισού του;

Αυτά όλα, βεβαίως, τα αγνοούσε ο Χότζα όταν έχτιζε τη γειτονιά όπου θα ζούσαν τα στελέχη του, γύρω γύρω από το προσωπικό του ανάκτορο, όπως ο βασιλιάς Ηλιος, τον οποίο επίσης αγνοούσε πιθανότατα. Λένε πως τα όνειρα παίρνουν πάντα την εκδίκησή τους. Δεν ξέρω τι όνειρα είχαν οι επί δεκαετίες απομονωμένοι από το σύμπαν Αλβανοί, αλλά σίγουρα αυτή η γειτονιά είναι η εκδίκησή τους. Το Μπλόκου είναι ένα σύμπλεγμα κτιρίων σοσιαλιστικής εμπνεύσεως και κατασκευής, που απλώνεται σε αρκετά τετράγωνα στην καρδιά της πόλης. Εκεί όπου παλιά κατοικούσε η νομενκλατούρα του κόμματος, η χρυσή νεολαία των Τιράνων χορεύει στους ρυθμούς του χιπ χοπ, περιμένει με αγωνία το νέο δισκάκι της Μαντόνα, πίνει μοχίτο και κάνει μαθήματα σάλσα. Οι περισσότεροι από τους πιτσιρικάδες δεν θυμούνται τον Χότζα. Δεν ξέρουν καν πού ήταν το σπίτι του. Αλλά οι περισσότεροι γνωρίζουν το φροντιστήριο αγγλικών «Αβραάμ Λίνκολν». Αν δεν είναι αυτό εκδίκηση, τότε ποια είναι η εκδίκηση ακριβώς;

Στο Μπλόκου, στο «Κολωνάκι των Τιράνων», τα μπαρ και οι ντίσκο ξεχειλίζουν από κόσμο και... ερωτισμό.

Το παλιό ανάκτορο του Χότζα βρίσκεται μέσα σε έναν καταπράσινο κήπο στο κέντρο του Μπλόκου. Κι έχει πια χωριστεί στα τρία. Το ένα του κομμάτι είναι θεοσκότεινο και φυλάσσεται από την αστυνομία: εκεί λένε ότι βρίσκονται κειμήλια και προσωπικά αντικείμενά του. Το κεντρικό μέρος του έχει γίνει καφετέρια (να εκείνος ο λούγκο που λέγαμε). Και το τελευταίο κομμάτι του στεγάζει το κέντρο ξένων γλωσσών και τον Αβραάμ Λίνκολν σε ένα τεράστιο πορτρέτο. Αμερίκα, Αμερίκα!

Το όνειρο του μέσου πιτσιρίκου που τα πίνει εδώ είναι να γίνει Αμερικανάκι. Αλλος θέλει να γίνει ροκάς με μακριά μαλλιά και να μοιάσει στον Τζιμ Μόρισον. Αλλη θέλει να μοιάσει στην Μπιγιονσέ με φούστα μέχρι τον αφαλό. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, πάντως, ο στόχος είναι να γίνουν όπως Αμερική. Εξ ου και τα αμέτρητα γκράφιτι στους τοίχους που φωνάζουν USA. Εξ ου και ο καβαλάρης της Μάλμπορο, που καλύπτει ολόκληρη την πρόσοψη ενός κλαμπ, εξ ου και τα αμερικάνικα χιτάκια που σφυροκοπούν τα αφτιά μας, εξ ου και οι προσόψεις τύπου Λας Βέγκας στα περισσότερα μπαρ.

Εουρόπα, Εουρόπα! Αυτό είναι το όνειρο των υπόλοιπων νεαρών που έζησαν στην Ελλάδα ή την Ιταλία στα χρόνια της μεγάλης φυγής. Αυτοί συχνάζουν στο Budha Bar, ακούνε έθνικ και λάουντζ, αράζουν σε κόκκινους καναπέδες, με φαναράκια και ινδικά ξυλόγλυπτα. Ή χορεύουν μερένγκε και πίνουν καϊπιρίνια στο Alma de Cuba, που είναι εμπνευσμένο από το δικό μας Enzo de Cuba. Ή φλερτάρουν στο Living Room, που θα μπορούσε να είναι το δικό μας De lux ή το Motel.

Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο που οι ιδιοκτήτες και των τριών αυτών μαγαζιών, που μου συνέστησαν ως τα πιο καυτά κλαμπ της πόλης, έχουν ζήσει επί πολλά χρόνια στην Ελλάδα. Οπότε έμαθαν τη συνταγή και τη μετέφεραν σχεδόν copy paste στην Αλβανία.

Βράδια με σάλσα, «έξαλλο» ντύσιμο και καμάκι. Αρκεί να μη σας πιάσει το μάτι του αδερφού τής κοπέλας!

Σχεδόν copy paste, αυτό κρατήστε το για να μην παρεξηγηθώ. Γιατί μπορεί το σκηνικό να μοιάζει, η μουσική επίσης, όμως οι κώδικες της αλβανικής νύχτας είναι εντελώς διαφορετικοί από τους αθηναϊκούς. Οπότε, αν νομίζετε ότι έχετε προσγειωθεί στον παράδεισο, με το ποτό να κοστίζει μόλις 3 ευρώ (άντε 5 στα πολύ πολύ ακριβά μαγαζιά), προσέξτε τα «χερουβείμ» και τα «σεραφείμ» που χορεύουν γύρω σας. Κάπου κοντά καραδοκεί ο αδερφός τους.

Αυτός ακριβώς είναι ο καημός του βερολινέζου συναδέλφου που πίνουμε τεκίλες, ενώ διάφορες αιθέριες υπάρξεις λικνίζονται γύρω του φωνάζοντας με πάθος «you are my lover, undercover». Το πρόβλημα του Χάινριχ οξύνεται και από τους στίχους του άσματος και αναρωτιέται: «Αφού όλες ντύνονται με σούπερ μίνι και εξώπλατα, χορεύουν σαν σεληνιασμένες, γιατί ΚΑΜΙΑ δεν δέχεται να την κεράσω ένα ποτό;» Γελάω ασυγκράτητα, διότι ακριβώς την ίδια απορία εξέφραζε πριν από λίγες μέρες στην Αθήνα ο φίλος μου ο Θανάσης. Μόνο που αυτός το έχει σπουδάσει το θέμα κι έχει βγάλει και τη θεωρία για τα «κοριτσάκια – λουκετάκια».

Λοιπόν, αγαπητέ, «τα κοριτσάκια – λουκετάκια» δεν δέχονται να τα κεράσεις ένα ποτό γιατί δεν είναι ποτέ μόνα στο κλαμπ, συνοδεύονται από τον αδερφό / το φίλο / τον κολλητό. «Τότε γιατί τα κάνουν όλα αυτά; Γιατί μου δημιουργούν προσδοκίες;» Τώρα τι να του πεις του βερολινέζου φίλου, που μεγάλωσε σε κοινόβιο και με γονείς παιδιά των λουλουδιών; Εδώ είναι Βαλκάνια, του τραγουδάω.

«Με συγχωρείτε. Από την Ελλάδα είστε;» Η κοπελίτσα που μας χαμογελάει είναι χαρακτηριστική περίπτωση του παραλογισμού που βιώνει ο ορθολογιστής φίλος. «Αχ, λατρεύω την Ελλάδα! Τα μαγαζιά, τα κλαμπ, το Ζάρα! Τι όμορφη χώρα!» Ο Χάινριχ έχει αναθαρρήσει. Δεν κράτησε για πολύ. Είπαμε, εδώ είναι Βαλκάνια: «Ο αδελφός μου, πολύ καλό παιδί, αλλά δεν μιλάει ελληνικά, θέλει να σας γνωρίσει». Κόκαλο ο βερολινέζος φίλος!

5

Ερχεται το επίδοξο καμάκι, που στοιχηματίζω ότι δεν έχει δει ποτέ τον Αλέξη Γεωργούλη στον «Εραστή δυτικών προαστίων», αλλά επιβεβαιώνει τη γιαγιά μου: τα σίριαλ είναι βγαλμένα από τη ζωή. «Γεια σου, κοριτσάκι. Μου χαρίζεις το ονοματάκι σου; Πρώτη φορά στην πόλη μας; Να σε πάω μια βόλτα;» Και όλα τα συναφή ενός ελληνοπρεπέστατου καμακιού, της εποχής του ’80 βέβαια.

Από τα ηχεία έρχεται ο εθνικός μας Sakis. Η παρέα έχει μεγαλώσει: το καμάκι, η αδερφή του, δυο κοριτσάκια που σπούδασαν στην Αθήνα, η Οντέτα, η διαφημίστρια που μοιάζει βγαλμένη από εντιτόριαλ μόδας, ο Βίκτωρας που δουλεύει μοντέλο, μια πιτσιρίκα που πέρυσι σέρβιρε στο Destijl, ένας αλβανός φωτογράφος, ο βερολινέζος φίλος. Πάντως, είναι ωραία, θυμίζει πατρίδα, καθώς χορεύουμε όλοι μαζί και μοιραζόμαστε σφηνάκια, γέλια και φιλοφρονήσεις. Εδώ είναι Βαλκάνια. Εδώ είναι η γειτονιά μας.

 

 

Βιβλιογραφία

  •  Gillian Gloyer, Albania, Bradt Travel Guides, 2008 (3d Edition)

 

Σύνδεσμοι