Ένα εκατομμύριο, εκατόν μία χιλιάδες, εκατόν μία και δέκα

Εκατομμύρια περνούν από τα χέρια τους καθημερινά και εκατομμύρια στην τσέπη τους δεν βλέπουν. Πώς νιώθει, άραγε, ένας ταμίας πίσω από το γκισέ, πόσο άγχος του δημιουργεί ένα πιθανόν «λαθάκι» και πόσοι ζηλεύουν την τόλμη του Δημήτρη Χορν, που την έκανε με όλο το ταμείο;…

Οταν μου ήρθε το φλασάκι, ο πρωθυπουργός δεν είχε ακόμα αρχίσει τον ανένδοτό του εναντίον των ρετιρέ των τραπεζών. Προσπαθούσα να ψήσω το φίλο μου να γίνει ταμίας για μία ακόμα φορά στη Μονόπολη. «Ελα, ρε Γιαννάκη, που τα μετράς και γρήγορα, αφού δουλειά σου είναι», είπα εγώ. «Και σένα δουλειά σου είναι, γιατί δεν μου παίρνεις μια συνέντευξη;» απάντησε γκρινιάζοντας (και μετρώντας κατοστάρικα) ο Γιαννάκης. Εκεί φλάσαρα: από τα χέρια του ταμία περνάνε τόσα χρήματα κάθε μέρα όσα δεν θα δω εγώ ποτέ στη ζωή μου. Αυτό μου κίνησε την περιέργεια.

Πριν προλάβω καλά καλά να οργανωθώ, η κυβέρνηση μου έδωσε ακόμα έναν καλό λόγο να κάνω το θέμα. Τα ρετιρέ είναι πιασάρικα για τη ρητορική των δελτίων ειδήσεων, αλλά πώς είναι η ζωή στη γαλέρα των γκισέ; Πώς είναι να μετράς χρήματα που ποτέ δεν θα γίνουν δικά σου; Και πόσο πιθανό είναι να τη δεις Δημήτρης Χορν και μια ωραία πρωία να την κάνεις με το ταμείο παραμάσχαλα και το κορίτσι των ονείρων σου στο χέρι;

«Ενα εκατομμύριο, εκατόν μία χιλιάδες, εκατόν μία και δέκα. Αυτό ήταν πάντα ο ταμίας, αυτό θα είναι εσαεί. Πίσω από ένα γκισέ θα μετράει άπειρα χρήματα που ποτέ δεν θα γίνουν δικά του», λέει ο Νίκος Αγγελόπουλος. «Εγώ έχει γίνει πλούσιος μόνο από το χρήμα που έχω δει. Ειλικρινά, έχω ξεπεράσει το χρήμα, σχεδόν το σνομπάρω. Τόσο πολύ, που λέω στους φίλους μου ότι είμαι δισεκατομμυριούχος». Ο Νίκος είναι 30 χρόνων και δουλεύει ήδη μία δεκαετία στην Εθνική Τράπεζα. Ηθελε πολύ να δουλέψει από πιτσιρικάς εδώ, όπως και η Εφη Χρονοπούλου, που εδώ και 20 χρόνια κάθεται στο διπλανό του γκισέ. «Κάθε μέρα από τα χέρια μου περνάνε από 100 έως 200.000.000 ευρώ . Μπορεί στην αρχή να σκέφτεσαι “γαμώτο είμαι μες στο χρήμα και χρήμα δεν έχω”. Μετά συνηθίζεις, βλέπεις το χρήμα σαν αντικείμενο. Πάντως, δεν είναι αυτοί οι λόγοι που οι τραπεζικοί δεν θέλουν να κάτσουν στο ταμείο», συνεχίζει γελώντας.

Τους ταμίες οι συνάδελφοί τους τους αποκαλούν «μαύρους». Κι η αλήθεια είναι ότι η θέση στην «πρώτη γραμμή της τράπεζας» (όπως την περιγράφουν τα διοικητικά στελέχη) δεν είναι αυτό που θα αποκαλούσε κανείς αξιοζήλευτη. Νιώθεις μαύρος στη γαλέρα, Νίκο; «Το καλό στο ταμείο είναι ότι δεν έχεις κανέναν πάνω από το κεφάλι σους. Το κακό είναι ότι δεν μπορείς να εκτονωθείς και δίκιο να έχεις». «Εχει τύχει να με προσβάλουν και να κλαίω. Και δεν έφταιγα κιόλας. Οι πελάτες εκτονώνονται επάνω μας, αν πέσουμε στην κακή τους ημέρα», υπερθεματίζει η Εφη.

Ωχ, αρχίζω να ανησυχώ. Οσο προχωράει η κουβέντα, αναγνωρίζω τον εαυτό μου στο πρόσωπο του σπαστικού πελάτη. «Το μέγα πρόβλημα είναι όταν έρχονται να πληρώσουν την εφορία, εκρήγνυνται με το παραμικρό. Φέτος είναι φοβερό το φαινόμενο, όλοι γκρινιάζουν». Τώρα πια δεν ανησυχώ απλώς, εγώ είμαι αυτή που περιγράφει πιο πάνω ο Αντρέας Αντωνόπουλος. Και συνεχίζει ακάθεκτος: «Δεν έχουν γίνει Ευρωπαίοι οι Ελληνες, ίσως να είναι πιο αγχωμένοι, όπως οι άνθρωποι της Δύσης, αλλά σίγουρα δεν είναι πιο ευγενικοί. Δεν έχουν υπομονή καθόλου. Το μόνο κόλπο για να τους χειριστείς είναι να τους φέρεις στο φιλότιμο. Οι χειρότεροι πάντως είναι οι ομογενείς, συνεχώς εξυμνούν τη χώρα όπου έζησαν. Πάντα η Αμερική, η Γαλλία, η Γερμανία είναι καλύτερη. Ακόμα και σε θέματα που μπορεί εμείς να έχουμε καλύτερα συστήματα».

Το βασικό κίνητρο για να γίνει κάποιος ταμίας είναι το περίφημο επίδομα ταμείου, που στην Εθνική φτάνει τα 270 ευρώ το μήνα (με αυτά τα χρήματα ο ταμίας καλύπτει τυχόν ελλείμματα που μπορεί να εμφανίσει). Πόσο ισχυρό είναι αυτό το κίνητρο, όταν για να πάρεις αυτά τα χρήματα είσαι εγκλωβισμένος σε ένα κουτί για 8 ώρες μετρώντας, αφαιρώντας, διαιρώντας και πολλαπλασιάζοντας; Η Εφη απαντά δίνοντας το παράδειγμα ενός φυσικού φαινομένου: «Είναι αρκετά τα χρήματα, αλλά αν δεν σου αρέσει η δουλειά αυτή, δεν την κάνεις για όλα τα λεφτά του κόσμου. Σκέψου μόνο ότι στο ταμείο δεν επιτρέπεται το κάπνισμα και σε μέρες που έχει πολλή δουλειά δεν προλαβαίνεις να πας ούτε τουαλέτα. Γιατί η φασαρία είναι σαν τσουνάμι… αρχίζει ένας και συνεχίζουν όλοι μαζί. Και προκειμένου να γκρινιάζουν, προτιμώ να περιμένω να γυρίσω σπίτι μου. Αλλοι πάλι δείχνουν κατανόηση, σε μέρες που πήζουμε, αναγκάζομαι να τρώω στο ταμείο, έχει τύχει να μου λένε φάε με την ησυχία σου, θα περιμένω. Αυτοί που έρχονται για να εκτονωθούν είναι συγκεκριμένοι». «Οντως», επιβεβαιώνει ο Αντρέας, «με το που τους βλέπουμε στην πόρτα, ξέρουμε τι θα γίνει. Δεν τα βάζουν μόνο με εμάς, αλλά και με τους διπλανούς τους. Εχουμε έναν κύριο που τσεκάρει τους πίνακες με τη σειρά των πελατών. Πηγαίνει στο ταμείο και ζητάει να δει το χαρτάκι του πελάτη που εξυπηρετείται, για να δει μήπως κλέβει στην ουρά».

Τα παιδιά γελάνε, εγώ δεν ξέρω πόσο θα μπορούσα να γελάσω αν έπρεπε όπως εκείνοι να εξυπηρετήσω 1.000 ανθρώπους την ημέρα. «Οι συνταξιούχοι είναι δύσκολοι γιατί πρέπει όλα να τους τα εξηγούμε, οι νέοι γιατί βιάζονται, οι επιχειρηματίες γιατί πρέπει να γυρίσουν στα μαγαζιά τους», ξεκινάει την ανθρωπογεωγραφία των πελατών ο Νίκος. «Υπάρχουν πελάτες αυταρχικοί, σου δίνουν συνεχώς εντολές κάν’ το έτσι, πάρε τόσα, δώσ’ μου κ.λπ. Υπάρχουν και οι ξερόλες, αυτοί που ξέρουν τη δουλειά σου καλύτερα από σένα κι αρχίζουν τις παρατηρήσεις τύπου “δεν έκανες σωστά την κατάθεση, δεν συμπλήρωσες σωστά τα χαρτιά”». Ο Αντρέας πάντως δίνει το χρυσό λεμόνι της γκρίνιας στους παππούδες: «Είναι πιο αγριεμένοι γιατί έρχονται από τις 5 το πρωί και στήνονται έξω από το κατάστημα, οπότε μπαίνοντας μέσα είναι ήδη φτιαγμένοι. Και δεν έρχονται μόνο για αναλήψεις, μπορεί να περιμένουν μέσα στο κρύο μόνο και μόνο για να ενημερώσουν το βιβλιάριό τους».

Η Εφη πάλι έχει γνωρίσει τους παππούδες κι από μια άλλη, πιο ρομαντική πλευρά: «Πολλοί μού την έχουν πέσει. Γενικά με συμπαθούν, μου φέρνουν λουλούδια, φαγητό. Αλλά με τους παππούδες έχω ρέντα. Ενας μου έγραφε γραμματάκια. Την πρώτη φορά μου το πέταξε στο ταμείο φεύγοντας. Μου έγραφε πόσο του αρέσω και το τηλέφωνό του για να βγούμε. Τι να του πω; 80 χρόνων ήταν». Το ταμείο γενικά έχει τα τυχερά του, ο ταμίας βγάζει γκόμενα για πλάκα. Πολλοί έχουν παντρευτεί με πελάτες και πελάτισσες. Συν ότι είναι στο χέρι του όλο το παιχνίδι: σου αρέσει ο πελάτης, του δίνεις θάρρος. Δεν σ’ αρέσει, είσαι απλώς επαγγελματίας.

Αν θες να τη σπάσεις στον ταμία, του δίνεις χρήματα σε κέρματα. Ή του μιλάς σαν να είναι αόρατος. Μην του πεις ότι είναι δημόσιος υπάλληλος, αφενός έχει συνηθίσει να το ακούει, αφετέρου δεν είναι: «Είμαστε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου», λέει η Εφη. «Κι επίσης δεν μπορώ να καταλάβω γιατί διαμαρτύρονται σε εμάς που μπορεί να εξυπηρετηθούν και πιο γρήγορα και δεν βγάζουν τσιμουδιά στις ιδιωτικές τράπεζες… Εμείς τους έχουμε και καρεκλίτσες, μόνο καφέ δεν προσφέρουμε». Αυτό είναι ίσως και το μεγαλύτερο πρόβλημα των μονιμάδων της τράπεζας. Δεν καταλάβατε; Να σας εξηγήσει ο Αντρέας: «Κάθε υποκατάστημα έχει τους μονιμάδες του. Εμείς έχουμε έναν παππού που έρχεται κάθε μέρα. Μια φορά το μήνα παίρνει τη σύνταξή του, τις άλλες κάθεται, διαβάζει εφημερίδα και συναντιέται με τους φίλους του».

Κι όταν φεύγετε, παιδιά, από την τράπεζα, ποιος κάνει ταμείο; «Στο σπίτι μου φυσικά είναι η γυναίκα μου ταμίας, δεν αντέχω άλλο… Αλλά όσο και να το αποφεύγεις, θα σε ανακατέψουν με το μέτρημα. Ελα Νίκο, να μετρήσεις εσύ που το κάνεις και γρήγορα…». Οπότε, Γιαννάκη φίλε μου, δεν είσαι μόνο εσύ το θύμα…

Βγαίνω από τα γκισέ ξανά στον έξω κόσμο. Και μουρμουρίζω στη λιακάδα εκείνο το τραγούδι του Σιδηρόπουλου. «Ληστέψανε την τράπεζα και τι με νοιάζει εμένα; Και όταν ο ταμίας, που πήγε να αμυνθεί, κάθισε και σκέφτηκε το πώς και το γιατί, στ’ αρ…α μου ψιθύρισε και τι με νοιάζει εμένα; Αντε, και καλή τύχη, μάγκες».

 

 

Σύνδεσμοι

 

Άρθρα της «Ελευθεροτυπίας»