Αρνιά ντόπια και …Προεδρικά

(φωτογραφίες Δέσποινα Σπύρου)

1

2

«Αν δεν φτάσω ψηλά, εκεί που θέλω, θα γίνω τσέλιγκας». Τι χαριτωμένα που τα έλεγε ο μικρός πριν από μερικές δεκαετίες! Αλλά ποιος δίνει σημασία σε παιδικές αφέλειες; Τα χρόνια πέρασαν, ο μικρός μεγάλωσε κι έχει κάθε λόγο να χαίρεται γιατί του «έκατσαν» και τα δυο σενάρια! Μεθαύριο χρίζεται από τη Βουλή των Ελλήνων πρόεδρος της Δημοκρατίας. Και το Πάσχα θα πρέπει να πεταχτεί μέχρι το Δολό Ιωαννίνων για να κουρέψει τα πρόβατά του…

-Γιάννενα εκεί; Εδώ Τρίκαλα.

 

3

-Τι θέλετε;

-Εχουμε τριφύλλι.

-Κι εμείς τι να κάνουμε; Εδώ είναι εφημερίδα.

-Εχουμε τριφύλλι, λέω, κι ο υπουργός είπε να σας το δώκουμε σε καλή τιμή. Θα το πάρετε;

Η... αίθουσα συνεδριάσεων. Εδώ συσκέπτονται οι μέτοχοι του κοπαδιού!

Ο εκδότης της εφημερίδας «Πρωινός Λόγος» παραμερίζει τα χαρτιά και τις φωτογραφίες από το γραφείο του κι αρχίζει να διαπραγματεύεται το τριφύλλι. Το οποίο καπάρωσε ο υπουργός. Το οποίο θα ταΐσει τα αρνιά του δημάρχου. Και δυο-τριών βουλευτών, επιχειρηματιών, καθηγητών πανεπιστημίου. Είναι ακόμα 1998.

Το «νηπιαγωγείο» του μαντριού

ΕΠΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ, ψηλά -στα 800 μέτρα- στα 4 χιλιόμετρα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα, καμιά τριανταριά νεογέννητα κατσικάκια χοροπηδάνε γύρω μου. Κρυμμένο μέσα στα βουνά είναι το μαντρί τους. Λίγο πιο μακριά από το «νηπιαγωγείο» της στάνης, μασουλάνε αμέριμνα το μεσημεριανό τους τα ώριμα γίδια και τα αρνιά. Δεν το ξέρουν ασφαλώς, αλλά πρόκειται για ζωντανά με ονοματεπώνυμο βαρύ σαν ιστορία. Γι’ αυτό, άλλωστε, ποζάρουν στο φακό του ΕΨΙΛΟΝ. Στη γύρω περιοχή αχολογούν δημοσιογράφοι με κάμερες και μικρόφωνα, οργώνουν τα χωριά για να μαζέψουν ιστορίες για τον Κάρολο Παπούλια. Κι εμείς μες στη λάσπη, κάτω από το ψιλόβροχο, κυνηγάμε αιγοπρόβατα.

Η ρεπόρτερ εν μέσω του Σπ. Ντάκη -η «σκιά» του προέδρου- και του Μ. Κεραμύδα - το δεξί του χέρι στα χρόνια του '80

Αυτές τις μέρες στα Γιάννενα και στα χωριά του Πωγωνίου και του Ζαγορίου είναι δύσκολο να ακούσεις κακή κουβέντα για τον κύριο Παπούλια. Οχι ότι παλιότερα ήταν εύκολο, αφού αυτός ο ευγενής και χαμηλών τόνων άνθρωπος μοιάζει να μην έχει εχθρούς. Αλλά από τότε που ανακοινώθηκε ότι θα είναι ο επόμενος πρόεδρος της Δημοκρατίας, οι Ηπειρώτες σχεδόν τον αγιοποίησαν. Από το καφενείο στην πλατεία ενός ξεχασμένου χωριού μέχρι τα σαλόνια της πόλης, κανείς δεν λέει κακό για τον πρόεδρο. Και κανείς δεν θέλει να θυμηθεί ιστορίες από την αληθινή ζωή του. Ετσι, μαζεύουμε δηλώσεις κι εκτιμήσεις γύρω από το πρόσωπό του, φράσεις που μοιάζουν τόσο μεταξύ τους που νομίζεις ότι εκφέρονται με καρμπόν. «Είναι σοβαρός, καλλιεργημένος, ακριβολόγος». «Είναι ανήσυχος και γεμάτος ζωντάνια». «Είναι δίκαιος και σωστός». Ασφαλώς και θα είναι, αλλά στοιχηματίζουμε ότι κι ο ίδιος θα βαριέται όταν θα φτάνουν στη μύτη του οι λιβανωτοί και τα θυμιάματα. Γι’ αυτό αποφασίζουμε να πάρουμε τα βουνά.

Ο Σωτήρης, ο κλασικός βοσκός για όλες τις δουλειές

ΦΟΡΤΩΝΟΥΜΕ σε ένα τζιπ ηχογραφημένες δηλώσεις, φωτογραφίες γνωστών και φίλων, κάμερες και κασετόφωνα. Εχουμε ήδη επισκεφθεί το Νησί, όπου βρίσκεται το σπίτι της μάνας του. Εχουμε ήδη πιει καφέ στο αγαπημένο του καφενείο στα Γιάννενα. Εχουμε φάει στην αγαπημένη του ταβέρνα. Εχουμε μιλήσει και με κάποιους στενούς του φίλους. Και ξεκινάμε για τον χοτ προορισμό: Πωγωνιανή. Το χωριό όπου μεγάλωσε ο πρόεδρος είναι η Μέκκα των δημοσιογράφων αυτές τις μέρες. «Να πούμε κι ένα αντάρτικο για να περάσει η ώρα; Του αρέσουν και του προέδρου». Ο μπαρμπα- Μήτσος ο Κεραμύδας, που κάθεται δίπλα μου, είναι η ζωντανή ιστορία: κοντά στα 90, παλιός ΕΛΑΣίτης, κυνηγημένος από τη δεξιά και δεξί χέρι του προέδρου για χρόνια, ευτύχησε να δει τον αγαπημένο του Κάρολο στο ύπατο πολιτειακό αξίωμα. Με πρόταση της δεξιάς, αλλά αυτό δεν παίζει κανένα ρόλο. Να πούμε κι ένα αντάρτικο να μερακλώσουμε.

Ο Χριστόφορος Κωσταράς, ο «προεδρικός» βοσκός, είναι παράλληλα και από τους κύριους μετόχους του... επώνυμου κοπαδιού. Φροντίζει για όλα, ακόμα και για τα γλέντια των συμμετόχων όταν ανηφορίζουν στο Δολό.

Ο μπαρμπα-Μήτσος μού τραγουδάει για την ΕΠΟΝ, εγώ του τραγουδάω για τη λαϊκή κυριαρχία, λέμε και μαζί το «αίματα, κόκκινο νερό», το επαναστατικό κέφι έχει φουντώσει για τα καλά. Μας δείχνει από μακριά το Κεράσοβο, «εδώ παρουσιάστηκε ο Κάρολος αντάρτης με ένα όπλο πιο μεγάλο από το μπόι του. Ηταν ο πιο μικρός αντάρτης σε όλη την περιοχή». Εδώ οι αντάρτες μπλόκαραν ένα κονβόι γερμανικών φορτηγών, εκεί επάνω ένα χωριό που το έκαψαν οι Γερμανοί…

ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΠΩΓΩΝΙΑΝΗΣ συναντάμε τον Θανάση τον Καναβό. Ο πατέρας του μεγάλωσε σαν αδελφός με τον πρόεδρο, οπότε ο Θανάσης έχει αναλάβει αυτοδικαίως το γραφείο Τύπου του χωριού. Οπερ σημαίνει ότι μας ξεναγεί («εδώ βλέπετε το δημοτικό που πήγε ο πρόεδρος, εδώ το γυμνάσιο που πήγε ο πρόεδρος, εδώ το σπίτι του πατέρα μου που παίζανε μαζί με τον πρόεδρο, εδώ το σπίτι του προέδρου») και μοιράζεται μαζί μας τις τεχνικές γνώσεις που απέκτησε τις τελευταίες μέρες («σκαρφάλωσε λίγο ακόμα. Ετσι μπράβο. Το πλάνο είναι καλύτερο από εκεί»)! Μας πάει και μια βόλτα στη στάνη του, όπου «όλα γίνονται επιστημονικά» και με την κοπριά ώς το γόνατο και τη βροχή ώς το κόκαλο, επιστρέφουμε στο καφενείο.

9

Οι χωριανοί μάς λένε ιστορίες για γλέντια και πανηγύρια, για τον πρόεδρο που βοήθησε το χωριό όλα τα χρόνια, που είναι καλός και όλοι τον φωνάζουν με το μικρό του όνομα. Κι εκεί, γύρω από τσίπουρα και μεζέδες, αρχίζει σιγά σιγά να αποκτά πρόσωπο ο «σοβαρός, καλλιεργημένος, ακριβολόγος, ανήσυχος και γεμάτος ζωντάνια» των επισήμων δηλώσεων. «Ο Κάρολος το έλεγε από μικρός: αν δεν φτάσω ψηλά, εκεί που θέλω, τότε θα γίνω τσέλιγκας», μας λέει ο παιδικός του φίλος. Εντέλει, ο πρόεδρος έφτασε ψηλά, ίσως παραπάνω κι από εκεί που ονειρευόταν όταν έπαιζε στις αλάνες του χωριού του. Κι έγινε και τσέλιγκας. Δύο στα δύο!

«Ακούω τον άνεμο που αχά μωρέ Ντελή παπά» – προσπαθώ να τραγουδήσω το αγαπημένο δημοτικό του προέδρου. Μυρίζω σαν τσελιγκοπούλα, τραγουδάω σαν τσελιγκοπούλα (ελπίζω), το τζιπ ροβολάει τις πλαγιές, ακούμε τις κουδούνες. Εχω μπει για τα καλά στο πετσί της Γκόλφως κι ετοιμάζομαι να συναντήσω τον προεδρικό βοσκό. Και παθαίνω πλάκα. Οχι γιατί ο βοσκός κατοικοεδρεύει σε ένα χωριό χαμένο μέσα στο δάσος. Ούτε γιατί τα πέτρινα σπίτια μοιάζουν να αιωρούνται ανάμεσα στα σύννεφα. Ούτε καν γιατί ο ξενώνας του είναι ένα αριστούργημα χάρης και αρμονίας. Παθαίνω πλάκα όταν ο βοσκός μού ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του.

10

Και μπαίνω σε ένα πέτρινο αρχοντικό, με έργα τέχνης και πίνακες, φλατ τηλεοπτικές οθόνες και συστήματα ήχου. Η τηλεόραση παίζει Τσάνελ Φορ και ακούγεται τζαζ. Στο σαλόνι, μου δείχνουν φωτογραφίες με τον πρόεδρο της Δημοκρατίας με την κάπα και την γκλίτσα στο χέρι. Κι εγώ μυρίζω σαν τσελιγκοπούλα, έχω μάθει πια τα λόγια του Ντελή παπά νερό κι έχω χάσει τα λόγια μου. Διότι ο πρόεδρος έγινε τσέλιγκας μεν, αλλά όχι σε οποιοδήποτε κοπάδι. Ο Χριστόφορος Κωσταράς είναι ο κύριος μέτοχος του πιο επώνυμου κοπαδιού στην Ελλάδα. Τα 250 αιγοπρόβατα που φροντίζει έχουν την τιμή να γυρίζουν σε επώνυμες σούβλες. Από τον βουλευτή Θεόδωρο Κασσίμη μέχρι τον Λευτέρη Γείτονα των γνωστών εκπαιδευτηρίων κι από τη διευθύντρια του Μεγάρου Μουσικής, Ελένη Σπανοπούλου, μέχρι τον εκδότη Βασίλη Κουτσολιόντο, όλοι οι… μέτοχοι του κοπαδιού είναι προσωπικότητες κύρους. «Αλλά ο πρώτος μέτοχος ήταν ο Κάρολος, παρότι πολλοί θέλουν να τον διαγράψουμε από το κοπάδι τώρα που ανέβηκε τόσο ψηλά». Γελάμε γύρω από τη ζεστή φασολάδα που μας σερβίρει η Μαριάννα, η ελληνοαγγλίδα γυναίκα του Χριστόφορου, στη χάι τεκ κουζίνα της.

Το σχολείο του Κ. Παπούλια στην Πωγωνιανή

Ο ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ παράτησε μια επιτυχημένη καριέρα στην Αθήνα και πήρε τα βουνά το 1993. Εγκαταστάθηκε στο Δολό, ένα χωριουδάκι που το χειμώνα με το ζόρι κρατάει 20 κατοίκους, κι έφτιαξε έναν ξενώνα. «Ο Κάρολος ήταν από τους πρώτους επισκέπτες μας κι ο πρώτος που με ενθάρρυνε να φτιάξω κοπάδι. Εδώ οι άνθρωποι με περνούσαν για τρελό. Μου έλεγαν ότι αν γίνω τσοπάνος θα χάσω την αξιοπρέπειά μου. Οπότε, φαντάζεσαι τι πλάκα έγινε όταν το 1998 άρχισα τα πρόβατα με συνεταίρους τον τωρινό πρόεδρο, τον τότε δήμαρχο Ιωαννίνων, τον πρώην πρύτανη».

Περπατάμε μέσα στο δάσος και σταματάμε στην «αίθουσα συνεδριάσεων» του κοπαδιού: ένα μικρό πέτρινο καλύβι, φωτισμένο με κεριά και με ένα τζάκι που τριζοβολάει. Καθόμαστε πάνω σε φλοκάτες και κιλίμια κι ο Χριστόφορος μας λέει ιστορίες για ξένους δημοσιογράφους που ήρθαν για ρεπορτάζ και… ξέχασαν να φύγουν από τα τσίπουρα, αλλά και για το πώς ο ίδιος διαλέγει τους πελάτες του. «Μια παρέα είμαστε που κάνουμε την πλάκα μας και περνάμε καλά. Ο ξενώνας λειτουργεί σαν να είναι το σπίτι των μετόχων. Γι’ αυτό και πολλές φορές κρεμάω μια ταμπέλα που γράφει “Κλειστόν”. Δεν θέλουμε ξένους, δεν μας ενδιαφέρει αυτό. Οι φίλοι μας θέλουν να ξεκουραστούν, να χαλαρώσουν, να φάνε βιολογικά προϊόντα. Ερχονται εδώ για να ζήσουν στη φύση: φυτεύουν, σπέρνουν, ξεβοτανίζουν. Κι έχουμε και κάποια έθιμα που τα κρατάμε όλοι οι μέτοχοι κάθε χρόνο: κουρεύουμε όλοι μαζί τα πρόβατα και κάθε Μεγάλη Παρασκευή σφάζουμε τα αρνιά για το Πάσχα».

Συντοπίτες και φίλοι στο καφενείο του Νησιού. Θυμούνται ιστορίες με παιδικές ζαβολιές.

Το Δολό είναι ίσως το πιο αγαπημένο από τα στέκια του προέδρου της Δημοκρατίας. Ολες οι προμήθειες του σπιτιού του σε τυροκομικά και κρεατικά γίνονται από το συνεταιριστικό κοπάδι, ενώ είναι συνεπής σε κάθε κοινή δραστηριότητα. Ο άνθρωπος που θυμάται το περιστατικό δεν θέλει να γράψουμε το όνομά του, αλλά η ιστορία που μας λέει είναι χαρακτηριστική: «Είχαμε μαζευτεί όλοι για την κουρά. Ο Κάρολος ήταν σε περιοδεία στα χωριά των Τζουμέρκων. Ηταν προγραμματισμένο να περάσει το βράδυ του σε ένα χωριό που λέγεται Πράμαντα, περίπου 150 χιλιόμετρα μακριά από εδώ. Και ξαφνικά, ενώ το γλέντι στο Δολό έχει φουντώσει, βλέπουμε έναν κατάκοπο Κάρολο με ένα αστραφτερό χαμόγελο να φωνάζει: “Παρών! Νομίσατε πως θα κάνετε κούρεμα χωρίς εμένα;”».

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ είναι ιδιαίτερα περήφανος για το κοπάδι του. Γι’ αυτό και δεν διστάζει να αναφέρεται σ’ αυτή τη δραστηριότητά του ακόμα και σε επίσημες στιγμές του. Ισως δεν ήταν πολλοί εκείνοι που ερμήνευσαν σωστά τη δήλωσή του όταν παρέδιδε το ΥΠΕΞ στον Θεόδωρο Πάγκαλο «ο τσέλιγκας φεύγει, ο αμπελουργός έρχεται», αλλά ο κύριος Παπούλιας κυριολεκτούσε. Αλλωστε, η Ηπειρος έχει παράδοση σε πολιτικούς-τσελιγκάδες, ο ίδιος ο Ευάγγελος Αβέρωφ δήλωνε τσέλιγκας και συγγραφέας. Κι ίσως σε κάποια από τις πολλές συζητήσεις του με τον αυριανό πρόεδρο της Δημοκρατίας να μιλούσαν και για τα πρόβατά τους. Το σίγουρο είναι πως η στάνη του Δολού είναι κάτι σαν τη «Μεγάλη Βρετάννια» των συνόρων. Οποιος επίσημος έχει περάσει από την περιοχή, από τον Κώστα Καραμανλή μέχρι τον Κωστή Στεφανόπουλο, στο περιθώριο της επίσκεψης θα πιει κι ένα τσιπουράκι εδώ.

«Ακόμα και πέτρες να σου μαγειρέψει ο Χριστόφορος, νόστιμες θα είναι», μας λέει ένας δημοσιογράφος της περιοχής, «άλλωστε τέτοιο σέρβις δεν βρίσκεται σε ολόκληρη την Ηπειρο».

Η ΣΤΑΝΗ λοιπόν λειτουργεί κάπως σαν λέσχη των ισχυρών της περιοχής: μαζεύονται εδώ τα Σαββατοκύριακα και γύρω από τις καζάνες με την προβατίνα και τα βιολογικά λαχανικά (που πολλές φορές έχουν κόψει με τα χεράκια τους από το μποστάνι) συζητούν για πολιτική, κλείνουν επιχειρηματικές συμφωνίες, χαράσσουν στρατηγική. «Τον Κάρολο τον πειράζαμε όταν ήταν υπουργός Εξωτερικών, του λέγαμε ότι ασκεί διπλωματία… του τσίπουρου. Ο ίδιος δεν πίνει πολύ, αλλά επειδή είναι καλός στην παρέα, είναι ικανός να σε κάνει ντίρλα. Επίσης συνήθιζε στις επισκέψεις του στο εξωτερικό να προσφέρει τσίπουρο στους ομολόγους του. Οπότε, όταν μαζευόμασταν εδώ στο Δολό κι είχε κλείσει κάποια σοβαρή συμφωνία, του κάναμε πλάκα. “Αϊντε, Κάρολε, πάλι με τα τσίπουρα έκανες διπλωματία!”».

Λυπάμαι που έχω δεσμευτεί και δεν σας γράφω τα ονόματα των ανθρώπων που μου τα λένε όλα αυτά, λυπάμαι περισσότερο που δεν μπορώ να σας τους περιγράψω. Μα πιο πολύ λυπάμαι που τα περισσότερα από όσα μου εμπιστεύονται τα θεωρούν μη δημοσιοποιήσιμα. Γιατί όσο μιλάω μαζί τους -κι είναι πολιτικοί φίλοι, αλλά και αντίπαλοι του προέδρου- ανακαλύπτω ένα διαφορετικό Παπούλια: έναν άνθρωπο που του αρέσουν οι πλάκες και τα αστεία, έναν ωραίο γλεντζέ. «Είναι παράξενο κράμα ο Κάρολος. Οσο μπορεί να μένει μόνος του, μέρες ολόκληρες, γράφοντας και διαβάζοντας, άλλο τόσο είναι του γλεντιού και της παρέας. Παλιότερα, σε μέρες γιορτής, μπαίναμε στο αμάξι και περιοδεύαμε από πανηγύρι σε πανηγύρι».

Τα αυτά μού επιβεβαιώνει ο Σπύρος Ντάκης, η σκιά του Παπούλια, όπως τον αποκαλούν. Ο Σπύρος ήταν ο οδηγός -σωματοφύλακας- φίλος του κυρίου Παπούλια από το 1974, όταν πρωτοέβαλε υποψηφιότητα για βουλευτής. «Επειδή ήταν αθλητής, έχει τεράστιες αντοχές. Μπορεί να δουλεύει όλη μέρα και το βράδυ να βρεθεί με τους φίλους του. Γυρνούσαμε από πανηγύρι σε πανηγύρι στα χωριά και στο τέλος μπορεί να ρίχναμε κι έναν ύπνο δίπλα στο ποτάμι. Μια φορά μάλιστα στο δρόμο μάς έκαναν οτοστόπ δυο Αλβανοί. “Σταμάτα να τους πάρουμε”, μου λέει. Κι έτσι οι Αλβανοί πήγαν στα Γιάννενα με το υπουργικό αυτοκίνητο. Οι ίδιοι δεν έμαθαν ποτέ ποιος τους μετέφερε». Μα καλά, ελαττώματα δεν έχει αυτός ο άνθρωπος; «Ασφαλώς. Δεν οδηγεί και δεν καπνίζει».

 

 

Σύνδεσμοι