Τζουντόκα
Τί γυρεύει μια ρεπόρτερ στο τατάμι; Ό,τι κι η αλεπού στο παζάρι.Την ημέρα που γραφτήκαμε στη σχολή για να μάθουμε τανγκ σου ντο γιορτάσαμε τη μεγάλη μας απόφαση με 4 φρέντο κι από δυο πάστες, διαβάζοντας την Τέχνη του Πολέμου του Σουν Τζου. Διότι πιστεύαμε ότι κάνουμε κάτι πολύ πρωτοποριακό, μοναδικό σχεδόν, φίλοι αναγνώστες. Μέχρι που ανοίξαμε τα μάτια μας και ανακαλύψαμε
α) ότι δεν ήμασταν καθόλου, μα καθόλου πρωτοπόροι. Οι πιο μετριοπαθείς υπολογισμοί θέλουν άλλους 100.000 ανθρώπους να ασχολούνται με τις πολεμικές τέχνες στην Ελλάδα
β) ότι δεν ήμασταν καθόλου, μα καθόλου κάτι το ιδιαίτερο. Το 40% των μαθητών στις σχολές είναι γυναίκες
γ) ότι αυτό που σκάει σαν τάση στην Ελλάδα φέτος (η στροφή δηλαδή σε τέχνες της Ανατολής) είναι μόδα εδώ και χρόνια στην Αμερική και την Ευρώπη.
Τόσο, μα τόσο πίσω δηλαδή!
Θα μπορούσαμε να έχουμε απογοητευθεί (και να έχουμε βρει κι άλλοθι) και να τα έχουμε παρατήσει πριν καν αρχίσουμε. Ομως, κάτι οι φίλοι μας που πίστευαν ότι και πάλι θα μας μείνουν αμανάτι τα παπουτσάκια κι οι στολές. Κάτι οι γκόμενοι που χαμογελούσαν ειρωνικά μουρμουρώντας ότι δεν είναι για γυναίκες αυτά τα πράγματα. Κάτι τα πλευράκια μας που πόναγαν σαν της Μισέλ του Λαζόπουλου. Κάτι το γαμώτο. Πήγαμε σαν καλά παιδιά στο πρώτο μάθημα.
“Που πας παιδί μου με τα παπούτσια στο τατάμι!”. Δεν είχαμε προλάβει να μπουμε στη σχολή κι ο Δάσκαλος (έτσι τον αποκαλούσαν όλοι), ξυπόλητος με μια βέργα στο χέρι, βρυχάται μες τη μούρη μας. “Γιατί κάνετε έτσι; Και ποιό είναι το τατάμι;”. “Το τατάμι είναι αυτό το στρώμα που πατάς με τα βρωμοπάπουτσά σου. Κι όταν θα μου μιλάς, θα με αποκαλείς δάσκαλο. Εντάξει;”. Μα πού ήρθαμε; “Κάντε σειρές των τριών τώρα”.
Μπαίνουμε στις σειρές. Ο Δάσκαλος γαυγίζει στα κορεάτικα. Οι παλιοί καταλαβαίνουν, υποκλίνονται. Υποκλινόμαστε κι εμείς. Λοξοκοιτιόμαστε. Κι αρχίζει η προθέρμανση. Μέχρι εδώ τα πάμε καλά. Αν εξαιρέσεις ότι τα πιτσιρίκια μας αποκαλούν κυρία Ντίνα και κυρία Αφροδίτη. Κι ότι ο δάσκαλος γυρνάει με τη βίτσα στο χέρι. Κι ότι κανένας άλλος ασπροζωνίτης δεν μπερδεύει το αριστερό με το δεξί, εκτός από εμάς τις δυο. Που συνεχίζουμε απτόητες. Και μπαίνουμε στο κυρίως θέμα.
“Κλωτσιά από έξω προς τα μέσα”. Πιο ψηλά. Πιο γρήγορα. “Αριστερή χαμηλή γροθιά”. Πιο χαμηλά. Πιο δυνατά. “Φωνάζουμε τώρα, φωνάζουμε”. Τί να φωνάξουμε; “Βγάλε παιδί μου την ένταση!”. Δεν ξέρουμε κι εμείς τί περιμέναμε, αλλά σίγουρα όχι αυτό. Πού είναι οι χαριτωμένοι γυμναστές του “όλες μαζί κορίτσια”; Πού είναι εκείνα τα απερίγραπτα “πάνω το δεξί χεράκι, πιο γρήγορα το ποδαράκι”; Ξαναμπαίνουμε σε σειρές των τριών. Υπόκλιση πρώτη. Στον δάσκαλο. Υπόκλιση δεύτερη. Στους μαυροζωνήτες. Υπόκλιση τρίτη. Στη σημαία (την ελληνική, διευκρινίζει ο δάσκαλος, παρόλο που δίπλα της κρέμεται κι η κορεάτικη). Ευχαριστώ, λέει ο δάσκαλος. Τανκ Σου, φωνάζουν οι μαθητές με γροθιές υψωμένες. Πού ήρθαμε οι διεθνίστριες;
Ιδρωμένες, κουρασμένες, αλλά – παραδόξως- ανανεωμένες βγήκαμε από τη σχολή. “Ως γυμναστική δεν είναι κακό. Ισα- ίσα που δουλεύεις όλο σου το σώμα. Και μαθαίνεις και χρήσιμα πράγματα. Αλλά πολύ στρατοκρατικό μου κάνει. Και ξέρεις και τί φυντάνια μαθαίνουν πολεμικές τέχνες. Μπράβοι, μπάτσοι, ασφαλίτες. Να συνεχίσουμε!” Να συνεχίσουμε συντρόφισσα, αλλά να το δούμε και θεωρητικά το θέμα. Κι εδώ αρχίζει το ρεπορτάζ.
Και επειδή αν δεν παινέψουμε το σπίτι μας θα πέσει να μας πλακώσει, αρχίσαμε από τον “Δάσκαλο”, ένας είναι ο δάσκαλος, ο δικός μας, “Ράδης Τάσος – Κιόσα-Νίμ, Μαύρη Ζώνη-τρία νταν” (ο πλήρης τίτλος, που πρέπει να ξέρει ο μαθητής όταν δίνει εξετάσεις για ζώνη).
Πες, μας δάσκαλε, γιατί τις λέμε πολεμικές τέχνες; “Εγώ προτιμώ να τις λέω μαχητικές, γιατί το πολεμικές θυμίζει ρίζα πολέμου, η οποία δεν πρέπει, για μένα, να υπάρχει, γιατί τα παιδιά στις σχολές διδάσκονται άλλα πράγματα : αυτοπειθαρχία, φιλικότητα απέναντι στους ανθρώπους, στα ζώα, στην ίδια τους την πατρίδα».
Η φιλικότητα και η πολεμική τέχνη δεν είναι όροι απαραίτητα ασύμβατοι: “Οταν διδάσκεσαι μία πολεμική τέχνη, καταρχήν γίνεσαι πιο εγκρατής, γιατί ξέρεις ότι έχεις ένα όπλο στα χέρια σου κι ανά πάσα στιγμή που θα το χρησιμοποιήσεις, μπορεί να προκαλέσεις κακό στον άλλο. Για να μην έρθεις σε αντιπαλότητα με κάποιον, πρέπει να κάνεις υπομονή και σε αυτά που σου λέει και σε αυτά που θέλεις να του πεις εσύ. Με λίγα λόγια, είσαι ειρηνικό στοιχείο.» Οι άνθρωποι που διδάσκονται πολεμικές τέχνες έχουν γνώση, ακόμα και να σκοτώσουν άνθρωπο, αλλά αυτό δε σημαίνει πως θα τη χρησιμοποιήσουν: “Στο
tang soo do διδάσκουμε αυτοάμυνες, κάνοντας κάποιες τεχνικές με τα χέρια για αποφυγή κάποιου, ο οποίος θα σε αρπάξει. Διδάσκονται τα παιδιά που είναι από 15 χρονών και πάνω, που αρχίζουν κι έχουν επικοινωνία μεγαλύτερη με τον έξω κόσμο, που κυκλοφορούν περισσότερο”.Οπως καταλάβατε αν ο δάσκαλος σε κάθε παιδαγωγική διαδικασία είναι μια φορά σημαντικός, στις πολεμικές τέχνες είναι χίλιες. Γι’αυτό και ένας “κακός” δάσκαλος, μπορεί πολύ εύκολα να “χαλάσει” τα παιδιά. Οπότε ρωτάμε, ακούμε, συγκρίνουμε.
Μια έρπουσα φιλολογία περί ορισμένων σχολών που είναι λίγο σέκτες, περί δασκάλων που γίνονται γκουρού, δεν απέχει και πολύ από την αλήθεια, αλλά όπως λένε σχεδόν όλοι οι συμπαθείς επαγγελματικοί κλάδοι στην Ελλάδα, από τους ταξιτζήδες μέχρι τους γιατρούς, “κάθε επάγγελμα έχει τους καλούς και τους κακούς επαγγελματίες”. Οπως μας απάντησε πολύ χαρακτηριστικά ο Ανδρέας Προβελέγγιος, καθηγητής φυσικής αγωγής, δάσκαλος Tae-Kwon Do και Judo, συγγραφέας βιβλίων και πρόεδρος του Γυμναστικού Συλλόγου “Χείρων ο Κένταυρος” της Κυψέλης, η φημολογία περί “ψωνισμένων/κακών” δακάλων “ισχύει όπως ισχύει σε όλους τους χώρους. Αλλά δεν αφορά όλους. Πάντως πιστεύω πως ο σκοπός μιας πολεμικής τέχνης, όπως το Τζούντο, είναι να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Μια πολεμική τέχνη εείναι ένα παιδαγωγικό μέσο. Εχει σκοπό να αναπτύξει ισόρροπα κι αρμονικά τις διανοητικές, σωματικές και ψυχολογικές δυνάμεις των ατόμων και να τα εντάξει στο κοινωνικό σύνολο”. Η ίδια η ονομασία ορισμένων πολεμικών τεχνών υποδηλώνει κάτι τέτοιο : τζούντο, τάεκβοντο, καράτε-ντο, όπου ντο σημαίνει ο δρόμος προς τη φώτιση και τάο είναι ο δρόμος προς την ένωση με το θείο, με το Ενα.”Η Σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα
Το “καλύτερος άνθρωπος” και το “μονοπάτι των πολεμικών τεχνών” είναι έννοιες που χωράνε πολλές γενικεύσεις αλλά και παρανοήσεις. Για τον Ανδρέα Προβελέγγιο “καλύτερος άνθρωπος” σημαίνει “σωματικά πιο υγιής, συναισθηματικά πιο ισορροπημένος, αναπτύσσοντας, κυρίως, το μη φόβο και το μη θυμό, διανοητικά να μπορεί να λειτουργεί με εξισορρόπηση ανάμεσα στα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου και κοινωνικά να έχει καλύτερη επαφή με τα περιβάλλοντα, με τους ανθρώπους, με τη φύση, μέσα από καταστάσεις εύκολες ή δύσκολες”. Οι εκδότες του περιοδικού “Μονοπάτι για τις Πολεμικές Τέχνες” και των εκδόσεων “Αλκίμαχον”, Διονύσης και Σοφία Πενέλη, που ασχολούνται χρόνια με την πράξη και τη θεωρία των πολεμικών τεχνών, δε μασάνε τα λόγια τους όταν είναι να μιλήσουν για εμπορευματοποίηση ή τσαρλατανισμό στο χώρο: “Αυτό που είναι της μόδας αυτή τη στιγμή είναι κάποια αθλήματα, τα οποία πηγάζουν από τις πολεμικές τέχνες: Το kick-boxing, το άλλο που είναι πολύ της μόδας, ειδικά στο εξωτερικό κι αρχίζει και γίνεται και στην Ελλάδα, είναι αυτό που λέμε mixed martial arts, οι αναμεμειγμένες πολεμικές τέχνες”. Η Σοφία, επιμένει ότι τέτοια φαινόμενα “μίξης”, όπου συνήθως οι αγώνες γίνονται σε ένα κλουβί, ενώπιον κοινού, όπου οι “μονομάχοι” παλεύουν με ελάχιστους κανονισμούς και το αίμα ρέει άφθονο είναι “φαινόμενα παρακμής που δυσφημίζουν τις πολεμικές τέχνες”.Οι πολεμικές τέχνες εν Ελλάδι – επί τροχάδην, από τους ακόρεστους θησαυρούς γνώσης Διονύση και Σοφία Πενέλη. Το απόσταγμα μιας κουβέντας, που θα μπορούσε να γεμίσει εγκυκλοπαίδεια – το ζεύγος το κατέχει το θέμα, και έχει και τις εκδόσεις για να το αποδείξει:
“Οι πολεμικές τέχνες στην Ελλάδα ξεκίνησαν στα μέσα της δεκαετίας του ’60: “Κανείς δεν ήξερε τι έκανε. Ολα ήταν κάτω από τον τίτλο “καράτε». Και κάποιοι πιο “βαρεμένοι» που έβλεπαν ταινίες του Μπρους Λι, το έλεγαν και κουνγκ-φου”. Ελάχιστοι άνθρωποι ασχολούνταν τότε με αυτό και δεν ήταν όλοι τους “μπουμπούκια”: “Υπήρχαν τέσσερις πέντε σχολές σε όλη την Αθήνα. Ο Βερώνης ήταν ο πρώτος που άνοιξε σχολή καράτε στην Αθήνα, γι’ αυτό και θεωρείται «ιστορικό» πρόσωπο. Μέσα σ’ αυτή τη σχολή, ένας Ιάπωνας δίδασκε τζούντο κι ο Βερώνης καράτε”.
Τότε, οι πρώτοι που ασχολούνταν ήταν όπως εικάζει ο Διονύσης “κυρίως άνθρωποι αμόρφωτοι, μπράβοι, οι βλάκες της γειτονιάς, τέτοιοι τύποι γενικά, που ήθελαν να μάθουν να δέρνουν.
Στη δεκαετία του ’70, το κλίμα αλλάζει κάπως: “Ξεφυτρώνουν πια περισσότεροι «masters», αρχίζει η μόδα του Μπρους Λι και εκδίδονται τα πρώτα εξειδικευμένα περιοδικά, στις σχολές άρχισαν να διδάσκουν Κινέζοί και Ιάπωνες δάσκαλοι”.Ομως η “μεγάλη αλλαγή” έγινε τη δεκαετία του ’80: “Τότε δίδαξε μία μεγάλη μορφή στην Ελλάδα, η οποία, πραγματικά άλλαξε τα πράγματα, ο Ελ Κιούρι. Από τα χέρια του πέρασαν σχεδόν οι πάντες και τα πάντα. Ό Ελ Κιούρι έκανε κινέζικο στιλ και τα κινέζικα στιλ δεν τα είχαν σε εκτίμηση οι άνθρωποι που έμπαιναν τότε στις πολεμικές τέχνες γιατί είχαν στρατοκρατική νοοτροπία: ήταν μπράβοι, αστυνόμοι, στρατιωτικοί, κτλ. Σε όλους αυτούς αρέσει πολύ η ιαπωνική πειθαρχία, ενώ το κινέζικο στιλ είναι καλλιτεχνικό, ρευστό κι όμορφο. Αν δεις κινέζο να κάνει πολεμικές τέχνες, θα νομίσεις ότι χορεύει. Αντιθέτως, το ιαπωνικό και το κορεάτικο, που αποτελεί απομίμηση του ιαπωνικού, είναι πολύ σκληρά, πολύ πειθαρχημένα, πολύ αυστηρά, ως προς την κίνησή τους, τη δομή τους. Ο Ελ Κιούρι, λοιπόν, τάραξε τα νερά. Μετά από πάρα πολλά δημοσιεύματα, πολλές κόντρες, πολλά δικαστήρια, κατά τα οποία, το περιοδικό «ΔΥΝΑΜΙΚΟ» επιχειρούσε να αποδείξει ότι ο Ελ Κιούρι ήταν απατεώνας, τελικά, ο τελευταίος καταδικάστηκε, ως απατεώνας σε απέλαση από την Ελλάδα. Οταν έφυγε πίσω του άφησε χάος. Η πλειοψηφία των μαθητών του σιγά σιγά μπήκαν σε διαφορετικά στιλ και τον αποκήρυξαν”.
Τα πράγματα γίνονται πιο “νομότυπα” με την ίδρυση των Ομοσπονδιών του Καράτε και του Τάε-Κβο-Ντο και την αναγνώρισή τους από την Γραμματεία Αθλητισμού, όμως μέχρι και σήμερα το καθεστώς παραμένει ελαφρώς θολό. Η Σοφία, δεν το αρνείται: “Υπάρχουν δύο μερίδες ανθρώπων που ασχολούνται με τις πολεμικές τέχνες : οι άνθρωποι που έχουν ανάγκη να μάθουν να δέρνουν: σεκιουριτάδες, αστυνομικοί, στρατιωτικοί και, δυστυχώς, αυτοί που έχουν επιβαρύνει τις πολεμικές τέχνες μ’ ένα κακό όνομα. Υπάρχουν βέβαια κι οι άνθρωποι που έχουν ασχοληθεί με τη φιλοσοφία των πολεμικών τεχνών, οι οποίοι το κάνουν καθαρά για εσωτερική άσκηση, για να γίνουν πιο δυνατοί. Είναι πιο φιλοσοφημένα άτομα, τα οποία, το μόνο που δεν τους ενδιαφέρει είναι να χτυπάνε. Σήμερα ελάχιστοι είναι αυτοί που πλησιάζουν τις πολεμικές τέχνες για να μάθουν να χτυπάνε, γιατί ξέρουν ότι ο άλλος μπορεί να βγάλει ένα όπλο κι η πολεμική τέχνη δε θα βοηθήσει τόσο πολύ. Ο καλύτερος τεχνίτης να είσαι, το καλύτερο σύστημα να ξέρεις, δεν μπορεί να σε προφυλάξει από μία σύγκρουση στο δρόμο”.
Βιβλιογραφία
- Richard Chun, Tae Kwon Do, 2nd Edition: The Korean Martial Art, YMAAPublicationCenter; 2 edition, 2008
- Master Sung Chul Whang, Master Jun Chul Whang , Taekwondo: The State of the Art, Broadway; 1999
- Karen Eden, The Complete Idiot’s Guide to Tae Kwon Do, Alpha , 1998
Σύνδεσμοι
- Παγκόσμια Ομοσπονδία Tae Kwon Do: http://www.wtf.org/wtf_eng/main/main_eng.html
- Ευρωπαϊκή Ένωση Tae Kwon Do: http://www.mudokwan.at/index.php?id=445
- Ελληνική Ομοσπονδία Ταεκβοντό: http://www.elot.info/
- Περιοδικό για το Tae Kwon Do: http://www.taekwondotimes.com/
- Μιχάλης Μουρούτσος: http://www.olympionikes.gr/site/index.php?option=com_content&task=view&id=197&Itemid=31