Εκρηκτικός γάτος

Εν μέσω τριγμών, κλαυθμών και οδυρμών, ενώ ο κόσμος χάνεται κι εγώ ετοιμάζομαι να συναντήσω τον Πάγκαλο στο κελί 33 (όπως ο χειμαζόμενος αντιπρόεδρος, ούτε κι εγώ έχω μια να πληρώσω το χαράτσι), θέλω να σας πω μια ιστορία για έναν γάτο. Για την ακρίβεια, να σας διηγηθώ την απίστευτη ιστορία ενός γάτου που τον έλεγαν Μολότωφ – άλλα όχι πάντα.

(φωτογραφίες από το οικογενειακό μας άλμπουμ)

Όταν συναντηθήκαμε ήταν δεν ήταν τριών μηνών και τον φώναζαν Λάζαρο. Μάλλον γιατί τον βρήκαν μισοζώντανο στα σκουπίδια της μεγάλης πόλης. Ο Λάζαρος νεκραναστήθηκε κι ήταν ένα γατάκι τόσο δα, ασημόγκριζο, με την πιο γλυκιά φάτσα. Μέχρι τότε γάτα δεν είχα ποτέ, όμως είχα φιλοξενήσει την Κύμη για ενάμιση μήνα κι είχα ξετρελαθεί. Ήθελα οπωσδήποτε μια δική μου ή, ακριβέστερα, ήθελα έναν δικό μου γάτο. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να ζητήσω ένα από τα πολλά γατάκια που κάθε Κυριακή ψάχνουν σπίτι μέσω της δικής μας Φάρμας. Τότε ακριβώς οι εθελοντές της ομάδας «Εφτάψυχες» είχαν διασώσει τον Λάζαρο.

Ήταν τόσο μικρούλης που χωρούσε στις χούφτες μου. Και γίναμε αμέσως αυτοκόλλητοι. Στις ατελείωτες ώρες που εγώ έγραφα, ο Λάζαρος δεν έφευγε από τα πόδια μου κι όταν καθόμουν στον υπολογιστή γουργούριζε κι εκείνος κουλουριασμένος μπροστά από το πληκτρολόγιο. Διάβαζα κι έχωνε τη μουσούδα του στο βιβλίο. Μαγείρευα και καθόταν δίπλα στον πάγκο. Δεν ήταν υιοθεσία – ήταν ένας αμοιβαίος, ακαριαίος και βαθύς έρωτας. Μόνο μια λεπτομέρια χαλούσε την ειδιλλιακή μας σχέση: το βιβλικό όνομά του.

Όμως ο γάτος δεν ήταν μόνο δικός μου, ήταν και του συντρόφου μου. Λέων, έλεγα εγώ. Ενρίκο, έλεγε εκείνος. Τρότσκι, αντέτεινα. Μαλατέστα, αντιγύριζε. Το πολιτικό χάος που μας χωρίζει απειλούσε να καταπιεί και το γατί που αίροντας τον κράββατόν του περιπατούσε μέσα στο σπίτι. Μετά από μια νύχτα με πολλά δακρυγόνα, κάμποσες ψιλές και κυνηγητά από μπάτσους στους δρόμους της Αθήνας, καταλήξαμε με συναινετικές διαδικασίες: τον γάτο μας θα τον έλεγαν Μολότωφ. «Μόνο να μην χαθεί ποτέ. Φαντάζεσαι να τριγυρνάμε φωνάζοντας Μολότωφ, Μολότωφ! Θα μας δέσουνε», έλεγε ο καλός μου. Δεν ευχόταν καλύτερα να βρούμε ένα τσουβάλι λίρες;

Είτε Λάζαρος, είτε Μολότωφ, είτε Ερνέστο, αυτός ο γάτος αποδείχτηκε πως όχι μόνο διέθετε εννιά ζωές και εφτά ψυχές, αλλά και… δυο σώματα, τα οποία αποδείχτηκε αδύνατο να συγκατοικήσουν. Το καλό είναι ότι, πάρα την κρίση, δεκάδες άνθρωποι σε όλη την Αθήνα ασχολήθηκαν με έναν χαμένο γάτο, αποδεικνύοντας πως η ανθρωπιά δεν χάνεται ποτέ. Η γάτοι πάντα!

Οι μήνες περνούσαν, ο Μολότωφ μεγάλωσε κι εξελισσόταν σε ένα γάτο με την πιο φουντωτή ουρά που έχεις δει ποτέ. Σούπερ κοινωνικός, σούπερ χαδιάρης και σούπερ κακομαθημένος, ο πιστός μου ακόλουθος, ο πρίγκιπάς μου, ο λατρεμένος μου επιβεβαίωνε πλήρως το ρητό «οι γάτες ξέρουν τον τρόπο να αποκτούν φαγητό χωρίς κόπο, καταφύγιο χωρίς περιορισμούς και αγάπη χωρίς κυρώσεις». Κι έτσι δεν ήταν καθόλου παράξενο το πως όταν έφτασε η ώρα να φύγουμε για καλοκαιρινές διακοπές δεν φερθήκαμε καθόλου σαν δυο άνθρωποι που έχουν έναν γάτο, αλλά σαν δυο χαζογονείς που πρέπει να αφήσουν κάπου το πιτσιρίκι τους. Κι έτσι, τον… πήγαμε στη γιαγιά. Σφάλμα μέγα και θα το πληρώναμε ακριβά.

Δέκα μέρες μετά κι ενώ ο Μολότωφ έχει πλήρως προσαρμοστεί στο σπίτι της γιαγιάς μου (και προγιαγιάς του), φεύγουμε επιτέλους για τις πολυπόθητες διακοπές. Η παραλία ερημική, η σκηνή στημένη στην εσχατιά της, η ζωή επιτέλους «όμορφη και εύκολη». Μέχρι που ο γάτος εξαφανίζεται! Και τα μαζεύουμε άρον άρον, οδηγούμε 500 χιλιόμετρα, επιστρέφουμε στην Αθήνα. Μετά από έναν αφάνταστα σκληρό χειμώνα, μετά από ένα αδυσώπητο καλοκαίρι, παρά τα ελάχιστα χρήματα που είχαμε για διακοπές, το να βρεθεί ο Μολότωφ ήταν σημαντικότερο από την ομορφότερη παραλία του κόσμου. Και πιστεύαμε κι οι δυο ακράδαντα πως ο γάτος μας κάπου έχει κρυφτεί και θα αρκούσε μόνο το άκουσμα της φωνής μας για να εμφανιστεί ξανά.

Ο Μολότωφ καθόταν ψηλά στο μπαλκόνι κι αγνάντευε τον κόσμο. Το μόνο σίγουρο είναι πως ένα μάρμαρο έφυγε από το μπαλκόνι κι έπεσε στον κήπο παρασύροντάς τον. Δεν το έσκασε, δεν ξεπόρτισε για να κυνηγήσει γκόμενες. Κανένας γείτονας δεν τον είδε πουθενά, σε κανέναν από τους γύρω κήπους δεν ήταν κρυμμένος. Κι αφού αφού επί δυο 24ώρα ψάχναμε σαν παλαβοί σε μια έρημη αυγουστιάτικη Κηφισιά φωνάζοντας «Μολότωφ, Μολότωφ» (και δεν μας δέσανε), αφού γεμίσαμε τη γειτονιά αφισάκια, αφού γίναμε φίλοι σε όλες τις σελίδες για αδέσποτα του φατσομπουκ και ποστάραμε παντού τη φωτογραφία του, με βαριά καρδιά φύγαμε και πάλι από την Αθήνα. Κίνηση τελευταία, της απελπισίας: να βάλουμε τη φωτογραφία του στη Φάρμα.

Σιωπή. Κανένας δεν τηλεφώνησε, πουθενά δεν τον είδαν. Όλοι μας οι φίλοι – και γατόφιλοι- μας συμβούλευαν να πάρουμε καινούργιο γατί. Και τότε η διευθύντρια του Έψιλον είχε τη φαεινή ιδέα: γιατί δεν βάζουμε ακόμα μια φορά τη φωτογραφία του στη Φάρμα; Μεγάλη, ολοσέλιδη σχεδόν. Συμφώνησα με την προθυμία του ανθρώπου που δεν έχει τίποτα να χάσει και, για να είμαι ειλικρινής, το είδα περισσότερο σαν αποχαιρετισμό παρά σαν ευκαιρία. Την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης χτύπησε το τηλέφωνο.

Έξι ολόκληρα τετράγωνα μακριά από το σημείο που χάθηκε, από την άλλη πλευρά των γραμμών του τραίνου μια κυρία είδε έναν γάτο «ίδιο, ολόιδιο με αυτόν του περιοδικού». Οδηγώ σαν παλαβή και, ναι! Είναι το γατί μου, το κατάδικό μου γατί, έναν ολόκληρο μήνα μετά την εξαφάνισή του! Φυσικά έχει μείνει ο μισός από τις κακουχίες, φυσικά η ουρίτσα του είναι μια τζίβα πιά, φυσικά τα ματάκια του είναι μες τις τσίμπλες, αλλά είναι ο Μολότωφ αυτοπροσώπως! Δεν μας πλησιάζει κι όταν προσπαθούμε να τον πιάσουμε εξαφανίζεται βέβαια, αλλά είναι από το σοκ. Τρεις ώρες κι άπειρα παρακάλια αργότερα, πιάνουμε τον γάτο σε μια επιχείρηση σοκ (για μας) και δέος (για εκείνον). Τον πάμε στην κτηνίατρο, τον πλακώνουμε στην αντιβίωση κι επιστρέφουμε σπίτι. Το γατί δεν αναγνωρίζει τίποτα και μας κοιτάζει με δυο μάτια απλανή από τη γωνιά του. Από το σοκ. Κι από το δέος. Κι από το φόβο του αγνώστου, όπως θα καταλαβαίναμε αργότερα…

Μόλις ένα 24ωρο κράτησε η χαρά. Γιατί ο γατούλης δεν ήταν ο Μολότωφ, αλλά … η φωτοτυπία του! Όχι υποσιτισμένος όπως νομίζαμε, αλλά μικρούλης, ο γάτος που μαζέψαμε δεν ήταν χρονιάρης όπως ο δικός μας αλλά μόλις 5 μήνων! Φυσικά και τον κρατήσαμε, αποχαιρετίσαμε πιά οριστικά κάθε ελπίδα να βρούμε τον Μολότωφ, τσακωθήκαμε για το όνομά του, τον βαφτίσαμε Ερνέστο και ησυχάσαμε. Μέχρι που το τηλέφωνο ξαναχτύπησε.

Αυτή τη φορά φαινόταν πιο πιθανό να είναι ο δικός μας γάτος: ο αναγνώστης που μας τηλεφώνησε έχει έναν φούρνο μόλις ένα στενό πάνω από το σπίτι της γιαγιάς. Ταϊζει κάθε βράδυ όλα τα αδέσποτα της γειτονιάς και τις τελευταίες μέρες βλέπει μια γάτα «ίδια, ολόιδια με αυτή του περιοδικού». Χωρίς καμία πίστη, χωρίς καμία ελπίδα οδηγώ προς την Κηφισιά – πιο πολύ για να μην νοιώθω τύψεις μετά και για να ευχαριστήσω τους ανθρώπους που τόσο πρόθυμα κινητοποιήθηκαν. Κι όταν φτάνω, έξω από τον φούρνο ένα τροφαντός αρχοντόγατος τρώει μακαρίως. «Δεν επιτρέπει σε κανέναν άνθρωπο να τον πλησιάσει. Είναι τόσο όμορφός που κι εμείς θέλαμε τον πιάσουμε, αλλά μόλις φτάνουμε κοντά του εξαφανίζεται», μου λέει ο φούρναρης. Πλησιάζω, γονατίζω και φωνάζω το όνομά του. Και τότε όλα γίνονται όπως πολλές φορές το είχα ονειρευτεί όλον αυτόν τον ένα μήνα της εξαφάνισής του: ο Μολότωφ παρατάει το φαγητό του και τρέχει κατά πάνω μου γουργουρίζοντας…

Δεν φτάνει που ο Μολότωφ μας φιλοξενεί και αποδέχεται αδιαμαρτύρητα τις «υπηρεσίες» που είμαστε υποχρεωμένοι να του προσφέρουμε, διαπιστώνει τώρα ότι, όσο έλειπε, διαλέξαμε να υπηρετούμε ένα άλλο γατί, που, όσο όμορφο και να είναι, με τίποτα δεν μπορεί να τον φτάσει σε γούνα, μάτια και λεβεντιά.

Τώρα στο σπίτι μας έχουμε δυο γάτους, αν και η συγκατοίκηση είναι μάλλον προβληματική. Ο Μολότωφ δεν θέλει να βλέπει τον Ερνέστο ούτε ζωγραφιστό ( έτσι είναι όλα τα χαϊδέμενα μοναχόπαιδα). Κι αν ήθελα να σας διηγηθώ τόσο πολύ αυτή την ιστορία δεν είναι τόσο για τους ίδιους τους γάτους, αλλά για τους απίστευτα πολλούς – και καλούς – ανθρώπους που εν μέσω τριγμών, κλαυθμών και οδυρμών, ενώ ο κόσμος χάνεται κινητοποιήθηκαν για να βρούμε έναν γάτο: τους αναγνώστες του Έψιλον, την καλή κυρία που τάιζε τον Ερνέστο όσο ήταν αδεσποτάκι, τον φούρναρη που βρήκε τον Μολότωφ τελικά, όλους τους εθελοντές που φροντίζουν τους ελεύθερους σκύλους και γάτες της πόλης μας και κινητοποιήθηκαν αναζητώντας τον, τους συνάδελφους μου στο περιοδικό. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι – πάνω από 100 – που καταλαβαίνουν πόσο σπουδαία είναι μια φουντωτή ουρίτσα και που αθόρυβα, αλλά αποτελεσματικά, κάνουν την μεγάλη μας πόλη ανθρωπινότερη.