Έρωτας Εποχής. Το ρομάντζο του ’50 σε ριμέικ
(Φωτογραφίες από αρχείο εφημερίδων)
Ρωμαίος Κεφαλογιάννης-Ιουλιέτα Πετρακογιώργη: Η μελοδραματική υπερπαραγωγή του 1950
Ενας πρωθυπουργός, τρεις υπουργοί, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο αρχηγός της χωροφυλακής, ο αρχηγός του στρατού, ο αρχιεπίσκοπος. Δυο χιλιάδες αστυνομικοί και φαντάροι. Ολα τα λαγωνικά των εφημερίδων και οι φωτογράφοι των πρακτορείων. Οι ξένοι ανταποκριτές και εγγλέζοι μπούκερ. Ο Κώστας και η Τασούλα. Με αυτές τις πρώτες ύλες η ιστορία μαγείρεψε το θρυλικό πια ερωτικό ρομάντζο που εκτυλίχθηκε σε πολιτικό θρίλερ στα 1950. Και που το ξαναβλέπουμε σε ριμέικ σήμερα…
«Ονομάζομαι Τασούλα, θυγάτηρ Γεωργίου Πετρακογιώργη, ήδη σύζυγος Κωνσταντίνου Κεφαλογιάννη». Τα πράσινα μάτια της κοιτάζουν ολόισια τον ανακριτή Καραμάνο. Θυγάτηρ και σύζυγος. Αυτά τα δυο είναι τα καθοριστικά στοιχεία της ταυτότητάς της. Ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο παγιδεύτηκε. Θυγάτηρ και σύζυγος. Γιατί η ίδια, η Τασούλα, δεν έφταιξε σε τίποτα. Ούτε ποιανού θυγατέρα ήταν διάλεξε, ούτε και ποιανού σύζυγος. Κι αν φταίει κάτι που βρίσκεται αυτό το ζεστό μεσημέρι του Σεπτέμβρη του 1950 απέναντι στον ανακριτή είναι ετούτα τα δυο, τα πράσινα μάτια της.
Αυτά τα μάτια κυνηγούν ανελέητα μέρες τώρα τα λαγωνικά των εφημερίδων, οι φωτογράφοι των πρακτορείων, οι ξένοι ανταποκριτές. Αυτά τα μάτια παίζουν στα στοιχήματα οι εγγλέζοι μπούκερ. Αυτά τα μάτια έψαχναν στις πλαγιές του Ψηλορείτη 2.000 άντρες. Αυτά τα μάτια κράτησαν άυπνους έναν πρωθυπουργό, τρεις υπουργούς, τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τον αρχηγό της χωροφυλακής, τον αρχηγό του στρατού, τον αρχιεπίσκοπο.
Πώς να κοιτάζανε άραγε τα μάτια της Τασούλας τον ανακριτή; Πώς αντικρίζεις κάποιον που σε ρωτά -εσένα, τη θυγατέρα του βουλευτή των Φιλελευθέρων, την πέμπτη από τα έξι παιδιά του μπαρουτοκαπνισμένου Πετρακογιώργη- πώς έχασες την παρθενιά σου; Και πώς απαντάς σε αυτό το ερώτημα όταν το ξέρεις πως κάθε σου λέξη θα τυπωθεί σε χιλιάδες αντίτυπα των λαϊκών φυλλάδων, θα διαλαληθεί εκατοντάδες φορές από τους εφημεριδοπώλες στους δρόμους, θα τηλεγραφηθεί εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τους ξένους δημοσιογράφους. «Τότε εγώ επείσθην και εδέχθην το προτεινόμενον. Ετσι, το βράδυ εκείνο με διεκόρευσε τη θελήσει μου».
Μάλιστα. Το είπε κι αυτό. Το πιο κρυφό από τα κρυμμένα, εκείνο που συζητάνε οι κοπελιές κοκκινίζοντας, η Τασούλα το καταθέτει στον ανακριτή. Για τα κορίτσια που διαβάζουν σε συνέχειες την ιστορία της είναι η Ιουλιέτα. Για τους άντρες, η Ωραία Ελένη. Για τον πατέρα της, η θιγμένη αξιοπρέπειά του. Για τον πρωθυπουργό, ένας πονοκέφαλος. Και για την Κρήτη, μια αφορμή για να βγούνε τα κουμπούρια. Ομως ετούτη εδώ η γυναίκα δεν ονειρεύτηκε ποτέ να γίνει Ιουλιέτα. Δεν ζήλεψε ποτέ την Ωραία Ελένη. Ετούτη εδώ είναι η Ιφιγένεια.
Ο Ρωμαίος με τα γκριζοπράσινα μάτια και το κατάμαυρο μουστάκι είναι όμως συνεπής στο ρόλο του. Τώρα βρίσκεται περήφανος και λεβέντης στο κρατητήριο του τμήματος μεταγωγών. «Σύσταση συμμορίας, στάση και οπλοφορία». Ετσι τη λένε στα νομικά την κουζουλάδα. Γιατί ήταν κουζουλός, τρελός από έρωτα για την Τασούλα ο Κώστας Κεφαλογιάννης. Τόσο κουζουλός που αψήφησε ότι η κοπελιά ήταν η κόρη του αντιπάλου τού βουλευτή αδελφού του. Τόσο τρελός που την έκλεψε. Και τόσο ερωτευμένος που… ξέχασε να τη ρωτήσει. Βούτηξε μια νύχτα τη θυγατέρα Πετρακογιώργη για να την κάνει σύζυγο Κεφαλογιάννη. Τα όπλα βγήκαν μετά.
«Ο,τι κι αν κάνει ο άνθρωπος να μην το μετανιώνει. Και να αφήνει το κορμί στον έρωτα να λειώνει». Αυτή τη μαντινάδα της τραγούδησε όταν μετά την κατάθεσή της στον ανακριτή πήγε στο κελί του για να τον δει. Αυτή η μαντινάδα άλλωστε όριζε τη ζωή του τα τελευταία πέντε χρόνια. Από τότε που την είχε πρωτοδεί σε ένα ξενοδοχείο στην Αλεξάνδρεια. Και μετά, όταν ταξίδευαν μαζί με ένα καράβι προς την Κρήτη. Κι ύστερα όταν την έβλεπε στο δρόμο. Ο Κώστας έλιωνε για την Τασούλα. Δυο χρόνια παίδευε στο μυαλό του πώς θα γίνει να παντρευτεί την κόρη του Πετρακογιώργη και λύση δεν έβρισκε. «Και να τη ζητήσω θα μου τη δώσουνε; Σε άλλο κόμμα εγώ, σε άλλο κόμμα αυτός». Και όταν άκουσε ότι την προξενεύουν σε άλλον, το πήρε απόφαση: θα την έκλεβε.
Δεν ήταν παράξενο πράμα εκείνα τα χρόνια το κλέψιμο στην Κρήτη. Αν αγαπούσες την κοπελιά και δεν στη δίνανε, απλώς την έκλεβες. Τα υπόλοιπα κανονίζονταν μετά. Οπότε δεν ήταν καθόλου παράξενη η απόφαση του Κώστα να κλέψει την Τασούλα. Ούτε η απόφαση των φίλων του να σχεδιάσουν την απαγωγή: να βρουν αυτοκίνητα και μουλάρια, σπηλιές στο βουνό, κουβέρτες και τρόφιμα. Και να που έρχεται η νύχτα της 20ής Αυγούστου, η ώρα που το σχέδιο μπαίνει σε εφαρμογή.
Στα βορειοανατολικά του Ηρακλείου, έξω από τα τείχη, η κίνηση αρχίζει να αραιώνει. Η Τασούλα μαζί με το γαμπρό και την αδελφή της βγαίνουν από τον κινηματογράφο Οασις στη ζεστή νύχτα. Τέσσερις άντρες με τα όπλα στα χέρια εμφανίζονται μέσα από το σκοτάδι. «Σας ζητώ συγγνώμη. Μη φοβάστε. Η Τασούλα θα έρθει μαζί μας. Την αγαπώ και θα με ακολουθήσει. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς». Σκληρός πολεμιστής, αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης κατά των Γερμανών, ατρόμητος, αρρενωπός, ο Κώστας Κεφαλογιάννης ξεκίναγε τώρα μια άλλη μάχη. Νόμιζε ότι θα είναι μάχη του έρωτα. Αλλά δεν τα είχε καλά υπολογίσει. Κι ενώ αρπάζει την Τασούλα που κλαίει και αντιστέκεται και τη βάζει σε ένα αυτοκίνητο για να την οδηγήσει ψηλά στον Ψηλορείτη, ο πόλεμος ξεκινά.
Ο Πετρακογιώργης δεν ήταν απλώς ένας βουλευτής του κόμματος των Φιλελευθέρων, αλλά άρχοντας σωστός και σεβαστός από όλους τους αρχηγούς της κρητικής αντίστασης. Ψηλός, ευθυτενής, σοβαρός και πολύ επιτυχημένος επιχειρηματίας. Δεν ήταν και λίγο να του κλέψουν τη θυγατέρα – και μάλιστα ποιος! Ο αδελφός του Μανώλη Κεφαλογιάννη, του βουλευτή του Λαϊκού Κόμματος. Ο εξευτελισμός ήταν διπλός: η τιμή της κόρης και η τιμή του πατέρα.
Ο αστυνομικός διευθυντής, ο νομάρχης, ο διοικητής της χωροφυλακής, όλες οι αρχές του τόπου ξεσηκώνονται για να βρουν την Τασούλα. Η μόνη πληροφορία που έχουν είναι ότι βρίσκεται κάπου στα Ανώγεια. Εντωμεταξύ, ο Πετρακογιώργης ενημερώνει τον πρωθυπουργό: «Πράξατε ό,τι μπορείτε. Τιμή και υπόληψις οικογενείας μου κινδυνεύει όπως και το μέλλον μου στην πολιτική». «Ανοησίες», αναφωνεί ο Βενιζέλος. «Εδώ ο κόσμος καίγεται κι εγώ θα ασχολούμαι με τους έρωτες δυο παλιόπαιδων!».
Είχε δίκιο ο πρωθυπουργός, αλλά πού να ήξερε κι εκείνος ότι λίγα 24ωρα αργότερα ούτε ο πόλεμος της Κορέας, ούτε τα μέτρα ειρήνευσης, ούτε η διαδοχή του Παπάγου στο στράτευμα δεν θα τον προβλημάτιζαν τόσο όσο οι έρωτες των παλιόπαιδων. Δύο δισεκατομμύρια δραχμές θα πλήρωνε το Δημόσιο για την απαγωγή, αλλά τότε κανείς δεν μπορούσε να το προβλέψει.
Το πόσο σοβαρό ήταν το πρόβλημα θα το καταλάβαινε ο Βενιζέλος την επόμενη μέρα, όταν ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως θα τον έπαιρνε έντρομος τηλέφωνο: «Η κατάσταση στην Κρήτη είναι έκρυθμη, άρχισαν κινητοποιήσεις ενόπλων. Απειλείται άγρια σύρραξη και αιματοκύλισμα». «Σοβαρολογείτε κύριε υπουργέ;» Ο Βενιζέλος στέλνει στο νησί τον αρχηγό της χωροφυλακής. Οι φίλοι του Πετρακογιώργη ετοιμάζουν συλλαλητήριο κατά των Κεφαλογιάννηδων, ενώ η χωροφυλακή μπαίνει σε επιφυλακή σε Ηράκλειο και Ρέθυμνο. Στα Χανιά πίνει το ουζάκι του ένας εξαιρετικός γραφιάς: λέγεται Σπύρος Μελάς και είναι ανταποκριτής της εφημερίδας «Ακρόπολις». Κι εννοείται ότι μόλις ακούει την ιστορία της απαγωγής σπεύδει κι εκείνος στο Ηράκλειο. Τις επόμενες ημέρες θα φτάσουν στο νησί όλα τα μεγάλα ονόματα των εφημερίδων, δεκάδες ανταποκριτές ξένων πρακτορείων, κινηματογραφιστές των επίκαιρων.
Το Ηράκλειο μοιάζει με ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Το συλλαλητήριο εγκρίνει ψήφισμα: «σύσσωμος λαός Ηρακλείου εις πάνδημον συλαλλητήριον εξουσιοδότησεν Εθνικήν Αντίστασιν Κρήτης αποκαταστήσει δυναμικώς τιμήν και αξιοπρέπειαν βουλευτού Πετρακογιώργη». Πετρακογιώργηδες εναντίον Κεφαλογιάννηδων, Ανωγειανοί εναντίον Σφακιανών, Βενιζελικοί εναντίον Αντιβενιζελικών. Το νησί μυρίζει μπαρούτι κι η Τασούλα δεν είναι παρά το πρόσχημα. Χίλιοι οπλισμένοι άντρες από τη μια μεριά κι άλλη τόσοι από την άλλη. Τριακόσιοι Σφακιανοί τραγουδάνε το «πότε θα κάνει ξαστεριά» καθώς περπατούν για να… καταλάβουν τα Ανώγεια, αφού κάπου εκεί κρύβεται ο απαγωγέας με την Τασούλα. Οι Ανωγειανοί χτυπούν τις καμπάνες και καλούν τους χωρικούς στα όπλα. Οι γυναίκες κάνουν δεήσεις στις εκκλησίες και αρματώνονται κι εκείνες. Ο Βενιζέλος ασχολείται πια για τα καλά με τα παλιόπαιδα.
Ο πρωθυπουργός συσκέπτεται επί ώρες με τους υπουργούς του. Στο τέλος καλεί τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. «Να τους παντρέψουμε και να γίνουμε κουμπάροι κι οι δυο», προτείνει ο Τσαλδάρης ώστε να δώσουν ένα υπερκομματικό μήνυμα συμφιλίωσης στο νησί. Ο στρατάρχης Παπάγος στέλνει δυο τάγματα για να ενισχύσει τη χωροφυλακή τού νησιού. Κι ο πρωθυπουργός δυο μεσολαβητές, για να εκτονώσουν την κρίση, κι έναν δικό του άνθρωπο για να πείσει το ζευγάρι να παντρευτεί και να το σκάσει στην Αθήνα. «Πρέπει να εκλείψει από το νησί η αιτία του κακού» – ο Βενιζέλος παλεύει.
Η αιτία του κακού τρεις μέρες μετά την απαγωγή παραμένει άφαντη. Οι χωροφύλακες χτενίζουν την περιοχή και σαρώνουν κάθε μαντρί και κάθε μιτάτο, ενώ οι Ανωγειανοί τούς κοροϊδεύουν συστηματικά: «δεξά τραβήξαν» λένε οι βοσκοί, ενώ το ζευγάρι πηγαίνει αριστερά. Σιγά μη δώσουν τον δικό τους άνθρωπο στην αστυνομία: «Κι ίντα θέλουμε εμείς στη μέση; Εκλεψεν τηνε όπως όλοι κλέβουνε τσι κοπελιές που αγαπούνε. Αρώτα πόσοι έχουν παντρευτεί με προξενιό. Ανάθεμά με και θα βρεις έναν». Σιγά μη βρει η αστυνομία τον Κεφαλογιάννη που πολέμησε τους Γερμανούς τόσα χρόνια σε έτουτο το βουνό που το γνωρίζει σαν τη χούφτα του. Ολες οι είσοδοι προς τα Ανώγεια έχουν μπλοκαριστεί από την αστυνομία και το στρατό. «Ενας νέος τρωικός πόλεμος ξεκινά στην Κρήτη», γράφει η «Ντέιλι Εξπρές». Τέσσερα εκατομμύρια αναγνώστες μαθαίνουν την
Tassoula και τον «θερμόαιμο κρητικό που διαψεύδει τη μαρξιστική θεωρία ότι τίποτα δεν συμβαίνει στον κόσμο χωρίς βασική οικονομική αιτία».
Τα γραφεία στοιχημάτων στο Λονδίνο παίζουν πια για την
Tassoula: γάμος 2:1,5, χωρισμός 7:1, εμφύλια σύρραξη 3:1. Το Ρόιτερ μεταδίδει από το Ντιτρόιτ: «εις Ελλην, 23 ετών, ισχυριζόμενος ότι ονομάζεται Ηρακλής Πετρακογιώργης, εδήλωσε ότι θα μεταβεί στην πατρίδα του διά να πολεμήσει διά την τιμήν της αδελφής του». Στα Ανώγεια έχει απαγορευθεί η κυκλοφορία μετά τις 9 το βράδυ, ενώ η αστυνομία αντιμετωπίζει κι άλλο πρόβλημα: πώς να κάνει ανακρίσεις και να βεβαιώσει ποιος είναι ποιος αφού κανένας Ανωγειανός δεν έχει ταυτότητα; Δυο φωτογράφοι επιστρατεύονται κι αρχίζουν να φωτογραφίζουν τους χωρικούς έξω στα χωράφια, ενώ ο τρωικός πόλεμος αποκτά το πρώτο του θύμα. Είναι ένας μικρούλης βοσκός που την πλήρωσε, γιατί ο μπάτσος πέρασε για όπλο την γκλίτσα του.
Το υπουργικό συμβούλιο στην Αθήνα επιβάλλει λογοκρισία στον Τύπο, και στρατιωτικό νόμο στην Κρήτη. Ο Κώστας Κεφαλογιάννης επικηρύσσεται με το ιλλιγγιώδες ποσό των 30.000.000 δραχμών. Δημοσιογράφοι, εκδότες και τυπογράφοι σύρονται στα δικαστήρια, ενώ οι αναγνώστες δωροδοκούν τους εφημεριδοπώλες για να εξασφαλίσουν ένα φύλλο. Εχουν περάσει πια 10 μέρες και το ζευγάρι παραμένει άφαντο. Πλέον στο παιχνίδι μπαίνει και ο αρχιεπίσκοπος: το σχέδιό του είναι να συναντηθεί ο Μανώλης με τον αδελφό του Κώστα, να τον πείσει να παντρευτεί την Τασούλα και να τους φυγαδεύσει στην Αθήνα.
Αλλά δεν χρειαζόταν να γίνει καν αυτή η συνάντηση. Ο Κώστας θέλει και η Τασούλα έχει πια πεισθεί. Ο γάμος θα είναι η μόνη λύση. Χωρίς άδειες γάμου, χωρίς χαρτί του μητροπολίτη και χωρίς βέρες, ο ηγούμενος της μονής Διοσκουρίου στεφανώνει τον Κώστα με την Τασούλα το πρωινό της 1ης Σεπτεμβρίου. «Τον θες Τασούλα;», τη ρώτησε πριν το μυστήριο. «Ο,τι είναι να γίνει πάτερ, ας γίνει». Το μυστήριο έγινε.
Αργά τη νύχτα το ζευγάρι φεύγει για τα Χανιά. Τα μεσάνυχτα έφτασαν στη Σούδα κι από εκεί με αεροπλάνο στην Αθήνα. Το Χασάνι έχει κατακλυστεί από δημοσιογράφους, ενώ ο κόσμος με το που αντικρίζει το αεροπλάνο ξεσπά σε χειροκροτήματα. Αργά το απόγευμα η πομπή με τις λιμουζίνες φτάνει στο σπίτι του αρχιεπισκόπου στο Ψυχικό. Κι εδώ αρχίζει το μεγάλο μπέρδεμα: τον θέλει τον Κώστα ή όχι; Την απήγαγε με τη θέλησή της; Κι έκανε έρωτα μαζί της ή τη βίασε; Αλλα λέει η μια πλευρά κι άλλα η άλλη. Ο Κώστας συλλαμβάνεται, ενώ την Τασούλα την κρύβουν οι συγγενείς του από το ένα σπίτι στο άλλο. Ο πατέρας της γίνεται έξαλλος, ενώ καταφτάνουν από την Κρήτη στην Αθήνα εκπρόσωποι συλλόγων, κομματάρχες και ο ίδιος ο μητροπολίτης για να του συμπαρασταθούν. Οι γυναίκες της οικογένειας επισκέπτονται τη Φρειδερίκη και ζητούν να παρέμβει για να πάρουν πίσω την Τασούλα.
Ο Πετρακογιώργης ζητά να κηρυχτεί ο γάμος ανυπόστατος και άκυρος και καταθέτει μήνυση εναντίον όλων όσοι έχουν εμπλακεί στην υπόθεση μετά την απαγωγή: από τον Μανώλη Κεφαλογιάννη μέχρι τον Αρχιεπίσκοπο.
Στη δίκη που ακολούθησε για πρώτη φορά θα ακουστεί δυνατά η φωνή της Τασούλας: «Δεν κρίνετε σήμερα και δεν δικάζετε τον Κώστα Κεφαλογιάννη. Κατηγορούμενη και υπόδικος είμαι εγώ, ήτις εις ουδέν έπταισα. Η ιπποτική διαγωγή του συζύγου μου, η υπέροχη στάσις του και ο σεβασμός ον μοι επέδειξε κατά την εις τα όρη διαμονήν μου, με έπεισαν ότι πρόκειται περί εξαιρετικού ανδρός. Ουδεμία δύναμις είναι ικανή να με απομακρύνει από αυτόν τον άνθρωπο τον οποίο λατρεύω».
Δεκαεπτά μήνες αργότερα ο Κεφαλογιάννης θα βγει από τις φυλακές της Τίρυνθας. Το ζευγάρι θα ζήσει μαζί για ελάχιστο χρονικό διάστημα. Στις 3 Ιανουαρίου του ’52 η Τασούλα θα γυρίσει στο πατρικό της σπίτι. Δυο χρόνια αργότερα θα παντρευτεί ξανά, όπως και ο Κώστας Κεφαλογιάννης. Σχεδόν κανένας από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας δεν είναι πια ζωντανός. Η μόνη που ζει και θυμάται είναι η Τασούλα. Πώς να κοιτάζουν πίσω τα πράσινα μάτια της πια;
* Ολα τα στοιχεία είναι από το βιβλίο του Τάσου Κοντογιαννίδη «Η απαγωγή της Τασούλας», εκδόσεις Αγκυρα.
Βιβλιογραφία
- Ρέα Γαλανάκη, Αμίλητα βαθιά νερά – Η απαγωγή της Τασούλας, Καστανιώτης, Αθήνα 2006
- Τάσος Κοντογιαννίδης, Η απαγωγή της Τασούλας, Άγκυρα, Αθήνα 2005
Σύνδεσμοι
- Δημοσίευμα στο «Έθνος»: www.ethnos.gr/article.asp?catid=11424&subid=2&pubid=144530
- Δημοσίευμα στο περιοδικό TIME (04/09/1950): www.time.com/time/magazine/article/0,9171,856673,00.html
- Δημοσίευμα στο περιοδικό TIME (22/10/1951): www.time.com/time/magazine/article/0,9171,815608,00.html
- Δημοσίευμα στο περιοδικό LIFE (18/09/1950): Cretan Romance
- Δημοσίευμα στην εφημερίδα της Σιγκαπούρης The Straits Times, (08/09 1950, σελ. 2): newspapers.nl.sg/Digitised/Article/straitstimes19500908.2.29.aspx
- Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος – Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Εφημερίδων και Περιοδικού Τύπου Εφημερίδες «Ελευθερία» και «Εμπρός», 20/8/1950-28/8/1950
Μουσική
ΚΡΗΤΙΚΟ ΠΕΝΤΟΖΑΛΙ (ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΙ ΤΑΣΣΟΥΛΑ)
(Αρτέμης Ρουκουνης)
“Στα δάση και στις λαγκαδιές, κοντά στον Ψηλορείτη
ο Τρωικός ο πόλεμος ξανάρχισε στην Κρήτη.
Κι είν’ για όμορφη Ελένη, Τασούλα παινεμένη.
Ο Κώστας τ’ ομορφόπαιδο έκλεψε την Τασούλα
μια μαυρομάτα λυγερή, αγνή Κρητικοπούλα
κι η φωτιά που έχει αρχίσει
δεν είν’ εύκολο να σβήσει.
Ο έρωτας είναι τρελός για τα δικά του κέφια
βάζει ν’ αλληλοσκοτωθούν, να φαγωθούν τ’ αδέλφια.
Για ν’ ανοίξει ένα σπίτι, έβαλε φωτιά στην Κρήτη. ”
(Ρεμπέτικο τραγούδι ηχογραφημένο στην Αμερική την εποχή του συμβάντος. Πηγή: http://www.rembetiko.gr )





