Σχολή συγγραφέων

Θα μπορούσε να είναι μάθημα ανώδυνου τοκετού. Ή ομαδική ψυχοθεραπεία. Ή στριπτίζ. Ή μαρτύριο. “Λυπάμαι πάρα πολύ, αλλά έχεις χάσει τη στόχευσή σου. Δεν είσαι ευθύβολη. Κι ο ήρωάς σου λίγο ψεύτικα αντιδρά”. Θα μπορούσε να είναι μαμή. Η ψυχίατρος. Ή θεατής σε καμπαρέ. Ή ο βασανιστής της. Δεν είναι τίποτα από όλα αυτά. Είναι απλώς ο δάσκαλός της. Κι εκείνη θέλει να γίνει συγγραφέας. Οπότε βρέθηκε στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Κάθεται η Μούσα στο θρανίο; Χωράει η έμπνευση στον μαυροπίνακα; Μπαίνει το ταλέντο στο απουσιολόγιο;

Λένε πως όλοι οι άνθρωποι κουβάλανε μέσα τους τουλάχιστον ένα βιβλίο. Λίγοι θα μπουν στη διαδικασία να το γράψουν. Ακόμα πιο λίγοι θα το εκδώσουν. Κι ελάχιστοι θα το δουν να συναντάει το πλατύ κοινό, να γίνεται επιτυχία και σημείο αναφοράς. Παρόλα αυτά, τον τελευταίο ένα χρόνο η Αθήνα γέμισε σχολές/κέντρα/εργαστήρια/σεμινάρια “δημιουργικής γραφής”. Μυθιστοριογράφος; Διηγηματογράφος; Νουβελίστας; Ό,τι κι αν έχεις ονειρευτεί μπορείς να το σπουδάσεις. Ακόμα και ποιητής.

Το να διηγηθείς καλά μια ιστορία εκτός από ταλέντο και φαντασία, απαιτεί και τεχνική (αλλιώς είναι σαν σενάριο σύγχρονης ελληνικής ταινίας: βαθιά υπαρξιακό χωρίς καμιά πλοκή). Αλλά μπορείς να φανταστείς τον χλωμό ποιητή στα θρανία; Δεν μπορείς. Οπότε ο πρώτος άνθρωπος που συναντώ είναι ο δάσκαλος της ποίησης: ο Στρατής Πασχάλης κρατάει για τον εαυτό του μόνο τον δεύτερο χαρακτηρισμό. “Δεν είμαι δάσκαλός τους γιατί η ποίηση δεν διδάσκεται. Από την άλλη όμως, όταν είσαι νέος χρειάζεσαι μια παρότρυνση, μια συμβουλή. Αυτή τη λειτουργία επιτελούσαν παλιότερα οι λογοτεχνικές συντροφιές, μαθήτευες δίπλα σε κάποιον μεγαλύτερο και πιο έμπειρο από ‘σένα. Τώρα έρχεσαι στο εργαστήρι”. Συζητάμε ώρα πολύ με τον ποιητή για τους κολασμένους και τους ρομαντικούς, την ποιητικότητα και την έμπνευση, την κρίση της ποίησης. Εξακολουθώ να μην μπορώ να φανταστώ τον Ρεμπώ στα θρανία. Ισως γιατί δεν είμαι ποιητής.

Οπότε από τις νεφέλες της ποιητικής, λέω να προσγειωθώ: μυθιστόρημα. Το βαρύ πυροβολικό της ελληνικής λογοτεχνίας, το πιο επικερδές από όλα τα εκδιδόμενα είδη βιβλίων. Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος βρίσκεται για δεύτερη χρονιά στην έδρα του καθηγητή. “Μπορούμε να συζητάμε για ώρες αν η λογοτεχνία διδάσκεται ή όχι. Θεωρώ όμως εντελώς ανόητη τη συζήτηση. Οπως ένας ζωγράφος ή ένας σκηνοθέτης σπουδάζει το αντικείμενό του, έτσι ακριβώς πρέπει να το διδάσκεται κι ένας άνθρωπος που θέλει να γράψει. Ακόμα και την καλύτερη ιστορία να έχεις μέσα στο κεφάλι σου, εάν δεν τη γράψεις με ενδιαφέροντα τρόπο θα την χαντακώσεις”. Εμένα θα μου πεις;

Πιστέψτε με, από τη στιγμή που θα επιλέξεις να διηγηθείς μια ιστορία μέχρι να την δεις τυπωμένη ο δρόμος είναι πολύυυυυυ μακρύς. Αφήνω κατά μέρος το τι συνιστά ιστορία, ποιές είναι ενδιαφέρουσες και ποιές όχι, τι αφορά τον καλλιτεχνή και τη μαμά του και τι το πλατύ κοινό. Εδώ, στο εργαστήρι του ΕΚΕΒΙ, όλοι οι μαθητές κουβαλούν τις ιστορίες και τα μελλοντικά μυθιστορήματά τους στο κεφάλι τους. Αλλωστε, για να γίνουν δεκτοί έχουν δώσει δείγμα γραφής, έχουν περάσει από συνέντευξη, κάποιοι έχουν ήδη δημοσιεύσει δουλειές τους. Οπότε, θα μου πεις, τι μένει τώρα; Να πουν την ρημάδα την ιστορία τους. Να τη διηγηγθούν οι ίδιοι ή να επιλέξουν αφηγητή; Να πάρουν το μέρος του κεντρικού ήρωα ή να είναι αποστασιοποιημένοι και αντικειμενικοί; Να περιγράψουν το περιβάλλον με εξαντλητική λεπτομέρια ή να είναι αφαιρετικοί; Αλλά αυτά είναι απορίες από τα μαθήματα … προσεχώς. Τα δύσκολα τους περιμένουν. Προς το παρών είμαστε ακόμα στο πρώτο μάθημα…

Γύρω από το στρογγυλό τραπέζι, δώδεκα μαθητές και μαθήτριες διαβάζουν τα κείμενά τους με τη σειρά. Με φωνή δυνατή, γεμάτη αυτοπεποίθηση. Με φωνή σιγανή, τρεμάμενη. Λαχανιασμένοι, σαν να θέλουν να κρυφτούν. Αυτάρεσκοι, σαν να μιλάνε από το μπαλκόνι. Η άσκησή τους για σήμερα είναι να γράψουν ένα μικρό διήγημα με βάση το βιογραφικό του … διπλανού τους. Παίρνουν στοιχεία από την πραγματική ζωή του συμμαθητή τους και τα μεταμορφώνουν σε μικρές φανταστικές ιστορίες. Η δέσμευσή τους είναι ότι οπωσδήποτε η ιστορία πρέπει να αναφέρεται σε κάποιο από τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα. Οσο οι μαθητές του διηγήματος αναμετριούνται με τον θυμό, τη βουλιμία, την ακηδία, οι μαθητές του μυθιστορήματος τα βάζουν με ένα μεγαλύτερο θεριό: τη δομή.

Λένε ότι ο καλός ηθοποιός μπορεί να σε συγκινήσει ακόμα κι αν διαβάζει τον τηλεφωνικό κατάλογο. Με την ίδια λογική ο καλός γραφιάς μπορεί να διηγηθεί και την πιο τετριμένη ιστορία με τρόπο συναρπαστικό. Αλλά πριν γράψεις, πρέπει να ξέρεις ακριβώς τι θέλεις να πεις. Οπότε, σε αυτό το πρώτο μάθημα η άσκηση των επίδοξων μυθιστοριογράφων είναι να περιγράψουν σε μια σελίδα, κεφάλαιο το κεφάλαιο, το μελλοντικό τους βιβλίο. Εύκολο; Νομίζεις. Και μάλλον δεν δικαιούσαι καν να το νομίζεις σε μια χώρα όπως η Ελλάδα που το μεγαλύτερο πρόβλημά της σε ότι αφορά τη γραφή είναι οι ιστορίες χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Οι μαθητές συζητούν εξαντλητικά τη δομή του βιβλίου του καθενός: άλλος γράφει ιστορικό μυθιστόρημα κι άλλος ερωτική ιστορία, άλλος γράφει σε ύφος ρετρό κι άλλος εντελώς αφαιρετικά. Ανεξάρτητα από το είδος, ανεξάρτητα από το ύφος, είναι συναρπαστικό να βλέπεις μπροστά σου τα βιβλία να γεννιούνται, να αποκτούν σώμα και μορφή, οι ήρωες να ζωντανεύουν και να αποκτούν δική τους ζωή. Κι έχει η ατμόσφαιρα εκτός από σκληρή κριτική και πλάκα και χιούμορ και ζεστασία – τόσο που το σκέφτεσαι κι εσύ. Βρε μήπως να γίνω συγγραφέας κι εγώ;

“Οπως όλοι οι αγράμματοι θέλουν να γίνουν τραγουδιστές, έτσι οι εγγράματοι θέλουν να γίνουν συγγραφείς. Είναι θέμα… επαγγελματικής αποκατάστασης”. Ο Μισέλ Φάις διδάσκει διήγημα, είδος που μάλλον δεν ανταποκρίνεται στην (αυτοσαρκαστική;) τοποθέτησή του, αφού αν και υψηλών απαιτήσεων, συνήθως δεν κατατάσσεται στη λίστα των μπεστ σέλλερ. “Το μάθημα είναι δύσκολο, δεν μπορεί να το κάνεις για πλάκα απλώς. Εχουμε κάθε χρόνο δεκάδες αιτήσεις για κάθε εργαστήριο κι επιλέγουμε 10-15 μαθητές για το καθένα. Εχουμε 3 ώρες διδασκαλίας και μετά οι σπουδαστές πρέπει να γράφουν ένα διήγημα 1000 λέξεων κάθε εβδομάδα”. Και, φίλτατοι αναγνώστες, 1000 λέξεις είναι πολλές, πάρα πολλές. Δοκιμάστε το και θα με θυμηθείτε.

“Α, μα δεν γίνεται αλλιώς. Θέλει κόπο πολύ η συγγραφή”. Κι ο Στρατής Χαβιαράς, ο διευθυντής της σχολής, είναι ένας άνθρωπος που ξέρει τι θα πει σκληρή δουλειά. Γιατί μόνο με αυτή κατάφερε να βρεθεί από οικοδόμος στην Αθήνα καθηγητής λογοτεχνίας στο Χάρβαρντ. “Οι μαθητές μου επιβεβαιώνουν πλήρως το στερεότυπο που έχουμε στο μυαλό μας: οι αμερικανοί είναι λιγότερο ταλαντούχοι, αλλά πολύ εργατικοί. Οι Ελληνες είναι ακριβώς το αντίθετο. Γράφουν μερικές σελίδες, το παρατάνε, κάνουν τη ζωή τους, ξαναπιάνουν το κείμενο. Δεν γίνεται έτσι όμως. Τα βιβλία χρειάζονται αφοσίωση”.

Αυτό ήταν το πρώτο και το τελευταίο στερεότυπο που συναντά κανείς στη σχολή του ΕΚΕΒΙ. Γιατί όλα τα άλλα καταρρίπτονται: η συγγραφή είναι μια καθαρά αντρική υπόθεση (“το 75% των μαθητών μας είναι γυναίκες”). Οι γυναίκες γράφουν συναισθηματικά και οι άντρες λογικά (“έχουμε δει λυρικά κείμενα με αντρική υπογραφή και γυναικεία με σκληρή, κοφτή γραφή”). Το γράψιμο αφορά μόνο τους νέους ή τους “αργόσχολους” (“οι μαθητές είναι από 18 μέχρι 60 χρονών. Κι από γιατροί μέχρι νοικοκυρές”). Και φαίνεται ότι μάλλον είναι πολλοί εκείνοι που φιλοδοξούν να δουν τη δουλειά τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων: πέρυσι, που τα εργαστήρια λειτούργησαν για πρώτη χρονιά, οι αιτήσεις συμμετοχής ξεπέρασαν τις 600, ενώ τα σεμινάρια του ΕΚΕΒΙ παρακολούθησαν 180 άτομα.

Τέσσερις από αυτούς συναντώ την επόμενη ημέρα στο παλιό τους “σχολείο”. “Ολοι οι άνθρωποι μοιάζουν φυσιολογικοί μέχρι να τους γνωρίσεις καλύτερα”, σκέφτομαι το παλιό αγγλικό σλόγκαν καθώς παρατηρώ μια γιατρό, μια διαφημίστρια, μια εκπαιδευτικό κι έναν τραπεζικό υπάλληλο με … πτυχίο συγγραφικής. Η Αλεξάνδρα Λειβαδίτου, η Λουίζα Σπηλιωτοπούλου, η Χρύσα Φάντη κι ο Άγγελος Χαριάτης είναι από τους μαθητές του… πρώτου θρανίου, αφού όλοι τους έχουν βιβλία έτοιμα ή υπό έκδοση. “Ονειρεύεστε τα μπεστ σέλλερ, τις συνεντεύξεις, τη δημοσιότητα” – η ερώτησή μου ακούγεται μάλλον δεικτική και το ξέρω, αλλά δεν μπορώ να μην ξεκινήσω από αυτή. Μπορεί στην Ελλάδα η δημιουργική γραφή να είναι ακόμα στα σπάργανα, αλλά στη Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ αυτή είναι η κυριότερη κριτική εναντίον αυτών των σχολών: ότι κατασκευάζουν μαζικά συγγραφείς που παράγουν μαζικά μπεστ σέλλερ. “Κάποια στιγμή αποφασίζεις ότι θέλεις κάπως να εκφραστείς. Εγώ έγραψα ποίηση και ήμουν άθλιος. Προσπάθησα να ζωγραφίσω, ήμουν αθλιότερος. Φαίνεται πως το γράψιμο μου πήγε καλύτερα”, απαντά γελαστά ο Άγγελος που κρατάει το πρώτο του βιβλίο “25 ιστορίες για ευτυχισμένους αστούς”. “Ποιά μπεστ σέλλερ; Την τρέλλα μας κάνουμε κι είναι μια τρέλλα δύσκολη. Κλείνεσαι μέσα και γράφεις και ξεχνάς τον κόσμο γύρω σου, τους φίλους σου, τον σύντροφό σου, την ίδια σου τη μάνα. Ξέρεις πόσο δ΄΄υσκολο είναι να ζεις με κάποιον που γράφει; Παράνοια”. Η Χρύσα είναι αφοπλιστική στην αυτοκριτική της κι άθελά της μου κάνει πάσα για να γίνω ακόμα πιο κακή: είστε ψώνια δηλαδή. “Μα για να κάνεις οποιαδήποτε δουλειά χρειάζεται ένα ψώνιο. Γιατί εσύ δεν είσαι ψώνιο δηλαδή;”, λέει η Λουίζα και τι να πω; Οπότε αλλάζω θέμα και βηματισμό: ποιά ήταν η πιο δύσκολη στιγμή στη διάρκεια των μαθημάτων; “Σε κάθε μάθημα διαβάζουμε όλα τα κείμενα και μετά πρέπει να κάνει ο καθένας την κριτική του. Αυτό μπορεί να είναι πάρα πολύ σκληρό. Εμένα κάποια στιγμή μου είπαν ότι έχω πιάσει όλη την ιστορία λάθος. Λάθος η δομή, λάθος η οπτική γωνία, λάθος το ύφος”, θυμάται η Αλέξανδρα. “Αλλά το ακόμα πιο δύσκολο είναι το να κάνεις εσύ κριτική στο κείμενο του άλλου γιατί ένα λογοτεχνικό κείμενο δεν είναι όπως μια έγγραφη αναφορά, είναι η ψυχή, το μυαλό, η ευαισθησία του άλλου στο χαρτί”.

Φεύγοντας από το ΕΚΕΒΙ, με την παρθενική συνέντευξη των νέων συγγραφέων σε κασσέτες μέσα στην τσάντα μου, σκέφτομαι αυτό που έλεγε ο Στρατής Χουλιαράς. “Για να γίνεις διάσημος συγγραφέας δεν χρειάζεται απλώς να γράφεις καλά. Πρέπει να κάνεις αγώνα για να επιβιώσεις, να επιπλεύσεις και να αναγνωριστεί το έργο σου. Μερικοί είναι πιο καπάτσοι και αυτοπροβάλλονται, άλλοι είναι ντροπαλοί και γι’ αυτό μένουν αφανείς. Πρέπει να μπορείς να κολυμπάς στα κυκλώματα”. Κι αυτό το μάθημα δυστυχώς δεν στο διδάσκει κανείς…

Οκτώ νέοι συγγραφείς γράφουν στον αγαπημένο τους συγγραφέα

* ΑΓΓΕΛΟΣ ΧΑΡΙΑΤΗΣ προς ΕΡΝΕΣΤ ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ.

Φτάνω Αβάνα αύριο.

STOP. Ετοίμασε πούρα. STOP. Και ρούμι. STOP. Μην ξεχάσεις τις γυναίκες. STOP. Το όπλο μου είναι στη θέση του; STOP. Συγχαρητήρια για το Νόμπελ. STOP. Αγωνιστικούς χαιρετισμούς στον Φιντέλ. STOP.Τόσα προσωπεία για ένα πρόσωπο…* ΧΡΥΣΑ ΦΑΝΤΗ προς ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ ΓΟΥΛΦ

Γράμμα προς την Βιρτζίνια Γουλφ, από την οικονόμο της Βανέσα Τόμσον (πρόσωπο επινοημένο χάριν της γραφής από την ταπεινή της θαυμάστρια Χ.Φάντη).

Αγαπητή κυρία Αντελίν Βιρτζίνια Στέφεν Γουλφ,

Το ξέρω πως τώρα πια δεν έχει νόημα αυτό το γράμμα μου. Είναι τόσο αργά… Το γράφω όμως και θα το φυλάξω σαν το πιο πολύτιμο πράγμα ανάμεσα στα προσωπικά μου αντικείμενα, με την ελπίδα κάποιοι να με συγχωρήσουν. Γιατί εγώ εκείνο το πρωί της Παρασκευής 28 Μαρτίου του 1941, είχα καταλάβει τα πάντα για την μοίρα που είχατε διαλέξει, και δεν έκανα τίποτε για να σας σταματήσω. Ημουν ο τελευταίος άνθρωπος που σας είδε. Ο τελευταίος! Ενα λεπτό αφότου κλείσατε πίσω σας την πόρτα, είχα ήδη διαβάσει το σημείωμα που αποκαλύπτατε τους λόγους της αυτοκτονία σας, αυτό που αφήσατε στον σύζυγό σας, τον κύριο Λέοναρντ. Σας ζήλευα ακόμα κι εκείνη την στιγμή. Ζήλευα γιατί νόμιζα πως από την αδιέξοδη αγάπη κάποιων ανθρώπων που δεν σας άξιζαν οδηγήσατε τον εαυτό σας στο τέλος. Αυτό πίστευα. Πίστευα πως ο έρωτάς σας για την κυρία Βίτα Σάκσβιλ Γουέστ, αυτή την αντρογυναίκα με το μουστάκι, ήτανε άδικος… Άδικος έρωτας, ενώ δίπλα σας υπήρχαν άνθρωποι που θα τους έφτανε να σας αγγίξουν, να φιλήσουν μόνο το θείο χέρι σας. Τίποτε άλλο. Σας είχα αγαπήσει με την πρώτη ματιά, τότε στα δεκαπέντε μου όταν με πήρατε στην υπηρεσία σας, στο φημισμένο σπίτι του Λονδίνου, της οδού Μπλούσμπερι.

Οι τύψεις μου πια δεν με αφήνουν να πιστέψω πως σας έχασα για πάντα. Πως σας βρήκαν πνιγμένη στην άγονη όχθη του ποταμού Άους, εκεί που τα ορμητικά νερά του δεν αφήνουν να φυτρώσει ούτε χορτάρι, ντυμένη με το παλιό γούνινο παλτό σας, τα μποτάκια Γουέλιγκτον, και το καπέλο σας σκαλωμένο σ’ ένα βράχο. Ακόμα κι όταν ήρθε η αστυνομία για τα τυπικά κανένας τους δεν σκέφτηκε να με ρωτήσει για τη μοιραία σας πράξη. Ο κύριος Λέοναρντ ήθελε να κλείσει η υπόθεση, έλεγε πως ήταν φανερό ότι μόνη σας είχατε μπει στο νερό. Κανένας τους δεν έμαθε ποτέ πως μόνο εγώ θα μπορούσα να σας είχα πάρει από πίσω… Να επενέβαινα την καθοριστική στιγμή. Κι όμως δεν το έκανα…

Βανέσα Τόμπσον

* ΜΑΡΙΑ ΜΙΧΑΛΟΥΔΗ -ΑΓΓΕΛΗ προς Οσκαρ Ουάϊλντ

«Αγαπητέ Αγιε Βασίλη,

Πάνε χρόνια τώρα που ο θείος Οσκαρ πήγε στον ουρανό. Δεν μπορεί, κάπου θα τον έχεις συναντήσει εσύ ή κάποιος άλλος άγιος. Αν πάλι όχι, ρώτα τους αγγέλους, αυτοί θα ξέρουν… Είναι ψηλός, χοντρούλης σαν εσένα και ξέρει να διηγείται τις πιο όμορφες ιστορίες. Στο λέω, μου λείπει πολύ… Ξεραΐλα εδώ από καλούς θείους. Πάντως, τον θείο Ονούφριο δεν τον αντέχω. Είναι πολύ κακός και όλη την ώρα μιλάει στο κινητό! Γι΄αυτό θέλω να μου τον αλλάξεις. Να τον πάρεις και να μου φέρεις πάλι πίσω τον θείο Οσκαρ, γιατί μ’αρέσει να αποκοιμιέμαι με ιστορίες για ευτυχισμένους πρίγκιπες, εγωιστές γίγαντες και βροχή από αστέρια. Σου υπόσχομαι να είμαι καλό κορίτσι.

Σ’ευχαριστώ πολύ.

Η φίλη σου
Μαρία»

Σημείωση: ήλθε πάνω σ’ένα λοζ συννεφάκι – Ελφι ( έγραφε το ξωτικό).

* ΙΩΑΝΝΑ ΔΕΡΒΙΣΗ προς ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Κυρ-Φώτη σε είδα…

μια νύχτα που ρίζωσες ασάλευτος απάνου σε μια πέτρα και μέτραγες το

βυθό τ’ ουρανού.

Κι άλλη φορά σ’ εκειό τ’ ακρογιάλι, που δεν έχει παρά βράχια

θαλασσοφαγωμένα και μαύρα λιθάρια ήσουνα ξαπλωμένος. Κούρνιαζε

στον ώμο σου ένας γλάρος.

Ενα δείλι σ’ άκουσα να θρηνείς, μπροστά στο τρυφερό χορτάρι.

Ημουνα κρυμμένη στο στασίδι τη μέρα που ζωγράφισες την Παντάνασσα

Δεν μίλησα γιατί έκλαιγα.

Σ’ είδα κι ένα βράδυ. Πυρωμένος έγραφες και δεν σου ‘φτάνε το χαρτί

ν’ αποσώσεις τις ορμήνειες σου γιατί έγραφες άγρια, αχόρταγα.

Ηθελα ν’ ανταμώσουμε.

Να πάμε σ’ εκείνο το βράχο, να καθήσομε χωρίς να μιλούμε, μόνο ν’

ακούμε τον αχό της θάλασσας και τους αέρηδες.

Κι έτσι σιωπηλά, να περάσει η αιωνιότητα ώσπου να’ρθει μίαν άλλη.

Μετά τιμής, Ιωάννα Δερβίση.

* ΛΟΥΙΖΑ ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ προς ΜΙΛΑΝ ΚΟΥΝΤΕΡΑ

Κίριε Μίλαν το σακάκι σας το πίρα από το καθαριστίριο το προί και το έχο κρεμασμένο στη ντουλάπα σας στο δομάτιο. Την Πέμπτη δε θα έρθω γιατί θα παώ το γιό μου στο γιατρό. Αν πάτε καθόλου στο σούπερ μάρκετ να θιμιθείτε να πάρετε σαπούνι για το πλιντίριο και σφουγγαράκια για τα πιάτα (αυτά τα κίτρινα και πράσινα). Νομίζο ότι τελίωσαν και οι σκουπιδοσακούλες. Ρίξτε μια ματιά. Εχο αφίσει φαι στο φούρνο. Μετά να το βάλετε στο ψιγίο για να μη χαλάση.

Θα τα πούμε το Σάβατο.λουίζα

Υ.Γ. Παραλίγο να το ξεχάσω. χτες το βράδι δεν κιμήθηκα καθόλου για να τελιώσω το βιβλίο που μου χαρίσατε. Εκλαιγα συνέχια. Γιατί όμος κίριε Μίλαν βάλατε στο τέλος τον Τομάς και την Τερέζα να πεθαίνουν; Και τόσο άσχημα κιόλας; Δεν μπορίτε να το ξαναγράψεται με ένα πιο χαρούμενο τέλος; Μην ξεχάσετε να κατεβάσεται τα σκουπίδια το βράδι.

* ΛΙΛΙΑΝ ΔΟΥΜΑ προς Τ.Σ. ΕΛΙΟΤ

… ναι σε προσκαλώ, αν θες, σε προκαλώ T.S.Ε.

εσύ και ‘γω, εγώ και ‘συ μαζί,

έλα να γνωριστούμε,

στιχάκια να μοιράσουμε, τον κόσμο να ταράξουμε,

να τον αλλάξουμε.

Εσύ και ‘γω, σαν Μεταφυσικοί ποιητές

στην Ερημη τη χώρα, Τόμας,

εκεί όπου Γάτες και Κούφιοι άνθρωποι

στήνουν χορούς, βρίσκουν ρυθμούς,

σε φωνάζω, μ’ ακούς;

Εσύ και ‘γω, σ΄ένα Κοκτέιλ πάρτυ,

φέρε τον Προύφορκ, τη Μαρίνα

άσε επάνω μου τα κρίνα,

θα τα φροντίσω εγώ…

Τέσσερα κουαρτέτα θέλω ν’ ακουστούν

και μόλις όλα σιγήσουν, τα νόμπελ αποχωρήσουν,

σε σένα, T.S.Eliot, των γραμμάτων,

των εφηβικών μου αναγνωσμάτων, θα το τολμήσω,

μεμιάς θ’ αποκαλύψω της Ζωής τα μυστικά,

της ψυχής τα ονείρατα…

 

 

Βιβλιογραφία

  • Α.Γ. Κρασανάκη, Λογοτεχνία και Ρητορική, Αθήνα 2005
  • Tony Barnstone – Chou Ping (επιμ.), Η τέχνη της συγγραφής – Μαθήματα δημιουργικής γραφής από τους Κινέζους δασκάλους, Κέδρος, Αθήνα 2003
  • Φιλίπ Γκούρεβιτς (επιμ.), Η Τέχνη της γραφής, Τόπος, Αθήνα 2010
  • Nick Everett, “Creative Writing and English”,  The Cambridge Quarterly, 34 (3), 2005, σελ. 231-242.
  • Mark McGurl, The Program Era: Postwar Fiction and the Rise of Creative Writing,HarvardUniversity Press, 2009

 

Σύνδεσμοι