Παλαιογραφία

(Φωτογραφίες Γεράσιμος Δομένικος)

Σε βιβλιοθήκες και μοναστήρια, σε σκοτεινά δωμάτια και ιδιωτικές συλλογές κυνηγούν την άγρια χαρά της ανακάλυψης ξεχασμένων ή άγνωστων για αιώνες μυστικών. τα δικά τους Ιερά Δισκοπότηρα είναι πάπυροι, κώδικες, περγαμηνές. Μόνο στην Αθήνα υπάρχουν τουλάχιστον 20.000 τέτοια χειρόγραφα. Και τα περισσότερα δεν τα έχουμε ακόμα διαβάσει.

Η μεν χειρ σείπεται τάφω, η δε γραφή μένει εις αιώνας.Είναι η ώρα που πέφτει το βράδυ επάνω από την πόλη. Σιγά σιγά απλώνεται επάνω από την πλατεία Αγίας Ειρήνης, βάφει ρόδινα τα νεοκλασικά, δίνει ένα παράξενο εσωτερικό φως στα λουλούδια που κλειδώνει ο ανθοπώλης, χρυσίζει για τελευταία φόρα την ακρόπολη. «Μπορώ να το αγγίξω;», ρωτάω παγωμένη ως το κόκαλο. «Τώρα που σας βάλαμε στα άδυτα των αδύτων, δεν μπορούμε να σας το αρνηθούμε», λέει γελαστός ο κύριος καθηγητής καθώς μου εγχειρίζει ένα προσευχητάρι του 11ου αιώνα.

Είναι μικρό όσο η χούφτα μου. Ξύλινο εξώφυλλο και σελίδες από ένα χαρτί παράξενο, κιτρινισμένο από το χρόνο, αλλά στιβαρό. Δεν μπορώ να το διαβάσω, αν και αναγνωρίζω κάποια από τα γράμματα. Στο μικρό αυτό δωματιάκι, στον πρώτο όροφο ενός κτιρίου της Παναγή Σκουζέ, μέσα σε ράφια και συρτάρια και σε συνθήκες ψύξης, αναπαύονται βιβλία από όλη την Ελλάδα, την Αλεξάνδρεια, την Κωνσταντινούπολη, τα Ιεροσόλυμα, το Σινά. Ταξίδεψαν και άντεξαν στο χρόνο μέχρι να τα συλλέξουν, να τα συντηρήσουν και να τα διαβάσουν οι παλαιογράφοι του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης.

«Παλαιογράφος» είναι η πρώτη από τις μάλλον άγνωστες λέξεις που θα χρησιμοποιήσουμε για να σας μιλήσουμε για μια μάλλον άγνωστη επιστήμη. Η παλαιογραφία (ή κωδικολογία) είναι ίσως η πρώτη φορά που βγαίνει από το μελετητήριο για να παρουσιαστεί στις σελίδες ενός περιοδικού. Κι η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για μια μονήρη επιστήμη, τόσο όσο και το αντικείμενο που μελετά. Κατά τον ορισμό, «ερευνά το πολιτιστικό φαινόμενο της γραφής και του χειρόγραφου βιβλίου». Αλλά όπως συμβαίνει πάντα σχεδόν, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τον ορισμό της.

Χειρόγραφο περασμένο σε Η/Υ του Παλαιογραφικού Αρχείου του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας. Η βάση δεδομένων του ΜΙΕΤ περιλαμβάνει 7.500 σπάνια χειρόγραφα σε μικροφίλμ

Οι ειδικοί διαφωνούν: πρόκειται για αυτόνομη επιστήμη; για κλάδο της φιλολογίας; Ο παλαιογράφος ανακαλύπτει, καταγράφει και διαβάζει χειρόγραφα κι επιγραφές. Παρακολουθεί τις περιπέτεις της γραφής ανά τους αιώνες και μελετά τις μεταμορφώσεις των γραμμάτων, που κάνουν δυσανάγνωστα σε όλους εμάς τα παλαιά κείμενα. Με άλλα λόγια, ο παλαιογράφος είναι ένας αρχαιολόγος της γραφής.

Ο Αγαμέμνων Τσελίκας σερβίρει αραβικό καφέ, μού προσφέρει πούρο και ανάβει την πίπα του. Θεωρείται μια από τις μορφές της ελληνικής παλαιογραφίας, ένας από τους ελάχιστους που αφιερώθηκαν στο κοπιώδες και αφανές έργο της ανακάλυψης, της ανάγνωσης και της ταξινόμησης των ελληνικών χειρογράφων. Το 1974 μια σπουδαία μορφή των ελληνικών γραμμάτων, ο Λίνος Πολίτης, ιδρύει το Ιστορικό & Παλαιογραφικό Αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης. Και για τον Τσελίκα αρχίζει ένα συναρπαστικό ταξίδι στο χώρο και το χρόνο, σε μια προσπάθεια να χαρτογραφηθεί ο άγνωστος μέχρι τότε κόσμος του ελληνικού χειρογράφου. Το Ιδρυμα οργανώνει αποστολές σε κάθε γωνιά της Ελλάδας: «όταν λέμε αποστολές, μην φανταστείτε τίποτα σπουδαίο. Είμασταν δυο άνθρωποι που ταξιδεύαμε σε δύσκολες συνθήκες, αφού ακόμα τότε υπήρχαν χωριά χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς τηλέφωνο, χωρίς δρόμους. Στην Αμοργό για να φωτογραφήσουμε τα χειρόγραφα, τα βγάλαμε στην ταράτσα του μοναστηριού».

Το μοναστήρι είναι της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας και μονάχα όποιος το ‘χει να κρέμεται ψηλά στα βράχια καταμεσής του Αιγαίου μπορεί να νοιώσει την ένταση της στιγμής. Ενταση που κάνει ακόμα μεγαλύτερη η άγρια χαρά της ανακάλυψης, αυτή η ηδονή του να βρίσκεις πρώτος εσύ κάτι χαμένο ή ξεχασμένο για αιώνες. Κι αυτή η άγρια χαρά δικαιώνει την προσδοκία του ανώνυμου γραφιά που αιώνες πριν σκυφτός, κρατούσε στα γόνατα και αντέγραφε το βιβλίο που εσύ κρατάς τώρα στα χέρια σου. Προσδοκούσε αυτός ο άγνωστος ότι κάποτε θα φτάσει σε εσένα. Για αυτό και όχι μόνο υπογράφει πολλές φορές τα βιβλία που αντιγράφει, αλλά ζητά από τον μελλοντικό αναγνώστη να τον μνημονεύει στις προσευχές του.

Ένα από τα κοσμήματα της συλλογής του ΜΙΕΤ: φύλλο παλίμψηστου χειρόγραφου με δυο κείμενα (10ος και 13ος αιώνας) του Αγ. Ιωάννη Χρυσόστομου.

Η κωδικογραφία δεν ήταν εύκολη δουλειά. Απαιτούσε σωματική αντοχή, καλή όραση, υπομονή και αυξημένη ικανότητα συγκέντρωσης. Αν θέλετε να δείτε εν δράσει έναν βυζαντινό γραφιά, σηκώστε τα μάτια σας στα τέσσερα ημιθόλια κάποιας εκκλησίας. Εκεί, καθισμένους σε ένα σκαμνί, μπροστά από ένα αναλόγιο, σκύβουν επάνω από τα γραπτά τους οι 4 ευαγγελιστές. Κάπως έτσι δούλευαν για ώρες και ώρες, ημέρες και ημέρες οι βυζαντινοί κωδικογράφοι. Και έτσι ακριβώς διέσωσαν και διέδωσαν την αρχαία ελληνική γραμματεία που έφτασε μέχρι εμάς.

Τα βιβλία τότε ήταν μια πολύ πολύ ακριβή υπόθεση. Το έτος 959 οι αντιγραφείς Γρηγόριος και Βαάνης πωλούν ένα χειρόγραφο για 7 βυζαντινά νομίσματα. Η ενοικίαση ενός «οθονιοπρακτικού εργαστηρίου» (ενός υφασματοπωλείου) στη μέση της αγοράς κόστιζε 38 νομίσματα το χρόνο. Ο λόγος που τα βιβλία κοστίζουν τόσο ακριβά είναι τα υλικά τους, το δέσιμό τους, αλλά και ο κόπος που απαιτούσαν από τον γραφιά. Ο οποίος έπαιρνε τις περγαμηνές, τις τοποθετούσε τη μια επάνω στην άλλη και τις χαράκωνε. Μετά έπαιρνε τέσσερα φύλλα, τα τσάκιζε στη μέση και δημιουργούσε το τετράδιον. Πολλά τετράδια μαζί, σχηματίζουν έναν κώδικα. Και τώρα ο φίλος μας είναι έτοιμος να αρχίσει την αντιγραφή. Με ποια γραμματοσειρά;

Μετρημένοι στα δάχτυλα είναι οι έλληνες παλαιογράφοι. Δουλειά τους, να εντοπίσουν, να καταγράψουν και να διαβάσουν κείμενα σπάνιας αξίας. Κι αν ο κωδικογράφος πριν από αρκετούς αιώνες είχε ως "εργαλεία" του τη σωματική αντοχή, την καλή όραση και την υπομονή, ο παλαιογράφος, όπως ο Αγ. Τσελίκας, σήμερα δουλεύει με φωτογραφικές μηχανές, υπολογιστές και βάσεις δεδομένων.

«Ενα κείμενο δεν μπορεί να γραφτεί με οποιοδήποτε γραφικό χρακτήρα», μας εξηγεί ο κύριος Τσελίκας. «Ενα ευαγγέλιο γράφεται με μεγάλα επίσημα γράμματα για να ανταποκρίνεται στην ιερότητα του θείου λόγου και τη μεγαλοπρέπεια του χώρου όπου διαβάζεται. Ενα φιλοσοφικό κείμενο είναι πυκνογραμμένο με λεπτά γράμματα. Ενα νομικό, με γράμματα ευκρινή και πλατιά. Ενα αυτοκρατορικό χρυσόβουλο πρέπει να είναι γραμμένο με την ιδιότυπη περιπλεγμένη μορφή της γραμματείας, ώστε να μην μπορεί κάποιος να τη μιμηθεί εύκολα». Ετσι οι κωδικογράφοι υιοθετούσαν κάθε φορά τη… γραμματοσειρά που απαιτούσε το περιεχόμενο του κειμένου και ακολουθούσαν πιστά τους κανόνες στον σχεδιασμό των γραμμάτων αν και έψαχναν πάντα κάποια τσαχπινιά στη σχεδίαση για να εκφράσουν την προσωπικότητά τους.

Οπως εύκολα μπορείτε να φανταστείτε, οι ώρες περνούν κι εγώ είμαι χαμένη σε κώδικες και γραφές. Οπότε πολύ μου κακοφαίνεται που πρέπει να σταματήσουμε την κουβέντα με τον κύριο Τσελίκα γιατί οι μαθητές του καταφτάνουν. Είναι Παρασκευή απόγευμα κι αυτοί είναι οι δευτεροετείς. Φοιτητές της φιλολογίας και καθηγητές, δημόσιοι υπάλληλοι και δυο τρεις συνταξιούχοι, μια υπέρκομψη κυρία και μια πιτσιρίκα ντυμένη Μαντόνα της δεκαετίας του ’80. Αυτό το ετερόκλητο πλήθος κάθεται στις καρέκλες, ανοίγει τα τετράδια και το μάθημα αρχίζει.

7

«Φαίδρα, θα μας διαβάσεις το κείμενο που μοίρασα την προηγούμενη εβδομάδα;» Η Φαίδρα αρχίζει να διαβάζει απνευστί τον κώδικα, από τον οποίο εγώ ζήτημα είναι να αναγνωρίζω δυο τρία γράμματα. Δεν έχει πάει στο πανεπιστήμιο, δεν είναι φιλόλογος, «μιλάει όμως ελληνικά» όπως μου έλεγε πριν ο κύριος Τσελίκας. Κι αυτό είναι αρκετό. Γιατί τα γράμματα, η γραφή, μπορεί να αλλάζουν. Η γλώσσα όμως είναι πάντα η ίδια και, παρ’ όλες τις μεταμορφώσεις της, ταξιδεύει στους αιώνες. Το είπαμε: Η μεν χειρ σείπεται τάφω, η δε γραφή μένει εις αιώνας.

Από τον πάπυρο στο χαρτί

4000 πΧ οι Αιγύπτιοι κόβουν κομμάτια από τον φλοιό του κορμού του παπύρου, τα επεξεργάζονται, τα ενώνουν μεταξύ τους και σχηματίζουν μακριές ταινίες. Αυτές ήταν οι πρώτες σελίδες στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι κάθετες αυτές ταινίες, σε σχήμα κυλίνδρου, ήταν τα πρώτα βιβλία που γράφτηκαν ποτέ.

Το αρχείο του ΜΙΕΤ έχει στην κατοχή του περίπου 100 σπάνια χειρόγραφα, φερμένα από κάθε γωνία της ελλάδας, το Σίνα, την Αλεξάνδρεια και την Κων/πολή. Σχεδόν όλα προέρχονται από ιδιωτικές συλλογές. Ητιμή τους ξεκινά από 1.000-2.000 € και ανεβαίνει. Εδώ, περγαμηνό δίφυλλο του 13ου αι. με λειτουργικό κείμενο.

200 πΧ η Πέργαμος της Μικράς Ασίας γίνεται το κυριότερο παραγωγικό κέντρο της νέας γραφικής ύλης. Είναι δέρμα κατσικιού ή προβάτου και ονομάζεται… περγαμηνή. Είναι πιο ανθεκτική από τον πάπυρο αλλά πανάκριβη. Πόσα πρόβατα θα έπρεπε να σφαγούν για να γίνει ένα βιβλίο με 200 φύλλα, αν κάθε πρόβατο μας δίνει 4;

800 μΧ οι Άραβες μεταδίδουν στο Βυζάντιο και την υπόλοιπη Δύση μια σπουδαία κινέζικη ανακάλυψη: το χαρτί. Μικρά κομμάτια από άχρηστα υφάσματα γίνονται πολτός. Ο χαρτοποιός βουτά μέσα στον πολτό ένα συρμάτινο τελάρο, το γεμίζει, το τραβά επάνω και όταν το νερό του πολτού στράγγιζε, έμενε ένα λεπτό στρώμα που ήταν το χαρτί. Αφού στέγνωνε και γυαλιζόταν, ήταν έτοιμο προς χρήση.

Ανοίξτε τα τετράδιά σας!

Προσκυνητάρι των Αγίων τόπων του 17ου αιώνα.

Αυτή είναι μια φράση που στοιχειώνει τη σχολική ηλικία όλων των ανθρώπων. Ξέρετε όμως πόσο παλιά είναι η λέξη «τετράδιο»; Τουλάχιστον 1800 ετών! Οπως διαβάζουμε στα «Θέματα ελληνικής παλαιογραφίας του Αγαμέμνωνα Τσελίκα, η ανάγνωση στην αρχαιότητα δεν ήταν μια πολύ εύκολη υπόθεση. Τα βιβλία κυκλοφορούσαν σε μορφή κυλίνδρου, έτσι για να διαβάσει κανείς έπρεπε με το ένα χέρι να ξετυλίγει τον πάπυρο και με το άλλο να τον τυλίγει. Η ιδέα για μια άλλη … σελιδοποίηση ήρθε από τα σχολικά τετράδια, που τότε δεν ήταν τίποτα άλλο από πλάκες επικαλυμμένες με κερί οι οποίες δένονταν με κλωστή για να σχηματίσουν ένα βιβλίο. Ετσι, αντιγράφοντας τα παιδιά, οι γραφείς έπαιρναν κομμάτια από πάπυρο, περγαμηνή κι αργότερα χαρτί, τα δίπλωναν στη μέση, τα έραβαν κι έφτιαχναν ένα τεύχος. Τα τέσσερα φύλλα διπλωμένα στη μέση έδιναν ένα τεύχος με 8 φύλλα που ονομαζόταν τετράδιον (τετράς προς δύο).

Κώδικας: όχι του Ντα Βίντσι

Για να συνεννοούμαστε, η χρήση του όρου κώδικας για κρυπτογραφημένα μηνύματα είναι πολύ πολύ καινούργια. Στην παλαιογραφία «κώδικας» αποκαλείται το χειρόγραφο βιβλίο, που αποτελείται από πολλά τετράδια ραμμένα μαζί, ενώ κωδικογράφος είναι ο γραφέας του βιβλίου. Ο όρος προέρχεται από το λατινικό

codex και προσδιορίζει την έννοια του βιβλίου από τον 2ο μΧ αιώνα.

 

Βιβλιογραφία

  • Elpidio Mioni, Εισαγωγή στην ελληνική Παλαιογραφία, Μετάφραση Νικολάου Μ. Παναγιωτάκη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1977, 6η ανατ. 2009, σσ. 206 (17 x 24 εκ.), 30 πίνακες
  • Edward Maunde Thompson, An introduction to Greek and Latin palaeography, Clarendon Press Oxford, 1912 (σε ηλεκτρονική μορφή www.archive.org/details/greeklatin00thomuoft )

 

Σύνδεσμοι

Ελληνική Παλαιογραφική Εταιρεία   elpe.web.auth.gr/

Μαθήματα Παλαιογραφίας: www.miet.gr/web/gr/news/more.asp?id=13

On-line μάθημα παλαιογραφίας: www.nationalarchives.gov.uk/palaeography/

Οδηγός βιβλιογραφίας:  theleme.enc.sorbonne.fr/sommaire69.html