Ξένοι οδηγοί για την Ελλάδα

(εικονογράφηση: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΖΗΜΕΡΟΣ)

Οι Έλληνες μέσα από τα μάτια των ξένων

Η αναζήτηση ταξί στην Αθήνα μοιάζει με σαφάρι. Όποιος πετύχει το θύραμα κερδίζει! Και μετά θα του μείνει αξέχαστος ο ταξιτζής.

Εμείς τους καλούμε κάθε χρόνο να «ζήσουν το μύθο τους στην Ελλάδα». Εκείνοι όμως τι κρατάνε από τις επισκέψεις τους στη χώρα μας; Διαβάσαμε ταξιδιωτικούς οδηγούς και βιβλία γραμμένα από ξένους για την Ελλάδα. Και τι δε βρήκαμε εκεί; Από κρίσεις για τον ξερολισμό, τον οχαδελφισμό, την ασυνέπεια και λοιπά δαιμόνια της φυλής μέχρι εντυπώσεις για το σουβλάκι, τα ταξί, το ξενύχτι, τα κινητά!

Δεν είναι απλώς επίσκεψη, δεν είναι απλώς διακοπές, είναι μια ολόκληρη περιπέτεια. Η, τουλάχιστον αυτό καταλαβαίνει όποιος ξεφυλλίσει ένα οποιοδήποτε βιβλίο αναφέρεται στη χώρα μας. Από ταξιδιωτικούς οδηγούς μέχρι ταξιδιωτικές αναμνήσεις, ό,τι γράφουν οι ξένοι για την Ελλάδα και την παραμονή τους εδώ έχει σασπένς. Αν το Παρίσι είναι ρομαντικό, αν το Αμστερνταμ είναι μπιτάτο, η Αθήνα μόνο με μια λέξη μπορεί να περιγραφεί: αλλόκοτη.

Γιατί πώς αλλιώς να χαρακτηρίσεις μια πόλη όπου σε κάθε σου επαφή με το Δημόσιο χρειάζεσαι κονέ; Οπου οι άνθρωποι το πρωί πίνουν σκέτο καφέ με τσιγάρο; Και όπου όλοι βγαίνουν για ποτάκι μετά τις 11 το βράδυ; Ολα όσα εμάς μας φαίνονται φυσιολογικά, στα μάτια των επισκεπτών μας είναι μάλλον παράξενα. Πάμε λοιπόν μια βόλτα στον «πλανήτη Ελλάδα» για να μας δούμε με άλλα μάτια. Αυτά των ξένων. Προσδεθείτε, προσγειωνόμαστε.

«Δεν είναι κουφοί, φωνάζουν γιατί ΑΠΛΩΣ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΣΙΓΟΥΡΕΥΤΟΥΝ ΟΤΙ ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΙ. Αυτός είναι ένας καλός τρόπος να ορίσεις τους Ελληνες: λατινόφατσες που φωνάζουν σε μια γλώσσα που δεν λατινοφέρνει καθόλου». Η Vicky Nikolaidou προφανώς είναι ελληνίδα όμως το Greek It! (Alkyon Publishers) είναι ένας ταξιδιωτικός οδηγός που απευθύνεται σε ξένους, από αυτούς που βρίσκει κανείς στις προθήκες των μεγάλων βιβλιοπωλείων. Η ιδιαιτερότητά του είναι ότι δεν συστήνει την πόλη, αλλά τους ανθρώπους της ή τουλάχιστον αυτό διατείνεται ο υπότιτλός του: ένας οδηγός στην ελληνική ψυχή.

«Για κανένα άλλο θέμα δεν ακούει κανείς τόσο ακραίες απόψεις όσο για τον ελληνικό χαρακτήρα». Εναν αιώνα νωρίτερα, το 1884, η Αγκνες Σμιθ αναλύει το περίφημο: «δε βαριέσαι» (ναι, ναι από τότε το λέγαμε). «Είναι ένα τσούρμο παλιάνθρωποι, λένε ορισμένοι. Δεν υπάρχει ούτε ένας που να βασιστείς στο λόγο του και είναι τόσο τεμπέληδες που δεν θα προοδεύσουν ποτέ. (…) Ομως η ιστορία με το «δε βαριέσαι» οφείλεται περισσότερο στο ότι δεν βλέπουν την ανάγκη να κάνουν ορισμένα πράγματα, παρά σε νωθρότητα».

«Πάντα απολαμβάνω τον τρόπο που αυτοδιαφημίζονται οι Ελληνες ως πλάσματα τύπου Ζορμπά», γράφει η Σόφκα Ζινόβιεφ. «Ακόμα και ο πιο αγχωμένος και πολυάσχολος κάτοικος της πόλης, με φορτωμένη την πιστωτική του κάρτα, με απλήρωτους τους τόκους των δανείων και με συνταγή για αγχολυτικά στην τσέπη, λέει πάντα την ίδια ιστορία, ιδιαίτερα όταν έχει απέναντί του έναν ξένο». Η Ζινόβιεφ ζει εδώ τα τελευταία 6 χρόνια. Είναι δημοσιογράφος και πρωτοήρθε εδώ πριν καμιά 20ετία, όταν ετοίμαζε τη διατριβή της στην κοινωνική ανθρωπολογία. Εζησε στο Ναύπλιο μελετώντας το διασημότερο ελληνικό προϊόν της δεκαετίας του ’80: «the greek kamaki». Επέστρεψε στην Ελλάδα για μόνιμη εγκατάσταση κάμποσα χρονάκια αργότερα, αφού παντρεύτηκε έναν Ελληνα. Η Οδός Ευρυδίκης (εκδόσεις Διόπτρα) δεν είναι ένας τυπικός ταξιδιωτικός οδηγός, αφού χρησιμοποιεί τον τρόπο και τη φόρμα του μυθιστορήματος. Αλλά είναι ίσως η πληρέστερη και βαθύτερη εισαγωγή στην ελληνική πραγματικότητα, με ένα πλήθος στοιχείων και αναφορών, με παραπομπές στην ιστορία, τη γεωγραφία, την πολιτική και την οικονομία της χώρας.

«Εχοντας εξαγάγει το δράμα, το χάος, την τραγωδία και τη δημοκρατία πολύ πριν οι άλλοι λαοί μάθουν να ξενυχτάνε τόσο ώστε να λιγουρεύονται ένα σουβλάκι για πρωινό, η Ελλάδα είχε χτίσει την υστεροφημία της. Ωστόσο, μην περιμένετε η επίσκεψή σας εκεί να είναι μια νηφάλια αποτίμηση του αρχαίου κόσμου. Η έφεση της Ελλάδας στο ξεφάντωμα χρονολογείται από την εποχή του Διονύσου!» Κάπως έτσι συστήνει την πόλη μας ο Lonely Planet, ο διασημότερος ίσως ταξιδιωτικός οδηγός στον κόσμο. «Στην Ελλάδα δεν νοείται ζωή χωρίς λίγο ξενύχτι», υπερθεματίζει η Ζηνόβιεφ. «Οταν βλέπεις κάποιον να αργοπίνει καφέ και να καπνίζει με μια εξαντλημένη νωχελικότητα, δεν έχει παρά να πει «ξενύχτησα χτες βράδυ» και όλοι αμέσως θα καταλάβουν και θα συγχωρήσουν».

«Οι Ελληνες ξέρουν σχεδόν τα πάντα: από την καλύτερη συνταγή για τυρόπιτα μέχρι τις απαρχές του σύμπαντος», μας κράζει η Νικολαϊδου (κι όχι μόνο σε αυτό το σημείο -ολόκληρος ο οδηγός μιλά απαξιωτικά για τους ιθαγενείς με τους οποίους η συγγραφέας είχε την ατυχία να μοιράζεται την ίδια χώρα). “Θα ήταν καλύτερα αν ορισμένοι από αυτούς που δημοσιοποιούν τη γνώμη τους για την Ελλάδα και τους Ελληνες, να έχουν υψηλότερους σκοπούς από το να ξεγελάσουν εν μέρει την ανία της σύντομης ζωής τους”. Η Φελίσια Σκιν, έζησε 7 χρόνια στην Ελλάδα, από το 1838 έως το 1845. Στα οδοιπορικά, τις αναμνήσεις και τα ποιήματά της δίνει τη μάχη της υπέρ του λαού που αγάπησε βαθιά. Υπερβάλλει ίσως λιγάκι, αλλά με τη γραφίδα της είχε να αντιμετωπίσει πολλές ξινισμένες βρετανικές μυτίτσες που σούφρωναν απαξιωτικά τη μυτούλα όταν μιλούσαν για την Ελλάδα: «Οι Ελληνες είναι πολύ φιλόδοξοι και εύστροφοι. Είναι αποφασισμένοι να μην τους ξεπεράσει κανείς σε πολυτέλεια και λεπτότητα».

Ενα από τα πράγματα που εντυπωσιάζουν πάντα πολύ έναν ξένο είναι το χάος των ελληνικών δρόμων -για τη συνέπεια των δρομολογίων και την οδήγηση δεν θα σας πω, μπορείτε να φανταστείτε. Αυτό όμως που εγώ δεν μπορούσα να φανταστώ ως ιδιαιτερότητα είναι η αναζήτηση ταξί. Οι ξένοι βλέπουν τη διαδικασία περίπου σαν σαφάρι. Η Ζηνόβιεφ περιγράφει τα προσόντα του αποτελεσματικού κυνηγού: «απαιτείται ειδικό ταλέντο για να βρεις ταξί στην Αθήνα, κάτι ανάμεσα σε αυτό του καλού ψαρά και του ομιλητή σε ανήσυχο πλήθος». Και προσθέτει η Νικολαϊδου για την «κίτρινη φυλή»: «Σπάνια οι οδηγοί μιλούν αγγλικά, αλλά όταν μπει μέσα κάποιος Ελληνας συζητούν για τα πάντα συνδέοντας την οικονομία, την πολιτική, τα σπορ, τον καιρό και στο τέλος γκρινιάζουν για όλα».

«Τα κινητά εφευρέθηκαν γι αυτό το λαό», αποφαίνεται η Ζηνόβιεφ. «Οχι μόνο σου επιτρέπουν να μιλάς έστω κι αν είσαι μόνος, αλλά σου δίνουν τη δυνατότητα για αλλαγές σχεδίων της τελευταίας στιγμής ή για να επιταχύνεις λίγο τους ρυθμούς όταν τα πράγματα γίνουν βαρετά. Οι Ελληνες τα λατρεύουν τόσο ώστε σπάνια τα έχουν κλειστά (ελάχιστες καταστάσεις θεωρούνται άξιες για μια τέτοια τιμή)».

«Αν κάποιος φτάσει στην ώρα του στο ραντεβού σας ή θα είναι παράφορα ερωτευμένος μαζί σας ή απλώς δεν θα είναι Ελληνας», προειδοποιεί η Νικολαϊδου. Η Ζηνόβιεφ το εξηγεί επιστημονικά: «αυτή η συνήθεια συνδέεται με την αποδοχή των αδυναμιών κάθε ανθρώπου καθώς και μια άρνηση δέσμευσης και τήρησης των κανόνων».

Τσιγάρο, φραπέ, κινητό και αραλίκι. Σε συνδυασμό με το γλέντι και το ξενύχτι, φτιάχνουν το τέλειο προφίλ του Έλληνα.

Όποιο οδηγό για την Ελλάδα κι αν ανοίξετε, σε όποια σχετική ιστοσελίδα κι αν μπείτε, όλοι μα όλοι γράφουν για το ελληνικό φαγητό και μάλιστα διθυράμβους. Τέσσερα όμως πράγματα εντυπωσιάζουν τους ξένους: το ελληνικό πρωινό (ο καφές και το τσιγάρο δηλαδή), ο πατσάς, η φραπεδιά και το σουβλάκι. Ο Matt Barrett ζει κατά περιόδους στη χώρα μας από το 1968. Η ιστοσελίδα του για την Ελλάδα είναι ίσως η πιο ενημερωμένη που μπορεί να βρει κανείς στο διαδίκτυο. Εκεί λοιπόν ο Matt αφιερώνει μια ολόκληρη σελίδα στο σουβλάκι και τα μυστικά του (αφού κι εμείς οι ίδιοι μπερδευόμαστε όταν λέγοντας “σουβλάκι” θα καταλάβει εντελώς διαφορετικά πράγματα ένας Αθηναίος, ένας Σαλονικιός ή ένας Κρητικός σουβλατζής). Ολοι συστήνουν στους ξένους να δοκιμάσουν ελαιόλαδο, μέλι, κρασιά και να ψάχνουν σε κάθε τόπο την ιδιαίτερη κουζίνα του. Αυτό που παραξενεύει τους επισκέπτες μας (εκτός από το ότι εμείς πηγαίνουμε για φαγητό στις 10μμ) είναι ο τρόπος που πληρώνουμε στο τέλος. Κανείς εδώ δεν διανοείται να πληρώσει μόνο τα φαγητά που έφαγε ο ίδιος, αλλά μοιράζουμε το λογαριασμό στα ίσα.

«Συνοδεύει τόσο τέλεια τους καφέδες και τις κρασοκατανύξεις, ώστε μερικές φορές είναι να απορεί κανείς που στην Ελλάδα υπάρχουν άνθρωποι που δεν καπνίζουν». Οι Ελληνες είναι θεριακλήδες και η Ζηνόβιεφ το εξηγεί: «Το κάπνισμα είναι συνυφασμένο με πολλά ελληνικά ιδεώδη όπως ο αυθορμητισμός, το να ζεις για το σήμερα, οι κρυφές απολαύσεις και η επανάσταση».

«Στην Ελλάδα, μια χώρα τόσο αρχαία, είναι σαν να περιπλανιέσαι στα λιβάδια του φεγγαριού». Αφήνω το γκραν φινάλε στην οξύτατη Βιρτζίνια Γουλφ. Είναι 1932 και εκείνη επισκέπτεται τη χώρα για δεύτερη φορά. «Η ζωή είναι σε υποχώρηση. Οι καταβεβλημένοι Ελληνες που ταξιδεύουν αιωνίως στους δρόμους, δεν μπορούν να ελέγξουν άλλο την Ελλάδα. Είναι πολύ γυμνή, πολύ πετρώδης, απότομη για αυτούς (…) Δεν υπάρχει 18ος, 16ος, 15ος αιώνας σε στρώματα, τίποτα δεν παρεμβάλλεται ανάμεσα σ’ αυτούς και το 300 πΧ. Το 300πΧ κατά κάποιο τρόπο κατέλαβε την Ελλάδα κι ακόμα την κρατά δική του. Ετσι είναι η χώρα του φεγγαριού. Εννοώ, φωτίζεται από έναν νεκρό ήλιο».

 

Βιβλιογραφία

  • John S. Bowman – Peter Kerasiotis – Sherry Marker and Heidi Sarna, Frommer’s Greece (Frommer’s Complete), Frommers, 2010
  • Greece Athens & the Mainland (Eyewitness Travel Guides), DK Travel, 2007
  • Marc Dubin, The Greek Islands (Eyewitness Travel Guides), DK Travel, 2007
  • Marc Dubin – John Fisher – Nick Edwards and Geoff Garvey, The Rough Guide to Greece 12, Rough Guide Travel Guides, 2008
  • Rick Steves , Rick Steves’ Athens and The Peloponnese, Avalon Travel Publishing, 2009
  • Korina Miller – Kate Armstrong – Michael Clark – Chris Deliso- Des Hannigan  – Victoria Kyriakopoulos, Greece (Country Guide), Lonely Planet, 2010
  • Mike Gerrard, Greece, National Geographic Traveler, 2009

 

Σύνδεσμοι