Γιάννης Οικονομίδης

Είμαι ένας παλαβός που κάνει ταινίες

Η ταινία μου μπορεί και να μη σου αρέσει. Και τι έγινε;

Με την «Ψυχή στο στόμα» έφυγε για τις Κάνες ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης, εκεί όπου επελέγη να προβληθεί η τελευταία του ταινία. Είχαμε μια… έντονη συζήτηση μαζί του. Δεν γίνεται αλλιώς με τον Οικονομίδη. Οργίζεται, προκαλεί, «φτύνει» κατά παντός υπευθύνου. Στο τέλος κάτι κρατάς απ’ όλο αυτό. Ακόμα κι αν είσαι ο κριτικός κινηματογράφου που έφυγε στη μέση της προβολής ωρυόμενος!

Σαν να σε τραβάει κάποιος από τα πέτα ή να σε φτύνει στο δρόμο ξαφνικά. Σαν να σου ρίχνουν γρήγορα χαστούκια ή μια βροχή από πέτρες. Δεν φταίνε οι λέξεις -σιγά μην σοκαριστείς γιατί ακούς μπινελίκια. Δεν φταίνε οι εικόνες -σιγά μην πάθεις πλάκα για μερικές σφαλιάρες. Είναι που χάνεις ξαφνικά τη μακάρια ησυχία σου. Γιατί η «Ψυχή στο στόμα» δεν είναι απλώς μια ταινία, είναι η πόρτα του τρελάδικου.

Ενός τρελάδικου που απλώνεται στις φτωχογειτονιές της πόλης. Εκεί που οι άνθρωποι παλεύουν και σωπαίνουν. Βλέπουν τηλεόραση και σωπαίνουν. Ξεχρεώνουν δάνεια και σωπαίνουν. Σκίζουν τις σάρκες τους και σωπαίνουν. Και μια μέρα, απροειδοποίητα, σαλτάρουν.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Οικονομίδης στρέφει το μυδράλιο καταπάνω μας. Το ίδιο έκανε με το «Σπιρτόκουτό» του 3 χρόνια πριν. Χουλιγκάνος, φρικιό, αλητάμπουρας. Γιος μιας μεσοαστικής κυπριακής οικογένειας, ήρθε στην Αθήνα πριν από μια 20ετία για να κάνει σινεμά. Ζούσε γυρίζοντας ντοκυμαντέρ και περιμένοντας μια ευκαιρία για να κάνει μια ταινία μεγάλου μήκους.

Μέχρι που πήρε ανάποδες με «όλους αυτούς τους καριόληδες των κέντρων και των παράκεντρων που τον παραμυθιάζανε και τον είχανε στους διαδρόμους χρόνια ολόκληρα». Κι έφερε τον κόσμο ανάποδα με μια πολύ φτηνή παραγωγή, με άγνωστους ηθοποιούς, με μια κινηματογραφική γλώσσα που δεν έμοιαζε με τίποτα άλλο από όσα είχαμε δει.

-Μου έλεγαν ότι η ταινία σου θα είναι σοκαριστική εμπειρία, είχα διαβάσει ότι θεατές έφευγαν στη μέση της προβολής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Εγώ δεν σοκαρίστηκα.

«Δεν σοκάρεται όλος ο κόσμος. Ορισμένοι σοκάρονται με τη γλώσσα και την ωμότητά της. Εχω βαρεθεί να βλέπω ταινίες που τις ξεχνάω την ίδια ώρα. Το ζήτημα είναι κάτι να σου κάνει. Ας λειτουργήσει κι αρνητικά επάνω σου, κι αυτό είναι μες στο παιχνίδι. Και η αναστάτωση και η άρνηση και το ξεβόλεμα και η οργή. Στο Φεστιβάλ ο μουστακαλής ο κριτικός κινηματογράφου που είναι στα ριάλιτι είχε σηκωθεί και φώναζε “ποιός είναι αυτός, πώς του επιτρέπετε να τα κάνει αυτά;”».

-Σε έκραξε ο Ιάσωνας Τριανταφυλλίδης;

«Εφυγε έξαλλος στα πρώτα 20 λεπτά, έσκιζε τα ιμάτιά του. Το ότι η ταινία έφερε αυτόν τον άνθρωπο -που ξέρουμε όλοι τι παράγει και αναπαράγει- σε αυτή την κατάσταση, είναι κάτι κι αυτό».

-Ούτε ωμή βρήκα την ταινία. Ισα ίσα που είχα την αίσθηση ότι ο άνθρωπος πίσω από την κάμερα βλέπει με μεγάλη τρυφεράδα τους ήρωές του.

«Είσαι μέσα. Το βλέμμα της ταινίας είναι αγαπητικό. Δεν αντιμετωπίζω τους ήρωες σαν πειραματόζωα, τους κατανοώ. Κάνω έναν κινηματογράφο παθιασμένο, η ματιά πίσω από τις κάμερες φλέγεται, είναι ερωτική».

-Νομίζει κανείς ότι είσαι ένας σαλταρισμένος τύπος που ρίχνει κλωτσομπουνίδια.

«Θέλω οι μικροαστοί να βλέπουν τις ταινίες μου και να τρώνε σφαλιάρες. Η μικροαστική ηθική είναι πηγή όλων των δεινών. Η ένδοξη υπερήφανη μεσαία τάξη καθορίζει τον τρόπο που ζούμε όλοι μας. Είναι έρμαια της κάθε εξουσίας. Κουβαλάνε όλα τα ταμπού, όλη την υποκρισία, όλη τη μαυρίλα, όλο το συμφεροντολογισμό».

-Οσο έβλεπα την «Ψυχή στο στόμα» έπιανα τον εαυτό μου να σκέφτεται «αυτό που δείχνει ο τύπος δεν μπορεί να υπάρχει, δεν μπορεί να ζουν άνθρωποι έτσι». Αυτό ήταν σοκαριστικό.

«Γιατί σε έπιασε στον ύπνο. Κι αυτή είναι η δουλειά μου, να φωτίσω πλευρές της πραγματικότητας που μοιραία αγνοείς, να σου δείξω το σκοτάδι. Κι επειδή λένε ότι κάνω ένα σινεμά υπερβολικό, σου θυμίζω τον φαντάρο που σκότωσε την κοπέλα στις τουαλέτες, επειδή δεν του έκατσε».

-Ναι, αλλά εσύ δεν καταγράφεις ακραίες περιπτώσεις, δείχνεις ένα ολόκληρο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας να ζει εξαιρετικά νοσηρά.

«Κανένας δεν ξυπνάει ένα πρωί και τρελαίνεται ξαφνικά. Ο φαντάρος αυτός πρέπει να ζει σε έναν εξαιρετικά νοσηρό κόσμο».

-Ρέντη, Μοσχάτο, Κορυδαλλός, η δουλειά σου βλέπει συγκεκριμένες πλευρές της πόλης. Οι άνθρωποι που ζουν εκεί έρχονται να τη δουν;

«Μάλλον όχι. Αν ερχόντουσαν, θα τη “διάβαζαν” πολύ εύκολα, θα ταυτίζονταν. Ομως αυτοί είναι βιοπαλαιστές, είναι πολύ δύσκολο να έρθουν. Ετσι κι αλλιώς, δεν απευθύνομαι σε αυτούς, αλλά σε όλους όσοι έχουν ευθύνη, σε μια νεολαία ανήσυχη, ψαγμένη».

-Δείχνεις την Αθήνα σαν ένα αθόρυβο τρελάδικο. Μπορεί η πόλη να σαλτάρει ήσυχα, χωρίς να το παίρνουμε χαμπάρι;

«Ο καπιταλισμός τρελαίνει. Υπάρχει βία παντού, οι άνθρωποι στριμώχνονται, οι κοινωνίες γυρίζουν στο σκοταδισμό. Η απελπισία εγκαθιδρύεται στη ζωή μας. Κάνουν τους ανθρώπους όλο και πιο φτωχούς, όλο και πιο αμόρφωτους. Τους κλείνουν μάτια, στόμα κι αυτιά. Αν δεν εκτονωθούν, θα σκάσουν».

-Είναι ακραία πεσιμιστική η ματιά σου, σαν να φιλτράρεις την πραγματικότητα μέσα από μαύρα γυαλιά.

«Κουβαλάω τη δική μου την οργή, μιλάω για την πάρτη μου, γι’ αυτό που εγώ καταλαβαίνω. Πιστεύω ότι το ελληνικό κράτος δεν αγάπησε ποτέ τον πολίτη του κι ότι ο Ελληνας είναι φύσει αναρχικός, το DNA του είναι στην κόντρα, στην αντίδραση».

-Τότε γιατί την ώρα που τον πατάνε όλο και πιο πολύ κάτω, δεν κουνιέται φύλλο;

«Θα δούμε κι εδώ πράγματα, είναι νωρίς ακόμα. Η Ελλάδα είναι μια χώρα χωρίς παράδοση στις εξεγέρσεις όπως η Γαλλία. Αλλά θα γίνουν πράγματα, γιατί υπάρχει πολλή λάσπη, μεγάλη βρώμα, πολύ σκατό. Νύχτα μεγάλη. Το σύγχρονο προλεταριάτο, οι νεόπτωχοι των πόλεων, δεν έχει καμία ελπίδα, τρώει τις σάρκες του και δεν καταλαβαίνει καν τι του συμβαίνει».

-Στον κόσμο των κουλτουριάρηδων είσαι ήρωας.

«Οχι, όχι, αυτοί φρικάρουν με τη δουλειά μου. Είναι ποιητές όλοι αυτοί, μην το ξεχνάς. Γι’ αυτούς είμαι ένας παλαβός που κάνει ταινίες όπου οι άνθρωποι παραμιλούν, μιλούν πραγματικά, η πραγματικότητα παραείναι πραγματικότητα, η Ελλάδα παραείναι Ελλάδα και το άσχημο πρόσωπό της παραείναι άσχημο. Το κατεστημένο των εκδόσεων, των επιτροπών κλπ κλπ είναι βαθιά ενοχλημένο μαζί μου. Ολοι αυτοί οι ποιητές (υψιπετές ύφος, ατάκα, παύση, καλά αισθήματα, τέχνη για την τέχνη, σοφές δηλώσεις) θεωρούν πολύ εύκολο να κάνεις ρεαλισμό. Κάν’ το κι εσύ, ρε μαλάκα».

-Πάντως κι εσύ τα χώνεις αδιακρίτως, μέχρι και με τον Αγγελόπουλο τα έβαλες.

«Απλώς είπα ότι ο Αγγελόπουλος δεν έχει επιτρέψει να ακουστεί ούτε ένα «ρε μαλάκα» στις ταινίες του. Κατά τα άλλα τον σέβομαι πολύ, γιατί έχει εμμονή με την τελειότητα».

-Νομίζω πάντως ότι κανείς λέει τα πιο ουσιαστικά πράγματα όταν έχει εκτονώσει το θυμό του.

«Οταν βγήκαν οι Τρύπες, ο Αγγελάκας δεν τραγουδούσε, κραύγαζε. Ομως πριν μιλήσει, χρειαζόταν πρώτα να ουρλιάξει. Οι δουλειές μου δεν είναι σοβαροφανείς, είναι σοβαρές. Εδώ ο άλλος κάνει μια κλανιά και παίρνει μια πόζα φοβερή, λές κι έχει κάνει κάτι πολύ σπουδαίο. Οι ταινίες μου έχουν πολύ κόπο, πολύ αίμα, πολύ μεδούλι και δεν πουλάνε μούρη σε κανέναν. Εγώ δεν είμαι ο μάγκας που ξέρει κάτι παραπάνω και θα σας διδάξει».

-Είσαι πάντως ένα από τα λίγα παράξενα πουλιά που κατάφεραν να κάνουν αυτό που γούσταραν.

«Εχω κάνει πολύ μεγάλο αγώνα. Κι ο δυσκολότερος ήταν ο αγώνας που έδωσα με τον εαυτό μου. Οταν αποφάσισα να κάνω το «Σπιρτόκουτο», είχα φοβερή αγωνία. Θα μπορούσα να βρεθώ τελείως περιθωριοποιημένος, γιατί ήξερα ότι θα πάω σε πολύ ακραίους δρόμους».

-Συνήθως, σε τόσο οριακές καταστάσεις, στο τώρα ή ποτέ, κάτι λέμε μέσα μας και μας καθηλώνουμε για πάντα ή προχωράμε. Εσύ τι είπες τότε στον εαυτό σου κι έφυγες μπροστά;

«Ολα κατέρρεαν γύρω μου. Κατέρρεα κι εγώ. Ημουν στο όριο να πέσω στον αλκοολισμό. Αυτό που λέει και ο Γκανάς «τα πολυβόλα βαράνε χαμηλά». Είχα μέσα μου μια τεράστια οργή όχι μόνο γι’ αυτά που με περιέβαλαν, αλλά και για τον εαυτό μου. Τότε ή σκύβεις ή απογειώνεσαι. Εάν δεν έκανα το «Σπιρτόκουτο», θα ήμουν νεκρός. Αυτή η ταινία είχε μεγάλη τρέλα. Ολοι όσοι τη φτιάξαμε ήμασταν τύποι δίχως αύριο. Δεν περιμέναμε τίποτα, δεν είχαμε να χάσουμε τίποτα. Παίζαμε τα ρέστα μας για ένα γαμώτο».

-Οταν βουτήξεις σε τόσο βαθύ σκοτάδι, τι είναι αυτό που σε βγάζει ξανά στο φως;

«Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Με έκανε θεριό, δεν ήμουν άνθρωπος τότε. Αλλά έπρεπε να σωθώ. Μου βγήκε μια απίστευτη δύναμη, έφερα τον κόσμο ανάποδα. Μαγκιά είναι να παίξεις το στοίχημά σου όταν δεν ξέρεις αν θα χάσεις ή θα κερδίσεις. Αυτό είναι το ένα. Και το άλλο είναι να αποκτήσεις αίσθηση του πεπερασμένου της ζωής σου. Κάποια στιγμή τρως το σοκ του χρόνου και συνειδητοποιείς ότι ενώ περιμένεις σε γραφεία και διαδρόμους και συζητάς στα καφέ περί τέχνης με διάφορους μαλάκες, η ζωή φεύγει. Κι εσύ δεν κάνεις τίποτα γιατί δεν μπορείς να φτιάξεις τον Παρθενώνα του σινεμά ή γιατί φοβάσαι την αποτυχία. Δεν χρειάζεται να φτιάξεις τον Παρθενώνα. Και δεν πειράζει αν φας τα μούτρα σου. Ντάξει, ρε φίλε, κάνω μια ταινία και μπορεί και να μη σου αρέσει. Και τι έγινε;»

 

Βιβλιογραφία

  • Γιάννης Οικονομίδης – Λένια Σπυροπούλου, Σπιρτόκουτο. Πόλεμος σε τέσσερις τοίχους, Μελάνι, Αθήνα 2007

 

Σύνδεσμοι