Σμύρνη-Η οσμή της μνήμης

Εκθεση Φωτογραφίας

Ενας υπουργός, μια ιστορικός, 96 φωτογραφίες που αφορούν τη χώρα μας, μια έκθεση που δεν έγινε στην Αθήνα και η μυρωδιά από τα ελληνικά καμένα δάση του καλοκαιριού. Τελικά παρατηρείται μεγάλος συνωστισμός στην προκυμαία της Σμύρνης.

Παρατηρείται ένας συνωστισμός άλλο πράγμα το πρώτο Σάββατο του Δεκέμβρη στην προκυμαία της Σμύρνης. Εδώ, στην παραλία του Καρσίγιακα που άλλοτε το’ λεγαν Κορδελιό, κόσμος πολύς πάει κι έρχεται, τρώει σερμπέτια στα μπακλαβατζίδικα, χαζεύει στα μαγαζιά και κοντοστέκεται έξω από ένα κτίριο όπου δεσπόζει μια ασπρόμαυρη φωτογραφία.

Πολύ μου λείπει η κυρία Ρεπούση, να μιλήσουμε για την κατασκευή του εθνικού εχθρού και τη συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας, για τη λήθη και τη μνήμη, για την εθνική πολιτική και τη χειραγώγηση της ιστορίας. Καθώς οι διαβάτες ανεβαίνουν τα σκαλιά του κτιρίου ακούγοντας τραγούδια σε μια γλώσσα που τους είναι οικεία αλλά άγνωστη, αρχίζουν να μου λείπουν κι άλλοι συνέλληνες. Ας πούμε, ο Μιχάλης Λιάπης, αυτός ο τζέντλεμαν που παράπεσε κάπου εδώ στα Βαλκάνια. Κι έτσι, με αυτό το αφόρητο συναίσθημα νοσταλγίας, ακολουθώ το πλήθος που ακολουθεί τη φωτογραφία και ανεβαίνω κι εγώ τα σκαλιά.

UZUNTU στα τούρκικα σημαίνει θρήνος. Ένας συνεχής θρήνος, σε ασπρόμαυρο και έγχρωμο. Σε δυο διαστάσεις, αλλά τόσο έντονος, που γίνεται απτός. Είναι γεμάτος φωτογραφίες ο χώρος εδώ, στο Καρσίγιακα. Γεμάτος μαρτυρίες. Και σιωπηλά ερωτήματα που κραυγάζουν. Και τώρα συνειδητοποιώ γιατί μου λείπει ο Μιχάλης Λιάπης: γιατί από αυτόν ακριβώς το θρήνο μας προστάτευσε όλους. Όταν η Ένωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου και η Ένωση Φωτορεπόρτερ τού ζήτησαν να εκθέσουν στο μετρό αυτές τις εικόνες από τις πυρκαγιές του καλοκαιριού, ο κύριος Λιάπης δεν τους απάντησε καν. Σιγά που θα τους απαντούσε. Σιγά που θα τους έδινε και το μετρό μας και μάλιστα εν μέσω προεκλογικής περιόδου που είχαμε να οραματιστούμε και το μέλλον της χώρας. Να σας πω εγώ τι έκαναν οι ένδοξοι πρόγονοί του: κατά τον Ηρόδοτο, όταν ο Φρύνιχος παρουσίασε στο «Μιλήτου Άλωσις» την υποδούλωση της Μιλήτου, οι Αθηναίοι όχι μόνο απαγόρευσαν το έργο του, αλλά του έριξαν κι ένα πρόστιμο γιατί τους υπενθύμισε τα «οικεία κακά». Και λίγα έκανε ο κύριος Λιάπης!

Αλλά οι φωτορεπόρτερ είναι παράξενα πλάσματα, μαύρα σκυλιά του πολέμου. Δεν φτάνει που ξεφυτρώνουν εκεί που δεν τους θες, τη στιγμή που δεν τους θες. Δεν φτάνει που είναι περίεργοι και υπερκινητικοί. Είναι και μπαγαπόντηδες. Δεν τους άφησαν να βάλουν τις φωτογραφίες τους στο μετρό της Αθήνας; Στη Σμύρνη έφτασε η χάρη τους. Κι από εδώ η έκθεσή τους θα ταξιδέψει στη Μυτιλήνη, τη Θεσσαλονίκη, θα βγει στο εξωτερικό, για να καταλήξει πιθανότατα στην Αθήνα. Αλλού και ουχί στο μετρό.

Μπορεί μια φωτογραφία να φοβίσει μια κυβέρνηση; Η ιστορία δείχνει πως μπορεί. Μπορεί μια φωτογραφία να φέρει πιο κοντά δυο λαούς; Σίγουρα. Γιατί στα τρία 24ώρα που έμεινα στη Σμύρνη είδα ανθρώπους ταραγμένους να δηλώνουν εθελοντές για την αναδάσωση της Πελοποννήσου. Κι άλλους να μαζεύουν χιλιάδες τόνους ζωοτροφών για τα ζωντανά που απέμειναν. Κι όλους να δακρύζουν «όχι μόνο για τους 67 ανθρώπους, αλλά και τα χιλιάδες ζώα».

Η έκθεση έφτασε μέχρι εδώ χάρη σε ένα θεσμό που συνδιοργανώνουν Έλληνες και Τούρκοι, τα Θεοδωράκεια. Είναι δήμαρχοι και νομάρχες που επιμένουν να συνεργάζονται, να ρίχνουν γέφυρες, να συνδημιουργούν, να ψάχνουν μια κοινή γλώσσα. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν απλώσει ένα δίχτυ φιλίας επάνω από τα νησιά του βορείου Αιγαίου και τη μικρασιατική ακτή που συντονίζει διάφορες δράσεις με πρωτεργάτη το Μίκη Θεοδωράκη.

Τα μάτια μου τρέχουν από τοίχο σε τοίχο, από καρέ σε καρέ. Καθεμιά από τις 96 φωτογραφίες, μια στιγμή της κόλασης. Καθένας από τους 24 φωτορεπόρτερ, ένας αυτόπτης μάρτυρας της ιστορίας. «Ήταν πάρα πολύ δύσκολο να διαλέξω ανάμεσα σε 2.000 εικόνες. Αυτές που βλέπετε έκαναν το γύρο του κόσμου. Έχει μείνει βαθιά χαραγμένη μέσα μας και δεν μπορεί να ξεθωριάσει μήνες μετά η εικόνα που το μάτι μας έβλεπε ζωντανά». Ο Δημήτρης Μεσσήνης είναι ο πρόεδρος της Ένωσης Ανταποκριτών Ξένου Τύπου. Από το Λίβανο στο Σεράγεβο, από το Κόσοβο στη Σερβία, από το Αφγανιστάν στο Ιράκ, με το φακό του αποτυπώνει την ανθρώπινη οδύνη. «Πιστέψτε με, ο πόνος, η απόγνωση, ο τρόμος στα μάτια είναι παντού τα ίδια και στον πόλεμο και στο σεισμό και στη φωτιά. Και με πληγώνουν το ίδιο πάντα βαθιά».

Αργά τη νύχτα, στο μπαρ του ξενοδοχείου, παίζω τον προβοκάτορα: Τι νόημα έχει αυτό που κάνετε; Δεν μας φτάνει η τηλεοπτική εικόνα; Και τι κατάλαβες δηλαδή που ήσουν εκεί; Κάτι δεν πάει καλά μ’ εσένα και τρέχεις στις πιο ζόρικες περιοχές του πλανήτη; Μπας κι είσαι τζάνκι της αδρεναλίνης; Μήπως έχεις εθιστεί στον πόνο; Αλλά, το είπαμε, οι φωτορεπόρτερ είναι παράξενα πλάσματα, μαύρα σκυλιά του πολέμου. Και διά στόματος Μάριου Λώλου, του γενικού τους γραμματέα, με αποστομώνουν: «Μπορεί και να είναι διαστροφή να ψάχνεις συνεχώς αυτό το παράξενο κοκτέιλ έντασης, αδρεναλίνης – είναι απίστευτη ηδονή να βρίσκεσαι εκεί όπου γράφεται η ιστορία. Αλλά μόνο μην πιστέψεις ότι οι φωτογραφίες δεν έχουν δύναμη, δεν έχουν νόημα».

Ανεβαίνω προς το δωμάτιό μου και παρατηρείται συνωστισμός στο μυαλό μου. Οι φωτογραφίες από τα καμένα και ο Μιχάλης Λιάπης, η κυρία Ρεπούση και οι φωτογραφίες από την προκυμαία της Σμύρνης. Και σκάει σαν φλασάκι ένα τραγουδάκι μόνο και μόνο, λες, για να δικαιώσει και το Δημήτρη και το Μάριο και τη Στεφανία και το Νίκο κι όλα τα παιδιά που εκθέτουν στη Σμύρνη. «Ερχονται δύσκολες ημέρες / μουτζουρωμένες σα Δευτέρες

έρχονται φλόγες απ’ τα δάση / και μια φωτιά να μας δικάσει

μέσα στο πύρινό της χνώτο / από τον έσχατο στον πρώτο».

 

Σύνδεσμοι

 

Άρθρα της «Ελευθεροτυπίας»