Οι δρόμοι του μαύρου σκλαβοπάζαρου
Ηρθαν στην Ελλάδα με «δόλωμα» την υπόσχεση για μια καλύτερη ζωή. Βρέθηκαν σκλάβες στα χέρια των σωματεμπόρων τους, να κάνουν πιάτσα στη Σοφοκλέους και πέριξ. Από εκεί ακριβώς πιάσαμε το νήμα του μεγαλύτερου κυκλώματος εμπορίας μαύρης σάρκας. Οι διακλαδώσεις του, πολλές. Εδρα του, η Ρώμη. Αφετηρία του, η επαρχία Μπενίν της Νιγηρίας, εκεί όπου τα κορίτσια αγοράζονται και δεσμεύονται, σε τελετές βουντού, με όρκο σιωπής. Η Κ.Λ. είναι το πρώτο θύμα που σπάει τον όρκο και μας λέει την ιστορία της. Μιλάει, ακόμα, η δικηγόρος που πέτυχε, πριν από λίγον καιρό, την πρώτη καταδίκη μαύρου σωματέμπορα. Ενα αποκαλυπτικό «ντοκιμαντέρ» με πρωταγωνιστές τα κορίτσια, τους νταβατζήδες τους, δικηγόρους, ακτιβιστές, ερευνητές και κοινωνικούς λειτουργούς.
Ηταν αφάνταστα μικροκαμωμένη και κουνούσε ρυθμικά τα ποδαράκια με τα κόκκινα σανδάλια και τα κόκκινα νυχάκια καθώς καθόταν επάνω στα κάγκελα. Ξαφνικά έμοιαζε θλιμμένη και σκεπτική, ενώ λίγα λεπτά πριν χοροπηδούσε και τσίριζε: «Ελα, έλα αγόρι. Γιού γοντ μι, γιού νιντ μι». Τότε μου ήρθε να τη ρωτήσω: «Εχεις πάει ποτέ στην Ακρόπολη;»
«Τα πρωινά η μάμα λόα δεν με αφήνει να βγαίνω από το σπίτι». Μια μικρούλα φράση είπε η Τζένη, ξημερώματα ενός καυτού Ιουλίου, καθισμένη στο κάγκελο ενός πεζοδρομίου που έζεχνε στην κεντρική αγορά. Αυτή η φρασούλα της σε σπαστά αγγλικά έμελλε να γίνει η αφορμή για ένα μακρύ «ταξίδι» που κράτησε παραπάνω από 6 μήνες. Και μας έβγαλε από τα στενοσόκακα της Αθήνας στους δρόμους της Μπενίν, από την Κυψέλη στη Ρώμη κι από εκεί στη Μαδρίτη. Γιατί η Τζένη δεν ήταν η μόνη που δεν είχε δεί ποτέ την Ακρόπολη… Κι όσο η μία νύχτα έφερνε την άλλη κι όσο τα κορίτσια μάς γνώριζαν, ανακαλύπταμε ότι καμία δεν είχε ελευθερία κινήσεων, καμία δεν είχε νόμιμα χαρτιά και, φυσικά, καμιά δεν είχε δεί την Ακρόπολη. Κι έμεναν στον αέρα δυο ερωτήματα: Διαχειρίζονται οι ίδιες τα χρήματά τους; Κι αν θέλουν, μπορούν να φύγουν από το δρόμο;
«Ντάρλιγνκ, παίρνω εσένα με 30 ευρώ στο δωμάτιό μου κι αν θέλει κι ο φιλαράκος σου σας παίρνω και τους δυο με 60. Ελα, έλα». Η Λούσυ είναι η απόλυτη στάρ της Σοφοκλέους. Δεν είναι η πιο όμορφη αλλά είναι σίγουρα η βασίλισσα του δρόμου: οι μπάτσοι τη χαιρετάνε όταν κάνουν τσάρκες με το περιπολικό, οι άλλες γυναίκες την αντιμετωπίζουν με σεβασμό. «Δεν φοβάσαι την αστυνομία;», τη ρωτάω, ενώ εκείνη με τραβάει από το χέρι για να ανεβούμε τα σκαλιά του ετοιμόρροπου ξενοδοχείου. «Τα πράγματα είναι απλά: οι μπάτσοι περνάνε από εδώ κάθε βράδυ. Εμείς τρέχουμε και κρυβόμαστε στην είσοδο του ξενοδοχείου. Σε 5 λεπτά έχουν φύγει και ξαναβγαίνουμε. Καμιά φορά, όταν έχουν εντολή να κάνουν συλλήψεις, θα σε πάνε στο Τμήμα. Μετά από 2-3 μέρες είσαι και πάλι έξω».
Η ΑΓΟΡΑ ΤΗΣ ΠΟΡΝΕΙΑΣ
Αυτό ακριβώς σημαίνει «επένδυση σε είδος χαμηλού κόστους και χαμηλού ρίσκου», όπως αποκαλεί τις μαύρες γυναίκες ο μεγαλοδικηγόρος που επισκέπτομαι την επομένη στο γραφείο του. Η αισθητική του χώρου και τα βαριά έπιπλα σε κάνουν να ξεχνάς ότι είσαι σε ένα ελεεινό κτίριο κάπου στην Αθήνα. Θα μπορούσες να βρίσκεσαι κάλλιστα κάπου στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης ή στο Σίτι του Λονδίνου. Ο άνθρωπος που κάθεται πίσω από το υπερμέγεθες γραφείο υπερασπίζεται σωματέμπορους «σοβαρών δικτύων», όπως το ρωσικό, και εμπόρους όπλων. Κι είναι ο πρώτος που, όταν μιλήσαμε μαζί του, χρησιμοποίησε τη λέξη «κύκλωμα» και «εμπόριο». «Δεν ασχολούμαι όμως με τους μαύρους γιατί είναι το ψιλικατζίδικο της πορνικής αγοράς. Τις αγοράζουν φθηνά και τις εκμεταλλεύονται για πενταροδεκάρες».
Οι μέρες διαδέχονται η μια την άλλη, πανομοιότυπες και απελπιστικά αργές. Τα πρωινά συναντάμε ακτιβιστές, ερευνητές, κοινωνικούς λειτουργούς, δικηγόρους, γιατρούς που όλοι «κάτι ξέρουν, αλλά δεν μπορούν να πουν με ασφάλεια». Και ξοδεύουμε τις νύχτες σε χαζοκουβέντες με τα κορίτσια για χτενίσματα, ρούχα και μακιγιάζ. Γιατί τα κορίτσια δεν μιλάνε ελληνικά και τα αγγλικά τους φτάνουν μόνο για τα βασικά. Και γιατί μόλις τα ρωτήσεις κάτι παραπάνω από αυτά τα βασικά, σου γυρίζουν την πλάτη και φεύγουν. Και, κυρίως, γιατί μόλις η κουβέντα ξεπεράσει το πεντάλεπτο, οι λευκοί άντρες που κρύβονται στις γωνίες πίσω από κάδους για μπάζα και σκουπιδοτενεκέδες έχουν βγεί και μας έχουν διώξει με συνοπτικές διαδικασίες.
Φοβούνται. Αυτές οι γυναίκες φοβούνται κάτι, κι αυτό δεν είναι ούτε ο νταβατζής ούτε το ξύλο, γιατί είναι προφανές ότι δεν τις κακοποιεί κανένας σωματικά. «Φυσικά και φοβούνται, αφού τους έχουν κάνει βουντού». Η φωνή της φωτογράφου Λορένα Ρος από τη Νέα Υόρκη φτάνει με μια μικρή καθυστέρηση στα αφτιά μου. Νομίζω ότι θα βάλω τα γέλια και η Λορένα θα παρεξηγηθεί για πάντα μαζί μου, αλλά μου κόβει το γέλιο αφού όσο μιλάμε μου στέλνει με μέιλ τις φωτογραφίες της. Η Λορένα παρακολούθησε το μακρύ ταξίδι των κοριτσιών από τη Νιγηρία στην Ισπανία πριν από λίγα χρόνια και είναι κατηγορηματική: «Οι γυναίκες αυτές είναι σίγουρα σκλάβες κι έχουν σίγουρα υποστεί βουντού. Ψάξε τον τρόπο που συνδέεται η Αθήνα με τη Μαδρίτη και τη Ρώμη, γιατί είμαι σίγουρη ότι είναι το ίδιο κύκλωμα».
ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ
«Εχετε δεσμευθεί ότι δεν θα βγάλετε κανένα στοιχείο που έστω θα με φωτογραφίζει στη δημοσιότητα. Καλώς. Αύριο, 6 η ώρα το απόγευμα ραντεβού στο Σύνταγμα». Δεν είναι ο πρώτος που συναντώ κι έτσι η μυστικοπάθειά του δεν με ξαφνιάζει. Είμαι σχεδόν πεπεισμένη ότι ούτε αυτός θα γνωρίζει κάτι παραπάνω, πάρ’ όλο που η δουλειά του ως ακτιβιστή σε θέματα πορνείας για παραπάνω από 10 χρόνια είναι σοβαρή και αναγνωρίζεται. Ομως αυτός ο άντρας που πίνει τον εσπρέσο του βιαστικά και μιλάει με κοφτές φράσεις ξέρει. Ξέρει προσωπικά τους μεγαλύτερους ρώσους, ουκρανούς και αλβανούς νταβατζήδες της Αθήνας. Ξέρει τους μπράβους και το δίκτυο που πουλάει προστασία στο κύκλωμα της πορνείας. Κι ανοίγει το στόμα του: «Οντως το δίκτυο που φέρνει μαύρες γυναίκες στην Ευρώπη είναι ενιαίο. Η έδρα του είναι στη Ρώμη. Για να καταλάβεις το μέγεθος, μόνο στο Τορίνο, που είναι μια σχετικά μικρή πόλη, εκπορνεύονται περίπου 7.000 κορίτσια. Και η πληροφορία που έχεις είναι σωστή: τους κάνουν όντως βουντού, κι αυτό έχει αποδειχτεί σε όλες τις περιπτώσεις που κάποια ξεφεύγει από το δίκτυο».
– Ξέρεις πώς μπαίνουν στην Ελλάδα;
«Συνήθως με τουριστική βίζα μέσω Ιταλίας. Από εκεί διοχετεύονται σε όλη την Ευρώπη. Οταν λήξει η τουριστική τους βίζα, κάνουν αίτηση για πολιτικό άσυλο ή για πράσινη κάρτα».
– Από πού προέρχονται τα κορίτσια;
«Οι περισσότερες είναι Νιγηριανές, από την επαρχία Εντο. Η πρωτεύουσα τής Εντο είναι η Μπενίν, το πιο οργανωμένο σκλαβοπάζαρο του κόσμου αυτή τη στιγμή. Στην Μπενίν μπορείς να αγοράσεις ανθρώπους για όλες τις δουλειές: ανήλικα για να γαζώνουν ή να κάνουν βίζιτες, αρσενικές πόρνες και, φυσικά, γυναίκες».
– Πόσο πουλιέται μια γυναίκα;
«Εξαρτάται από τη συμφωνία. Μπορεί η οικογένεια να πουλήσει το κορίτσι για 1.000–3.000 ευρώ. Μπορεί όμως και να συμφωνήσει η κοπέλα να φύγει με τον σωματέμπορο μόνο και μόνο γιατί θα της υποσχεθεί μια καλύτερη ζωή. Ο σωματέμπορος για να της βγάλει χαρτιά, βίζα και εισιτήρια τη χρεώνει 40-50.000 ευρώ. Και μέχρι να τον ξεχρεώσει είναι δεμένη με όρκο σιωπής».
ΟΙ ΤΕΛΕΤΕΣ ΒΟΥΝΤΟΥ
Το επόμενο βράδυ, στο ίδιο καφενείο του Συντάγματος, συναντιόμαστε με μια καθηγήτρια πανεπιστημίου που ερευνά χρόνια τώρα τα δίκτυα της πορνείας. «Είναι σχεδόν απίθανο να σου μιλήσουν οι ίδιες οι γυναίκες γιατί η ψυχική βία είναι ισχυρότερο μέσο ελέγχου από τη σωματική. Φαντάσου λίγο τη σκηνή: βρίσκονται σε ένα χωριό στη μέση του πουθενά σε ένα δάσος. Ο μάγος σφάζει το ζώο, τρέχει αίμα, τα τύμπανα χτυπάνε. Τα κοριτσάκια πιστεύουν ότι το πνεύμα του δαίμονα έχει μπει μέσα τους κι αν ανοίξουν το στόμα τους θα σκοτώσει τις ίδιες και τις οικογένειές τους. Ακόμα κι εμείς είναι πολύ δύσκολο να τις πείσουμε να μιλήσουν – πόσο μάλλον εσείς».
Πάρ’ ότι η επιστήμων είναι ο τρίτος άνθρωπος στη σειρά που μου μιλάει για βουντού, είμαι εξαιρετικά δύσπιστη. «Θα μου τα πείτε όλα αυτά επώνυμα;» τη ρωτάω. «Εχω δυο μωρά…» Μάλιστα. Σκοτάδι ξανά.
Μέχρι που φτάνει στα χέρια μας το Νοέμβριο η πρόσκληση «για τα πρώτα παναφρικανικά καλλιστεία – τα χρήματα θα διατεθούν για την υποστήριξη των θυμάτων του τράφικινγκ». Εκείνη τη νύχτα δυο πράγματα άρχισαν να φωτίζουν ελαφρά την ιστορία. Το ένα ήταν η δημόσια δήλωση της Υβέτ Τζάρβις: «Καλώ τη νιγηριανή κοινότητα να μιλήσει γι’ αυτά που ξέρει. Το τράφικινγκ είναι έγκλημα και τα κορίτσια θύματα. Σταματήστε να προστατεύετε τους εμπόρους». Το δεύτερο ήταν η γνωριμία μας με τους προτεστάντες ιεραπόστολους της «Νέας Ζωής». Που εκτός από το να τραγουδούν μελίρρυτους ύμνους για τη δόξα του Κυρίου, βγαίνουν στους δρόμους της Αθήνας και ενημερώνουν τις πόρνες για τα δικαιώματά τους και τους παρέχουν νομική και υγειονομική υποστήριξη. Εντάξει, ψέλνουν λίγο παραπάνω και προσεύχονται κάπως υπερβολικά για τα γούστα μου, αλλά είναι οι μόνοι που βγαίνουν έξω στο πεζοδρόμιο τις άγριες νύχτες. Και οι μόνοι, μέχρις ώρας, που και ξέρουν και μιλάνε επωνύμως.
Η Εμμα είναι η διευθύντρια της ΜΚΟ «Νέα Ζωή»: «Εχουμε επαφή με περισσότερα από 300 κορίτσια. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τη στρατολόγηση των κοριτσιών στη Νιγηρία την κάνουν άντρες και τις μεταφέρουν άντρες. Ομως το δίκτυο το διαχειρίζονται γυναίκες κι αυτή είναι μια βασική διαφορά από τα υπόλοιπα πορνικά κυκλώματα. Ζούν πέντε πέντε, σε μικρά διαμερίσματα στην Κυψέλη, την Αχαρνών, την πλατεία Αμερικής. Συνήθως κινούνται στο περιθώριο της κοινότητάς τους, αφού έτσι κι αλλιώς η επαρχία Εντο, από όπου κατάγονται οι περισσότερες, θεωρείται η επαρχία των ελευθέρων ηθών. Η μόνη περίπτωση να φύγουν από το δίκτυο είναι εάν καταφέρουν να αποκτήσουν έναν έλληνα εραστή ή εάν ξεχρεώσουν και παντρευτούν κάποιον πίσω στη Νιγηρία. Στην Αθήνα, μια Νιγηριανή που έχει στιγματιστεί ως πόρνη δεν μπορεί να διεκδικήσει μια καλύτερη τύχη».
6 ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΑ ΒΑΖΟΥΝ ΜΕ ΤΟ ΚΥΚΛΩΜΑ
Οσο εμείς περπατάμε με τους ιεραποστόλους στους δρόμους της Αγοράς μοιράζοντας τσάι, κουλουράκια και χριστιανική συμπάθεια στα κορίτσια, 6 γυναίκες ετοιμάζονται να τα βάλουν με το νιγηριανό κύκλωμα. Λειτουργούν παράλληλα όλον αυτόν τον καιρό, μόνο που αγνοεί η μία την ύπαρξη των υπολοίπων. Οι τρεις από αυτές είναι πρώην πόρνες, που αποφάσισαν να καταγγείλουν τους σωματέμπορούς τους. Η άλλη είναι η ψυχολόγος Μάρω Κολλύρη, που δουλεύει μαζί τους όσο βρίσκονται προφυλαγμένες στο καταφύγιο της ΜΚΟ «Κλίμακα». Τη νομική μάχη αναλαμβάνει η δικηγόρος Κλειώ Παπαπαντολέων.
Η πρώτη στα ελληνικά χρονικά δίκη με κατηγορούμενους νιγηριανούς σωματέμπορους ορίζεται για την Τετάρτη 8 Νοεμβρίου του 2006. Η δίκη ενώπιον του Μικτού Ορκωτού αναβάλλεται γιατί οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι δεν ξέρουν αγγλικά. Δέκα ημέρες αργότερα συλλαμβάνεται η μικρούλα πόρνη Κ.Λ. στην οδό Ευριπίδου. Αυτή είναι η έκτη γυναίκα που θα ανοίξει το στόμα της. Ενα τηλεφώνημα θα μας μεταφέρει την πληροφορία και λίγες μέρες αργότερα, μαζί με το δικηγόρο της, περνάμε την πύλη του κρατητηρίου αλλοδαπών της Πέτρου Ράλλη. Η νέα δίκη των σωματέμπορων ορίζεται για τις 8 Ιανουαρίου.
Η Κ.Λ. ΣΤΑ ΚΡΑΤΗΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΟΥ ΡΑΛΛΗ
Οι μετανάστες κρατούμενοι της Πέτρου Ράλλη δεν δέχονται επισκεπτήριο παρά μόνο από τους συνηγόρους τους και συγγενείς πρώτου βαθμού. Η αίθουσα είναι στενόμακρη, χωρίς παράθυρα, με κάμερες σε όλες τις γωνίες της οροφής. Μικρά κουβούκλια το ένα δίπλα στο άλλο χωρίζονται από γυαλί. Δεν υπάρχει κανένα κάθισμα: οι συνήγοροι, οι επισκέπτες και οι κρατούμενοι τον ελάχιστο χρόνο που έχουν στη διάθεσή τους πρέπει να είναι όρθιοι. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει η Κ.Λ. Μικρούλα, μικροκαμωμένη, σχεδόν σαν παιδί, με το λευκό της κολάν και το γαλάζιο της μπλουζάκι.
Ανάμεσα στον κρατούμενο και τον άνθρωπο που του μιλάει υπάρχει ένα ατσάλινο πλέγμα, τόσο πυκνό που όταν προσπαθώ να εστιάσω στα μάτια της Κ.Λ. ζαλίζομαι. Ισως αυτό να εξηγεί γιατί εκείνη δεν σηκώνει τα δικά της μάτια επάνω μου παρά μόνο δυο φορές: μια για να μου πει «χαίρω πολύ» και την επόμενη για να με αποχαιρετήσει. «Φοβάμαι πάρα πολύ. Πάρ’ όλο που εγώ το χρέος μου το έχω ξεπληρώσει. Εδωσα 40.000 στον σωματέμπορο και άλλα 600 ευρώ στο μάγο της φυλής για να λύσει το βουντού. Αλλά φοβάμαι ακόμα. Και φοβάμαι μήπως με διώξουν από την Ελλάδα».
Η απέλαση σε μια χώρα που το σέξ εκτός γάμου τιμωρείται με λιθοβολισμό δεν είναι αστεία υπόθεση. Οπως και η επιστροφή σε μια πατρίδα όπου το 70% των κατοίκων της επιβιώνει με λιγότερο από 1 δολάριο την ημέρα. Εκτη στην παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου, 4η σε αποθέματα φυσικού αερίου και σταθερά στην πρώτη 5άδα διεφθαρμένων κρατών του πλανήτη, η Νιγηρία είναι ίσως η πλουσιότερη χώρα με τους φτωχότερους κατοίκους. Τριάντα έξι κρατίδια, 250 διαφορετικές εθνότητες ζούν σε μια χώρα χωρίς δρόμους, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς καμία υποδομή. Από τα 124 εκατομμύρια των Νιγηριανών, το 70% είναι άνεργοι και τα καλύτερα μυαλά δραπετεύουν στη Δύση: Μόνο στις ΗΠΑ εργάζονται παραπάνω από 25.000 νιγηριανοί γιατροί. Το προσδόκιμο ζωής είναι τα 47 χρόνια. Οπότε είναι μάλλον αναμενόμενη η απάντηση της Κ.Λ. στο «τι έψαχνες στην Ελλάδα;».
«Ωραία ρούχα. Ηθελα να έχω ωραία ρούχα». Της άρεσαν πάντα τα ωραία ρούχα, γι’ αυτό στην Μπενίν «σπούδαζε μοδίστρα». Το Μάιο του 2004, όταν η Αθήνα προετοιμαζόταν για τους Ολυμπιακούς, οι Νιγηριανοί αποφάσισαν να στείλουν για πρώτη φορά μαζικά γυναίκες στην Ελλάδα. Μέχρι τότε έφταναν κάποιες σποραδικά, με καραβιές, αλλά ποτέ δεν είχε γίνει οργανωμένη αποστολή. Εντωμεταξύ, η πύλη εισόδου στην Ευρώπη μέσω Αγγλίας είχε σχεδόν σφραγιστεί και χρειαζόταν και ένας εναλλακτικός δρόμος από τον ιταλικό για να διοχετεύονται τα κορίτσια στην Ευρώπη. Τότε λοιπόν ένα απόγευμα η Κ.Λ. συναντά τη φίλη της, Ε., η οποία της συστήνει τον Κ. Είναι νέος, ωραίος και καλά ντυμένος. Ζει στη μακρινή Ελλάδα και βγάζει πολύ καλά λεφτά «πουλώντας στους δρόμους σιντί». «Μπορείς να βγάλεις πολύ καλά λεφτά στην Ελλάδα, να ζήσεις πολύ καλή ζωή», λέει ο Κ. «Θα έχω και ωραία ρούχα;» «Τα καλύτερα».
Η συμφωνία κλείστηκε το ίδιο βράδυ: Η Κ.Λ. συμφωνεί να πληρώσει 40.000 ευρώ στον Κ. για τα εισιτήρια, τη βίζα «και τα απαραίτητα χαρτιά». Τρεις μέρες πριν ξεκινήσει το ταξίδι προς την Αθήνα γίνεται η τελετή βουντού: «Ο τοπικός ιερέας λέγεται ΤΖΟΥΤΖΟΥ. Με έβαλε να ορκιστώ επάνω σε ένα εδώλιο ότι δεν θα μιλήσω ποτέ σε κανέναν για τον Κ., ότι δεν θα τον καταδώσω στην αστυνομία και ότι θα ξεπληρώσω το χρέος μου. Ο ιερέας με χρέωσε με άλλα 600 ευρώ για την τελετή. Δηλαδή, 40.600 ευρώ. Δεν είχα ιδέα πόσα πολλά ήταν αυτά τα λεφτά».
Με πλαστή ταυτότητα και το ίδιο διαβατήριο που είχε χρησιμοποιήσει ο Κ. για να φέρει κι άλλες γυναίκες στην Ελλάδα, η Κ.Λ. φεύγει μαζί του από την Μπενίν για το Λάγος κι από εκεί φτάνει αεροπορικώς στην Αθήνα. «Ο Κ. μού πήρε το διαβατήριο γιατί είπε ότι δεν το χρειάζομαι πια. Μετά πήγαμε μαζί στη Λένορμαν για να κάνω αίτηση για πολιτικό άσυλο. Δυο μέρες αργότερα, με έστειλαν στην Κρήτη να δουλέψω κονσομασιόν σε μπάρ. Ομως ο Κ. είπε ότι του κόστιζα πολύ ακριβά κι ότι εάν συνέχιζα έτσι δεν θα τον ξεχρέωνα ποτέ. Με έφεραν πίσω στην Αθήνα. Ο Κ. είπε ότι πρέπει να του πληρώνω 50 ευρώ κάθε Δευτέρα για το φαγητό μου κι άλλα 150 το μήνα για το σπίτι που έμενα μαζί με άλλες δυο κοπέλες. Και στα μπάρ δεν θα τα έβγαζα ποτέ αυτά τα λεφτά. Ετσι, με πήγε στην οδό Ευριπίδου, έξω από το ξενοδοχείο Αθηναϊκόν».
Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ
Οσο εμείς μιλάμε στην Πέτρου Ράλλη, στην Ευελπίδων ξεκινά ξανά η δίκη των σωματέμπορων. «Η ιστορία των δικών μας γυναικών είναι η ίδια πάνω κάτω με την ιστορία της Κ.Λ. Μόνο που οι δικές μας ξεχρέωσαν το χρέος τους στο κύκλωμα, βρήκαν ερωτικούς συντρόφους και αυτό τις έκανε να αποφασίσουν να κάνουν την καταγγελία», μου εξηγεί η Κλειώ Παπαπαντολέων. «Οταν τα κορίτσια μπαίνουν στην Ελλάδα έχουν εντελώς διαστρεβλωμένη αντίληψη για την πραγματικότητα. Τις παραμυθιάζουν ότι οι Ελληνες είναι εξαιρετικά ρατσιστές, ότι μισούν τους μαύρους, ότι είναι ανώφελο να ζητήσουν βοήθεια από οπουδήποτε».
Η ψυχολόγος Μάρω Κολλύρη τις υποδέχθηκε στο καταφύγιο της «Κλίμακας» τον Αύγουστο του 2005: «Μας πήρε μήνες να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη τους. Είχαν πιστέψει ότι αν μας μιλήσουν θα καταδικαστούν ισόβια. Και στην περίπτωσή τους, δεν ήταν μόνο το βουντού. Τις χτυπούσαν και τις απειλούσαν, τις κρατούσαν κλειδωμένες για μέρες. Τα κορίτσια νομίζουν ότι οι σωματέμποροι είναι εξαιρετικά ισχυροί, ότι έχουν αγοράσει την Ελλάδα…»
Λίγες μέρες αργότερα, τέλη Γενάρη, παρά τις ύβρεις, τις απειλές και τους αλαλαγμούς των συνηγόρων υπεράσπισης, ο μαστροπός των τριών γυναικών καταδικάζεται. Είναι μια ιστορικής σημασίας απόφαση και μια βαρύτατη ποινή: 19 χρόνια κάθειρξη. Εντωμεταξύ, η μικρή Κ.Λ. έχει αφεθεί ελεύθερη από την Πέτρου Ράλλη και κρύβεται. Μέσα στους επόμενους τρεις μήνες πρέπει να φύγει από την Ελλάδα, κατά τις αρχές. Τρεις μήνες για να παλέψει το Παρατηρητήριο για τις Συμφωνίες του Ελσίνκι (που την υπερασπίζεται νομικά) να αποδείξει ότι η Κ.Λ. δεν είναι θύτης, αλλά θύμα. Ο δικηγόρος της Θοδωρής Αλεξανδρίδης μάς εξηγεί: «Η αστυνομική έρευνα ελέγχεται για την αξιοπιστία της. Η αστυνομία δεν αναζήτησε κάν βασικούς μάρτυρες, πάρ’ ότι η Κ.Λ. έδωσε τα στοιχεία τους. Τα υπομνήματα των αστυνομικών είναι προχειρογραμμένα και παράτυπα. Και πάρ’ όλες τις αντιφάσεις στις καταθέσεις, η Αστυνομία δεν επεδίωξε κατ’ αντιπαράσταση εξέταση των μαρτύρων. Στην υπόθεση είναι πιθανή η εμπλοκή και δημόσιων λειτουργών, αφού στις κοπέλες, υπό την… σκέπη του συγκεκριμένου σωματέμπορου, χορηγούνταν χαρτιά πολύ πιο γρήγορα από το συνήθη χρόνο. Η αστυνομία δεν έψαξε κάν το στοιχείο ότι οι κοπέλες μπαίνουν με τα ίδια πλαστά διαβατήρια. Γι’ αυτό το λόγο ζητάμε να εξαιρεθεί η αρμόδια εισαγγελέας και η ΕΛ.ΑΣ. και να γίνει περαιτέρω προκαταρκτική εξέταση. Και, φυσικά, να μήν απελαθεί η Κ.Λ., αλλά να της αναγνωριστεί αυτό που είναι: θύμα σωματεμπορίου ανθρώπων».