Access All Areas. *τόσο ωραίος με όλη τη φρίκη του*

(Περιοδικό Υποβρύχιο) Τ. 54

Το πιο ωραίο πράγμα στο σπίτι μου είναι η βιβλιοθήκη. Δεν πρόκειται για ένα εκθετήριο ή για ένα αραδιασμένο σε ράφια μουσείο, αλλά για έναν ζωντανό οργανισμό που μεγαλώνει και εξελίσσεται αδιάκοπα. Σπάνιο αντίτυπο της πρώτης έκδοσης του “Όσα παίρνει ο άνεμος” στα αγγλικά και Νερβάλ στα γαλλικά, το Κάμα Σούτρα για γκέι κι από δίπλα ο “Αγών μου” του Χίτλερ, Τσόμσκι και Μποντλέρ, όλα αυτά μαζί, δίπλα δίπλα και αταξινόμητα, αντικατοπτρίζουν μια διαδρομή του μυαλού και της δουλειάς μου. Όταν θέλεις να κάνεις μια βουτιά σε έναν άλλο κόσμο, το πρώτο που έχεις να κάνεις είναι να διαβάσεις τη βιβλιογραφία του, δηλαδή να ανοίξεις την πρώτη προφανή πόρτα στη μυθολογία του.

Παρ’ όλα αυτά, μακράν το πιο αγαπημένο μου παραμένει ένα παιδικό παραμύθι. Αυτό για το κορίτσι που παίρνει το καλαθάκι του και διασχίζει ένα ολόκληρο δάσος για να πάει στη γιαγιά. Παλιότερα είχα κάποιες ενστάσεις φεμινιστικού τύπου, μεγαλώνοντας ωστόσο δεν βρίσκω τίποτα το αρνητικό στον ωραίο, μπρατσωμένο κυνηγό που έρχεται από το πουθενά να σε σώσει. Η Κοκκινοσκουφίτσα είναι μια χαρά κορίτσι, ντυμένο στα κατακόκκινα (και στην τσόντα βέρσιον που την έχω δει με κόκκινο κορσέ και δωδεκάποντα), δεν γκρινιάζει, δεν μυξοκλαίει, παίρνει το καλαθάκι της και προχωρά στο σκοτεινό δάσος. Όταν συναντά τον λύκο, αντί να της κοπούν τα πόδια, τον πλακώνει στις ερωτήσεις: Γιατί έχεις τόσο μεγάλα αφτιά; Γιατί τόσο μεγάλη μύτη; Δηλαδή, η χαρά της περιέργειας –και της ζωής– προσωποποιημένη. Μετά έρχεται η μοιραία ερώτηση για το μεγάλο στόμα κι ανακαλύπτει από πρώτο χέρι σε τι χρησιμεύει.

Ουδεμία σχέση με τη Σταχτοπούτα που “βασιζόταν πάντα στην καλοσύνη των ξένων” ή την Ωραία Κοιμωμένη που κοιμόταν καμιά εκατοστή χρόνια μέχρι να τη φιλήσει ο πρίγκιπας ή την ακόμα πιο ξενέρωτη Χιονάτη που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ένα μήλο από ένα φονικό όπλο. Η Κοκκινοσκουφίτσα είναι κορίτσι με τσαγανό, πνεύμα ανήσυχο και καρδιά φτιαγμένη για περιπέτειες. Αυτά τα κορίτσια και τα αγόρια με συγκινούν και, τον τελευταίο καιρό, μόνο με τέτοια κάνω παρέα. Όλα τα άλλα, που είναι ακόμα σε σοκ και αντικρίζουν την πραγματικότητα με δέος, που κλαυθμυρίζουν ολημερίς για το κακό που μας βρήκε ή, ακόμα χειρότερα, όσα δεν έχουν καν πάρει χαμπάρι το κακό που μας βρήκε δεν μπορώ ούτε να τα ανεχτώ.

Για να είμαστε ειλικρινείς, δεν είναι και λίγο αυτό που μας βρήκε. Δεν είναι και λίγο να καταρρέει η ζωή, η καθημερινότητα, οι βεβαιότητες που γνώρισες από τότε που γεννήθηκες. Όταν, όμως, συμβεί ο μεγάλος σεισμός μπροστά στα μάτια σου, οι επιλογές σου δεν είναι και πάρα πολλές. Ή που θα κλαις όλα τα υπόλοιπα χρόνια σου σαν ορισμένες Μικρασιάτισσες (“είχαμαν λίρες κι ήμασταν κυρές κι αρχόντισσες”) ή που θα σηκώσεις τα μανίκια, θα μαζέψεις τα μπάζα και τα συντρίμμια, θα χτίσεις κάτι καινούργιο επάνω στα ωραία ερείπια.

Συνήθως διαβάζω τρία-τέσσερα βιβλία ταυτόχρονα. Αυτήν την περίοδο ό,τι διαβάζω είναι εξαιρετικό: την ιστορία της συγγραφής του Λεξικού της Οξφόρδης, τις αναμνήσεις της καπετάνισσας του ΕΛΑΣ Μαρίας Μπέικου, τη βιογραφία του Γαλιλαίου και τα γράμματα που έστειλε από τη φυλακή η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Αυτό που συνειδητοποιώ είναι πως για οποιαδήποτε περιπέτεια κι αν κινήσει το μυαλό του ανθρώπου (να συντάξει ένα λεξικό, να αλλάξει τον κόσμο, να ανατρέψει το σύμπαν όπως το ξέραμε, να πραγματοποιήσει μια επανάσταση) χρειάζεται πρωτίστως μια συγκεκριμένη ψυχολογία και μια υπερβατική πίστη σ’ αυτό που δεν υπάρχει, αλλά θα γεννηθεί και θα είναι όμορφο. Αν πολεμάς και σκέφτεσαι την ήττα θα χάσεις. Πολεμάμε και τραγουδάμε, λοιπόν. Όπως ακριβώς έκαναν οι πολεμιστές από τον καιρό του Οδυσσέα: έπειτα από κάθε μάχη, κι αφού έθαβαν τους νεκρούς τους, το έριχναν στο φαγοπότι και στο χορό.

Γι’ αυτό το καινούργιο που έρχεται, που θα το φτιάξουμε όλοι μαζί, δεν υπάρχει καμία συνταγή, καμία ετοιμοπαράδοτη λύση. Φτιάξ’ το μόνος σου! Φόρα την μπέρτα σου και το κόκκινο σκουφάκι, άρπαξε το καλαθάκι, πες για το ξεκάρφωμα ότι πας στη γιαγιά και βγες έξω. Άλλωστε, πόση πλάκα έχει να περπατάς εις το δάσος όταν ο λύκος δεν είναι εδώ;

ΥΓ.: *Μπρόνκε, φυλακές Φρουρίων, 28-12-1916*

*(…) Το παν είναι να παραμείνει κανείς άνθρωπος. Σταθερός και διαυγής και χαρούμενος. Να ‘σαι άνθρωπος θα πει να ρίξεις τη ζωή σου ολόκληρη στη βαριά ζυγαριά του “πεπρωμένου”, όταν πρέπει να γίνει έτσι. Όμως, την ίδια στιγμή, να χαίρεσαι την κάθε ηλιόλουστη ημέρα και το κάθε ωραίο περαστικό σύννεφο. Ο κόσμος είναι τόσο ωραίος με όλη τη φρίκη του και θα ήταν σίγουρα πιο ωραίος αν δεν τον βάραιναν οι αδύναμοι και οι δειλοί.*

*Ρόζα*