Access All Areas. Γιατί ποτέ δεν ήταν ποιητές

(Περιοδικό Υποβρύχιο) Τ. 53

Τώρα που όλος ο κόσμος αρχίζει ψυχοθεραπεία, εγώ λέω να σταματήσω τη δικιά μου. Έχω κάνει πολλά χρόνια συνεδρίες, διαλογισμό, γιόγκα, πολεμικές τέχνες και ατελείωτα μεταμεσονύκτια τηλεφωνήματα σε φίλους μου μόνο και μόνο για να αντέχω να ζω σ’ αυτήν τη χώρα. Πλήρωνα την εφορία, δεν είχα πιστωτικές κάρτες, δεν ζούσα με δανεικά, δεν έγλειψα ποτέ για καμιά δουλειά, δεν αντάλλαξα την ψήφο μου με κανέναν πολιτευτή, δεν εξαργύρωσα τίποτα. Με δυο λόγια, ήμουν μειονότητα. Κοινώς, μαλάκας. Κι όταν έχεις επίγνωση ότι είσαι, θέλει πολλά αρχίδια για να το αντέξεις.

Εξίσου μαλάκες ήταν όλοι μου οι φίλοι. Σ’ αυτήν τη χώρα που ήθελε να μοιάζει με σελίδα σε ιλουστρασιόν περιοδικό του Κωστόπουλου, όποιος δεν τα άρπαζε, όποιος δεν κυκλοφορούσε με τζιπ, όποιος δεν φορούσε Μανόλο Μπλάνικ ή Αρμάνι, όποιος ζούσε διαφορετικά ήταν –στην καλύτερη περίπτωση– αντικείμενο χλεύης. Στη χειρότερη, θύμα.

Για όλους αυτούς τους λόγους, συγγνώμη κιόλας, εγώ τώρα δεν θα πάθω κατάθλιψη. Γιατί πλέον αποδείχθηκε με τον πιο οδυνηρό τρόπο ότι δεν ήταν μαγκιά να κλέβεις την εφορία. Δεν ήταν μαγκιά να λαδώνεις και να λαδώνεσαι. Δεν ήταν μαγκιά να θες να γίνεις ένας μικρομέγαλος γιάπης. Όλοι αυτοί, λοιπόν, που έστησαν τις ζωές τους πάνω σ’ αυτό το μοντελάκι έχουν κάθε λόγο να παθαίνουν κατάθλιψη. Εμείς οι υπόλοιποι μπορούμε να αναστενάξουμε ανακουφισμένοι. Μπατίρηδες, μεν, αλλά δικαιωμένοι.

Και είμαστε πολλοί, είμαστε αμέτρητοι, είμαστε παντού. Απλώς, όλα τα προηγούμενα χρόνια δεν φαινόμασταν. Έκαναν θόρυβο, έπιασαν τα πόστα και τα κόζια οι Άλλοι. Σοβαροφανείς καθηγητές πανεπιστημίου με μπλοκάκια ανά χείρας και τον εκσυγχρονισμό υπό μάλης. Χοντρούτσικα αγόρια που εξήγγειλαν τον Ανένδοτο κατά των νταβατζήδων με τη λίγδα από το κεμπάπ στο χέρι. Και, εσχάτως, εκείνος που έλεγε ότι «λεφτά υπάρχουν» την ώρα που μας έστελνε ντουγρού στην ξενιτιά να πλένουμε πιάτα.

Αυτοί οι ηγέτες κι ο εσμός που εξέθρεψαν θα σαρωθούν από την Ιστορία. Και τότε, όπως λέει ένα ινδιάνικο γνωμικό, θα αναφωνήσουμε όλοι μαζί «Ο αχυρώνας κάηκε. Τώρα μπορώ να δω το φεγγάρι». Και θα θυμηθούμε πως δεν είχαμε παππούλη τον Τσολάκογλου, αλλά τον Μακρυγιάννη. Και στο πρόσωπο του Βελουχιώτη, του Σεφέρη, του Χατζιδάκι θα αναγνωρίσουμε το δικό μας ωραίο πρόσωπο.

Βλέπω γύρω μου έναν κόσμο συνοφρυωμένο, προβληματισμένο, σκεπτικό. Έναν κόσμο που, επιτέλους, αναστοχάζεται. Τι έγινε; Πώς έγινε; Ποιος μας έφερε ώς εδώ; Και πώς θα βγούμε από τη μαύρη τρύπα που μας έριξαν; Σ’ αυτόν τον κόσμο και σ’ αυτήν τη διαδικασία έχω εμπιστοσύνη. Και γι’ αυτό είμαι αισιόδοξη.

Αντίο σας, με τους στίχους του Μάνου Ελευθερίου:

Κρυφά και φανερά σ’ ακολουθούνε
οι συμμορίες κι οι βασανιστές
και ψάχνουν μέρα – νύχτα να σε βρούνε,
μα δεν υπάρχει δρόμος να διαβούνε
γιατί ποτέ δεν ήταν ποιητές,
το χώμα που πατούν να προσκυνούνε.

ΥΓ. 1: Δεν σας τη χαρίζω. Και με τις δυο του έννοιες. Ούτε τη χώρα σάς χαρίζω ούτε σας συγχωρώ. Αυτή είναι η απάντησή μου στο ερώτημα «και γιατί να μείνω εδώ», που επιχειρούν να απαντήσουν οι συντάκτες κι οι αναγνώστες μας στις επόμενες σελίδες.

ΥΓ. 2: Και, σε πείσμα όλων, θα ερωτευτούμε ξανά.