Access All Areas. Παρ’ όλα αυτά, γεννήθηκε

(Περιοδικό Υποβρύχιο) Τ. 52
«…σα να ταξιδεύεις στο Αιγαίο με δέκα μποφόρ, ταρακουνιέσαι ολόκληρος, αλλά θα ξαναταξιδέψεις και με ίδιο καιρό!» (αναγνώστρια περιγράφει τη σχέση της με το «Υποβρύχιο»)

Τον τελευταίο καιρό βρίσκομαι σε κατάσταση διαρκούς τρικυμίας. Φαντάζομαι πως δεν πρωτοτυπώ, αφού μαζί μου παραδέρνουν άλλα 11 εκατομμύρια κάτοικοι αυτής της ξεχαρβαλωμένης χώρας. Κατεβαίνουν τα σπρεντς; Ανεβαίνει η ψυχολογία μας. Στα ύψη τα επιτόκια; Στον πάτο η διάθεσή μας. Και, ξαφνικά, όλοι γίναμε ειδικοί στα χρηματοπιστωτικά. Ακόμα και η γιαγιά μου. Που 10 χρόνια πριν απέκτησε τον προσωπικό της χρηματιστή και τώρα αναζητά τον προσωπικό της τραπεζικό σύμβουλο. «Αγόρασε, ευχημένο μου, κλωστήρια» του έλεγε τότε. «Να τα πάω τα λεφτά Ελβετία ή Κύπρο;» τον ρωτάει τώρα.

Θα μου πεις, τυχερή η γιαγιά εφόσον έχει χρήμα κάπου να μεταφέρει. Το πρόβλημα το τεράστιο είναι για όλους εκείνους που καιρό τώρα ζουν την πραγματικότητα που τόσο ευφυώς περιέγραψε ο Ανδρέας Λοβέρδος: δεν υπάρχει σάλιο. Σάλιο για τους λογαριασμούς του μήνα. Σάλιο για το φροντιστήριο του παιδιού. Σάλιο για τίποτα – ούτε καν για φτύσιμο. Την ίδια ώρα, 15χρονοι γίνονται κομμάτια από ορφανές βόμβες, η αντιτρομοκρατική ανακαλύπτει γιάφκες και «τρομοκράτες» με ρυθμούς καταιγιστικούς, το ΔΝΤ μοιάζει με σωτηρία και η Κωνσταντίνα Κούνεβα νοσηλεύεται επί 1,5 χρόνο στον «Ευαγγελισμό», ενώ οι φονιάδες της τριγυρίζουν ελεύθεροι και η υπόθεση μπαίνει στο αρχείο.

Κάπου εδώ ο σώφρων άνθρωπος παθαίνει βέρτιγκο. Αυτό που παθαίνουν οι δύτες και οι πιλότοι όταν χάνουν τον μπούσουλα. Μπερδεύουν το πάνω με το κάτω, την επιφάνεια με το βυθό, τον ουρανό με τη θάλασσα. Από εκεί και μετά είναι καθαρά θέμα τύχης αν ο δύτης θα χρησιμοποιήσει τις ελάχιστες ανάσες που του απομένουν για να αναδυθεί ή θα πάει ολόισια προς το βυθό και το θάνατο. Έχω, όμως, την αίσθηση πως είμαστε σε λίγο καλύτερη μοίρα από τους δύτες και τους πιλότους. Υπό προϋποθέσεις.

Προϋπόθεση 1η: Δεν μασάς σε κανένα πατριωτικό παραμύθι. Κλείνεις την τηλεόραση και στέλνεις στο διάολο την Τρέμη – Σοφία Βέμπο, που έχει αναλάβει εργολαβικά την εμψύχωση του έθνους απέναντι στους άθλιους κερδοσκόπους. Άσε τον Πάγκαλο να σκούζει για τους κακούς Γερμανούς και τις πολεμικές αποζημιώσεις. Σπάσε τον καθρέφτη. Για την κατάντια μας φταίμε εμείς και μόνο. Εμείς ως πολίτες, εμείς ως ψηφοφόροι, εμείς ως φορολογούμενοι. Ο μύθος του κακού ισχυρού ξένου μάς κατατρέχει από το 1821. Καιρός να ξεμπερδεύουμε.

Προϋπόθεση 2η: Δεν αφήνεις αυτό που σε τρώει να χορτάσει. Με άλλα λόγια, κάνε το θυμό σου πράξη. Όχι με τον τυφλό τρόπο του χουλιγκάνου ούτε με τον άκριτο τρόπο του οπαδού. Ένας ωραίος, στοχευμένος, νοηματοδοτημένος θυμός έχει δύναμη μεγατόνων.

Προϋπόθεση 3η: Δεν σταματάς να ονειρεύεσαι. Όχι πως τα πράγματα θα βολευτούν και θα την κουτσοπεράσουμε και πάλι. Αλλά πως μας αξίζει «μιαν άλλη θάλασσα, μιαν άλλη απαλοσύνη» και γι’ αυτό (όπως συμβουλεύει από πέρα μακριά ο Γκάτσος) πρέπει «Να πιάσεις από τα λουριά του Αχιλλέα τα’ άλογα / Αντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις / Τον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Κίτσου. / Γιατί κι εσύ θα ’χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα ’χει γεράσει».

Κι επειδή ο χειρότερος θυμός είναι αυτός που σε πιάνει με τον εαυτό σου, σταμάτα να απορείς «γιατί μένω στον κωλότοπο και δεν εξαφανίζομαι στην άκρη της γης». Από έρωτα μένεις. Γι’ αυτό. Και παρόλο που ο αγαπημένος μου κοκκινομάλλης βομβιστής Τρυποκάρυδος έλεγε στην πριγκίπισσά του «σ’ αγαπάω ελεύθερα και τζάμπα», έρωτας δωρεάν δεν υπάρχει.

Σαν μια ιστορία παράφορου και πανάκριβου έρωτα αντιμετωπίσαμε αυτήν τη φορά όλες τις ιστορίες που δημοσιεύει το «Υποβρύχιο». Ένας βρετανός μπλόγκερ, ένας βραζιλιάνος διπλωμάτης, ένα κορίτσι που φτιάχνει σκουλαρίκια, ξένοι που ζουν στην Αθήνα όχι γιατί δεν έχουν άλλη επιλογή, αλλά γιατί, για κάποιον λόγο, την ερωτεύτηκαν παράφορα. Ίσως η καλύτερη ερωτική μας ιστορία είναι αυτή που εκτυλίχθηκε τους τελευταίους 8 μήνες στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού. Οι δικοί μας Serial Designers (αυτοί οι μικροί τύραννοι που σε κάθε τεύχος γκρινιάζουν για τα μεγάλα κείμενα, αλλά τους αγαπάμε αφού απογειώνουν τις λέξεις μας) κάθε βδομάδα επισκέπτονταν τις φυλακές και μαζί με τις γυναίκες του τμήματος απεξάρτησης σχεδίασαν ένα τεράστιο γκράφιτι, το οποίο μετά τα κορίτσια ζωγράφισαν. Θα μπορούσα να σας πω πως είναι σημαντικό, γιατί είναι το πρώτο δείγμα social design στην Ελλάδα. Ή γιατί είναι η πρώτη φορά που οι άνθρωποι από τον μέσα συνεργάστηκαν με ανθρώπους από τον έξω κόσμο για να συνδημιουργήσουν ένα έργο τέχνης. Όμως, αυτή η τεράστια ζωγραφιά είναι σπουδαία γιατί αποδεικνύει στην πράξη πως «Όσες κι αν χτίζουν φυλακές / κι αν ο κλοιός στενεύει / ο νους μας είναι αληταριό / που όλο θα δραπετεύει». Κι αυτό ισχύει – ακόμα κι αν κάποιοι επιμένουν να γκρεμίζουν τα κάστρα που χτίζουμε. Το ελληνικό κράτος θα γκρεμίσει τον τοίχο με τη ζωγραφιά των παιδιών για να αναδιαμορφώσει τη φυλακή. Το έργο γεννήθηκε γνωρίζοντας πως θα πεθάνει, όπως όλοι μας. Παρ’ όλα αυτά, γεννήθηκε.