Τα εμά εμά και τα εσά εσά

Χρειάστηκαν τρία χρόνια διαβουλεύσεων ώστε ο πρωθυπουργός και ο αρχιεπίσκοπος να προχωρήσουν στην απόλυτη έκπληξη, ταράζοντας λιμνάζοντα ύδατα δεκαετιών στις σχέσεις Πολιτείας-Εκκλησίας. Ελάχιστοι γνώριζαν το περιεχόμενο της συνάντησης και όλοι, βάσιμα, εκτιμούσαν πως ο Ιερώνυμος επισκέφθηκε τον Αλέξη Τσίπρα για να συζητήσουν το περιεχόμενο του όρου «θρησκευτική ουδετερότητα» ενόψει συνταγματικής αναθεώρησης.

Ωστόσο, την Τρίτη το απόγευμα, Τσίπρας και Ιερώνυμος αιφνιδίασαν εχθρούς και φίλους παρουσιάζοντας μια συμφωνία 15 σημείων για τη διευθέτηση των περιουσιακών εκκρεμοτήτων της Εκκλησίας και για την υπηρεσιακή κατάσταση του κλήρου. Οσοι καταστροφολογούσαν πως η αριστερή κυβέρνηση… θα καταργήσει τα Χριστούγεννα, αλλά και όσοι πίστευαν πως θα προχωρήσει στον χωρισμό Κράτους-Εκκλησίας διαψεύστηκαν οικτρά.

Περιουσία, ιερείς

Η συμφωνία έχει όλα τα χαρακτηριστικά που οδήγησαν την εφημερίδα μας να την υποδεχθεί με τον τίτλο «ιστορικός συμβιβασμός», αφού για συμβιβασμό και όχι για ανατροπή πρόκειται και είναι πραγματικά ιστορικός, αφού ανάλογου μεγέθους συμφωνία έχει να κάνει η Πολιτεία με την Εκκλησία από το 1952.

● Οι ιερείς δεν θα είναι πλέον δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά το Δημόσιο θα επιδοτεί την Εκκλησία με ποσό αντίστοιχο με το κόστος μισθοδοσίας των εν ενεργεία ιερέων.

● Η Εκκλησία παραιτείται έναντι κάθε άλλης αξίωσης για την εν λόγω εκκλησιαστική περιουσία.

● Ιδρύεται Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας, όπου θα είναι μέτοχος και το Δημόσιο. Το Ταμείο θα αναλάβει τη διαχείριση και αξιοποίηση των από το 1952 και μέχρι σήμερα αμφισβητούμενων, μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εκκλησίας της Ελλάδος περιουσιών, αλλά και κάθε περιουσιακού στοιχείου της Εκκλησίας που εθελοντικά η ίδια θα παραχωρήσει προς αξιοποίηση.

● Τα έσοδα από την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας θα τα μοιράζονται 50-50 Κράτος και Εκκλησία.

Αντιδράσεις

Και ο αρχιεπίσκοπος και ο πρωθυπουργός εμφανίστηκαν ικανοποιημένοι, αφού εκτιμούν ότι κλείνουν ιστορικές εκκρεμότητες με έναν τρόπο που φέρνει οφέλη και στις δυο πλευρές. Ωστόσο, και παρόλο που η Ιερά Σύνοδος αποδέχθηκε τη συμφωνία ως «οδικό χάρτη», η βάση των ιερέων έχει ξεσηκωθεί, αφού τη φοβίζει το γεγονός ότι θα χάσει το καθεστώς δημοσίου υπαλλήλου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Ορισμένοι μητροπολίτες εγκαλούν τον αρχιεπίσκοπο ότι διαπραγματεύτηκε με τον πρωθυπουργό πίσω από κλειστές πόρτες και παραβίασε την αρχή της συνοδικότητας που τον θέλει πρώτο μεταξύ ίσων.

Το Φανάρι κρατά στάση αναμονής, αλλά διέρρευσε η δυσαρέσκειά του – με δεδομένο ότι οι μητροπόλεις των Νέων Χωρών υπάγονται απευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο δεν είχε ενημερωθεί για τις συνομιλίες. Την Παρασκευή 16 Νοεμβρίουσυγκαλείται εκτάκτως η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος για να συζητήσει την πρόταση συμφωνίας.

Το σωματείο των ιερέων δρομολογεί συναντήσεις με τους αρχηγούς των κομμάτων, αρχής γενομένης από τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας. Την Τετάρτη οι ιερείς του λεκανοπεδίου θα συγκεντρωθούν στα γραφεία του συνδέσμου τους για να οργανώσουν τις επόμενες κινήσεις τους.

Καταγραφή και χρέος

Η υλοποίηση της συμφωνίας ωστόσο έχει δρόμο μέχρι να έρθει προς έγκριση στη Βουλή: η κυβέρνηση θα εξειδικεύσει τα σημεία και επί αυτών θα αποφασίσει η εκκλησιαστική ιεραρχία. Η ανοιχτή προκήρυξη για την επιλογή του αναδόχου που θα προχωρήσει στην καταγραφή και αξιολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας εκτιμάται ότι θα γίνει στις αρχές του 2019 – στο έργο έχουν ήδη ενταχθεί 22 μητροπόλεις.

Ενα επίσης ακανθώδες σημείο της συμφωνίας είναι το περίφημο χρέος που αναγνωρίζει προς την Εκκλησία η κυβέρνηση και ως αντάλλαγμα αναλαμβάνει την ετήσια επιδότηση προς την Εκκλησία. Ωστόσο, το ύψος της οφειλής του κράτους δεν έχει γνωστοποιηθεί, ούτε έχει παρουσιαστεί κάποια καταγραφή και αποτίμηση της εκκλησιαστικής περιουσίας που παραχωρήθηκε στο Δημόσιο. Ετσι, η κυβέρνηση δεν έχει προσδιορίσει το πότε εκτιμά ότι η ελληνική πολιτεία θα έχει εξοφλήσει το χρέος που αναγνώρισε ο πρωθυπουργός προς την Εκκλησία.

Οι λύσεις του παρελθόντος και η προοπτική αυτοχρηματοδοτούμενου οργανισμού

Η φιλοδοξία της κυβέρνησης είναι να καταστεί η Εκκλησία -πλήρως ή κατά το μάλλον- αυτοχρηματοδοτούμενος οργανισμός μέχρι το 2030. Αν υλοποιηθεί, θα είναι πραγματικά μια τεράστια τομή, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι ιερείς χρηµατοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισµό από το 1945.

Μέχρι τότε είχαν αναζητηθεί διάφορες λύσεις:

● Το 1834 ιδρύθηκε Εκκλησιαστικό Ταµείο, το οποίο διαχειριζόταν την περιουσία 416 µοναστηριών που είχαν διαλυθεί. Τα έσοδα κάλυψαν όντως εν µέρει τη µισθοδοσία αρχιερέων και ιεροκηρύκων, αλλά «η συντήρηση χιλιάδων εφηµέριων ήταν έργο των ενοριτών και αφορούσε κυρίως πληρωµές σε είδος καθώς δεν υπήρχε θεσµοθετηµένος πόρος για τη µισθοδοσία τους».

● Το 1910 η µισθοδοσία ιερέων, ψαλτών και διακόνων περνάει στους ενοριακούς ναούς. Για την αύξηση των εσόδων των ιερών ναών θεσπίστηκε η καταβολή εισφοράς από κάθε οικογένεια ενοριτών, σε χρήµα ή σε είδος.

● Το 1923 ορίστηκε ότι η µισθοδοσία των εφηµέριων θα καταβάλλεται από το Γενικό Εκκλησιαστικό Ταµείο και ο µισθός του ιερέα θα ακολουθεί τους µισθούς των αντίστοιχων βαθµών των δηµοσίων υπαλλήλων, ενώ θα προστίθενται και τα ανάλογα επιδόµατα.

● Το 1930 συστάθηκε ο «Οργανισµός Διοικήσεως της Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής περιουσίας» (ΟΔΕΠ), ο οποίος εκτός από τη διαχείριση της µοναστηριακής περιουσίας θα προχωρούσε και σε εκτεταµένες ρευστοποιήσεις κτηµάτων των µονών τα οποία είτε παρέµεναν «ανενεργά» είτε προσπόριζαν οφέλη σε µια µικρή οµάδα εµπλεκοµένων.

● Το 1945 με αναγκαστικό νόµο η µισθοδοσία του εφηµεριακού κλήρου περνά στο Ελληνικό Δηµόσιο. Η κάλυψη της µισθολογικής δαπάνης θα πραγµατοποιούνταν, εν µέρει, µέσω των εσόδων που θα εισέπραττε η Πολιτεία τόσο από την επιβολή εισφοράς 25% επί των ακαθάριστων εισπράξεων των ναών όσο και από το εφάπαξ ποσό που θα κατέβαλλαν κάθε χρόνο οι ενορίτες (ενοριακή εισφορά).

● Επί χούντας, όπως ήταν αναμενόμενο, η συµµετοχή του κρατικού προϋπολογισµού στη µισθοδοσία των εφηµέριων συνεχίζει να αυξάνει, οι συντάξεις τους μεγαλώνουν, όπως και τα εφάπαξ, και διευκολύνονται στη δανειοδότηση.