Ακροδεξιά συνθήματα και σημαίες για όλα τα βαλάντια

Ανθρωποι κάθε ηλικίας και κοινωνικής τάξης γέμισαν την πλατεία Συντάγματος και τους γύρω δρόμους σε μια ετερόκλητη κυριακάτικη συγκέντρωση | EUROKINISSI

Eίναι μια Κυριακή αλλιώτικη και σίγουρα αλλόκοτη. Νωρίς το πρωί το κέντρο της Αθήνας είναι άδειο – περισσότεροι είναι οι πωλητές σημαιών παρά οι σημαιοφόροι… Εκατοντάδες μικροπωλητές πουλάνε ελληνικές σημαίες: πάνινες και νάιλον, με σταυρό ή με επίχρυσο τρούλο, με ξύλινο ή πλαστικό καλαμάκι, ακόμα και σε κοντάρι από σφουγγαρίστρα.

Σημαίες σε πάγκους και σε περίπτερα, αρμαθιές σε καροτσάκια, σε χέρια μικροπωλητών που συνήθως πουλάνε μπαλόνια ή λουλούδια. Σημαίες για όλα τα βαλάντια: 1 ευρώ η μικρή πλαστική, 5 η μεγάλη υφασμάτινη, άλλα τόσα η βυζαντινή. Οσο προσέγγιζες την καρδιά της συγκέντρωσης και όσο η ώρα προχωρούσε, η τιμή της σημαίας έπεφτε: 5-3-2-1 ευρώ.

Οι διαδηλωτές ακόμα δεν έχουν φτάσει – κάποιοι εκκλησιάζονται κι άλλοι βρίσκονται ακόμα στον δρόμο. Πόσοι θα είναι; Μέρες τώρα στο συλλαλητήριο καλούν από τις μακεδονικές ενώσεις της υφηλίου μέχρι απόστρατοι, από τη Νέα Δημοκρατία μέχρι τη Χρυσή Αυγή, από χριστιανικές οργανώσεις μέχρι τον Μίκη Θεοδωράκη. Αυτό το ετερόκλητο κάλεσμα φτάνει πρώτα στ’ αυτιά σου. Κλείνεις τα μάτια κι ακούς «Ενα το χελιδόνι», τα ανοίγεις και βλέπεις την «Πατριωτική Ενωση Ωραιοκάστρου» (αυτήν που έναν χρόνο πριν προπηλάκιζε τα προσφυγάκια για να μην πάνε σχολείο).

Ξανακλείνεις τα μάτια κι ακούς «Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ» – τα ανοίγεις και οι ρασοφόρες μοιράζουν ευχές (στον κόσμο) και κατάρες (στους κυβερνώντες). Το πανό απέναντι από την εξέδρα «Αλήτες, προδότες, πολιτικοί», οι απόστρατοι με τις στολές τους, οι απόστρατοι με τις χακί στολές, οι δεκάδες παπάδες, οι άνθρωποι με τις σημαίες γύρω από τους ώμους σε βγάζουν γρήγορα από τη σύγχυση – ακόμα κι όταν ακούς το «Σώπα όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες».

«Είμαστε εδώ για τη Μακεδονία, που είναι η ψυχή μας», λέει ένας νεαρός από τις Σέρρες. «Εχετε ξαναπάει σε διαδήλωση;», τον ρωτάμε. «Για ποιο λόγο; Τώρα ξεπουλάνε την ψυχή του έθνους και βγήκαμε». Αντιθέτως, η κυρία Μαρία στα 60 της έχει κατέβει σε πολλές διαδηλώσεις: και στους «Αγανακτισμένους» και στους «Μένουμε Ευρώπη» και στους «Παραιτηθείτε». «Το λέγαμε από την αρχή ότι οι αριστεροί θα είναι καταστροφή για τη χώρα – πάντα ήταν. Αυτοί έκαναν πόλεμο με τα αδέρφια τους, τους Ελληνες, για να παραδώσουν τη χώρα στους κομμουνιστές, δεν θα διστάσουν τώρα να ξεπουλήσουν τη Μακεδονία μας;».

«Η Μακεδονία είναι ελληνική», «Ελλάς, Ελλάς, Μακεδονία», ακούγεται ηχηρά από σχετικά λίγα άτομα |ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Από τις 12 το πλήθος αρχίζει να πυκνώνει. Κατεβαίνουν από τη Βόρεια Ελλάδα, ανεβαίνουν από την Κρήτη, άλλοι με Ι.Χ. κι άλλοι με μισθωμένα πούλμαν από εκκλησιαστικές οργανώσεις και πολιτιστικούς συλλόγους. Αλλωστε η οργανωτική επιτροπή είχε τον τρόπο της, όπως εξήγησε πριν από λίγες μέρες ο εκπρόσωπός της, Μίλτος Κοτζαγερίδης: «Οι οικονομικές ανάγκες του συλλαλητηρίου καλύπτονται από όλη την ομογένεια και κυρίως την ομογένεια των ΗΠΑ, καθώς και από Μακεδόνες, εταιρείες και φυσικά πρόσωπα, που θέλησαν να υποστηρίξουν αυτή την προσπάθεια».

Είναι άνθρωποι κάθε ηλικίας και κάθε κοινωνικής τάξης. Πιτσιρικάδες που κάποιοι βγαίνουν στον δρόμο για να διαμαρτυρηθούν για πρώτη φορά κι άλλοι που είχαν δώσει το «παρών» και στους «Αγανακτισμένους» και στους «Μένουμε Ευρώπη» και στους «Παραιτηθείτε». Ιερείς και καλόγεροι που είχαν να κινητοποιηθούν «από την εποχή του μακαριστού Χριστόδουλου» και τις ταυτότητες.

Μεσόκοποι άνθρωποι που τους τσάκισε η κρίση. Πιστοί νεοδημοκράτες, αλλά και κάποιοι που «έδωσαν την ευκαιρία στον Τσίπρα και τους πρόδωσε». Και αρκετοί που οι στρατιωτικές στολές, τα μαύρα μπουφάν και οι σημαίες-στειλιάρια στα χέρια δεν άφηναν καμία αμφιβολία για το τι ακριβώς πιστεύουν.

«Καλό συλλαλητήριο να ‘χουμε! Επιτέλους, δείχνουμε τη δύναμή μας!», φωνάζει μια παρέα στην άλλη. «Πόσοι είμαστε;» – αυτή η αγωνιώδης ερώτηση ακούγεται συνεχώς, αφού το στοίχημα είναι πολλαπλό: σίγουρα η εκδήλωση να ξεπεράσει εκείνη της Θεσσαλονίκης και, ιδανικά, να ξεπεράσει και τα συλλαλητήρια του ‘92. Η ερώτηση θα ακουστεί αργότερα κι από την εξέδρα: Είμαστε ένα εκατομμύριο, είμαστε δύο, είμαστε τρία;

Σύμφωνα με τη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής, στην Αττική έφτασαν 283 λεωφορεία, από τα οποία 189 από τον σταθμό διοδίων Αφιδνών και 94 από την Ελευσίνα, ενώ σε έκταση 50.000 τ.μ. περίπου διαδηλώνουν 140.000 πολίτες. Την ίδια ώρα, ο τηλεοπτικός σταθμός που είχε αναλάβει το προμόσιον του συλλαλητηρίου «έβλεπε» τουλάχιστον 1.500.000 ανθρώπους. Εμείς -κινούμενοι στον δρόμο- υπολογίζουμε περί τις 150.000 και σίγουρα κάτω από 200.000 διαδηλωτές (με έντονη κινητικότητα και αυξομειώσεις), σε μια εκδήλωση ωστόσο που είναι μάλλον η ογκωδέστερη από το 2011 και μετά.

Οποιος άκουγε τις περιγραφές των ομιλητών και ταυτόχρονα διέσχιζε τους δρόμους της Αθήνας νόμιζε ότι ζει σε διαφορετικό σύμπαν: «Η Ακαδημίας είναι γεμάτη, η Ομόνοια είναι γεμάτη, η Πανεπιστημίου είναι γεμάτη, έχουμε λιποθυμίες», ακουγόταν από τα μεγάφωνα της εξέδρας γύρω στις 3.30, την ίδια στιγμή που όχι μόνο οι παραπάνω δρόμοι είχαν αρχίσει να αδειάζουν, αλλά ακόμα και στην πλατεία Συντάγματος η πυκνότητα του κόσμου ήταν κάτω του μετρίου. Οπως ήταν αναμενόμενο, η πιο πυκνή σύσταση του κόσμου ήταν στο κάτω μέρος της πλατείας Συντάγματος, γύρω από την εξέδρα, από την Καραγεώργη Σερβίας ώς τη Βασιλέως Γεωργίου και από τις παρυφές της Φιλελλήνων ώς την Αμαλίας. Ο κόσμος πυκνώνει όσο πλησιάζει η ώρα που αναμένεται να ανέβει στο βήμα ο Μίκης Θεοδωράκης.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗΣ

«Οχι, κυρία μου. Δεν θα μπείτε. Εντολές από τη διεύθυνση. Δεν χωράνε άλλοι στο καφέ στον 9ο όροφο». Οι πιο πολιορκημένες πύλες της πλατείας Συντάγματος ήταν η είσοδος του «Public» στην Καραγεώργη Σερβίας. Σεκιούριτι και υπάλληλοι επιτρέπουν την είσοδο μόνο ανά ολιγομελείς ομάδες, με αυστηρότατο έλεγχο: «Mπείτε με δική σας ευθύνη, να βγάλετε μια φωτογραφία και μετά φύγετε αμέσως».

Στο μπαλκόνι επικρατεί το αδιαχώρητο. Τα γκαρσόνια εκτελούν χρέη πορτιέρη και ερασιτέχνη φωτογράφου με φόντο τη γιγάντια γαλανόλευκη: «Δεν ήταν καλή η φωτογραφία που μου βγάλατε, βγάλτε τή μου ξανά», παραπονιέται μια κυρία σε έναν από τους ασθμαίνοντες σερβιτόρους. «Θα σε απολύσουμε», αστειεύεται ο συνάδελφός του.

«Οταν το ράσο γίνεται σημαία, τότε η νίκη είναι βεβαία» | ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗΣ

Στους γύρω δρόμους πεταμένα τρικάκια: «αντίσταση με τη Χρυσή Αυγή», «την ώρα που κάνετε ‘’αντιφασιστικές’’, οι ‘’δημοκράτες’’ πετσοκόβουν τις συντάξεις των γονιών σας, επαναστάτες της πλάκας», «θέλουμε ελληνική λύση, όχι στο ξεπούλημα», «θα δώσουμε τον υπέρ πάντων αγώνα για τους ένδοξους προγόνους μας, για τα παιδιά μας, για τους αγέννητους». Η κεντρική ομιλία καθυστερεί, αφού οι διοργανωτές περιμένουν κι άλλο κόσμο.

Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει φτάσει από νωρίς. «Τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας», ακούγονται οι στίχοι του Ρίτσου. «Η Μακεδονία είναι μία και ελληνική», «φωνάζουν» τα πανό. «Αυτός είναι αριστερός, ρε συ. Τον αριστερό φέρανε!», λέει ένας νεαρός με ξυρισμένο κεφάλι και μαύρο φούτερ στον φίλο του.

Κι έρχεται η στιγμή που ο Μίκης Θεοδωράκης απευθύνει τις πρώτες του λέξεις: «Αδέρφια μου φασίστες, ρατσιστές, αναρχικοί, τρομοκράτες, τραμπούκοι. Θα μάθατε ασφαλώς ότι οι πατριώτες που μας κυβερνούν και τα βαποράκια τους μάζευαν υπογραφές και χθες έριξαν μπογιές στο σπίτι μου για να με εμποδίσουν να μιλήσω μπροστά σε εσένα, κυρίαρχε λαέ…». Η ομιλία διακόπτεται από συνθήματα: «Ενας είναι ο αρχηγός, ο κυρίαρχος λαός» και «Κάτω τα χέρια απ’ τη Μακεδονία». Αλλά υπάρχει ένα σύνθημα που μόλις σε τρεις λέξεις αποδίδει τη στιγμή: «Μίκη, αλλάζεις την ιστορία».

Την Ιστορία μάλλον όχι, αλλά την ιστορία του σίγουρα ναι – αν και κανείς από τους παριστάμενους δεν συγκινείται ούτε επειδή χτυπάγαν βράδυ στην ταράτσα τον Αντρέα ούτε από τις κοπέλες του Αουσβιτς ούτε φυσικά από αυτό το έρμο χώμα (που εν προκειμένω είναι δικό μας και μόνο δικό μας). Αλλωστε, ακόμα κι όταν ο συνθέτης διέκοψε για λίγο την ομιλία του, ζήτησε «λίγο νερό, ελληνικό, μακεδονικό»…

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΟΚΟΒΛΗΣ

Οι δρόμοι της πόλης γεμίζουν ρούνους και σβάστικες με κόκκινα και μαύρα σπρέι. Από τα μεγάφωνα ο Θεοδωράκης «με λόγια σταράτα, πατριωτικά, φλογερά και ασυμβίβαστα» κάνει λόγο για κυβέρνηση μειοψηφίας αποτελούμενη από εθνομηδενιστές, ζητάει δημοψήφισμα, αφού πρώτα… έχει αφιερώσει την ομιλία του στον Κολοκοτρώνη, έχει αποτίσει φόρο τιμής στις ιερές σκιές των προγόνων και καταδικάσει τον φασισμό, «προπαντός στην πιο απατηλή και επικίνδυνη μορφή του, την αριστερόστροφη». Την ίδια ώρα, οι Φασίστες γράφουν στους τοίχους: «Σύριζα, κουμμούνια και αναρχικοί, όλοι οι προδότες θα πεθάνετε μαζί», «Σκοτώνω άπλυτους», «Ελλάς Ορθοδοξία, Ιησούς Χριστός νικά», «Εθνικισμός τώρα», «Τα όχι θέλουν Μεταξάδες».

«Η Μακεδονία είναι ελληνική», «Ελλάς, Ελλάς, Μακεδονία», ακούγεται ηχηρά από σχετικά λίγα άτομα, αλλά και «Οταν το ράσο γίνεται σημαία, τότε η νίκη είναι βεβαία»! Η βουή των συνθημάτων, που στους τηλεοπτικούς δέκτες φτάνει μεγαλειώδης, αφού φωνάζει μια ομάδα κοντά στην εξέδρα των ομιλητών, πολλαπλασιάζεται από τα θηριώδη ηχεία. Ούτε αυτά όμως αρκούν για να καλύψουν την έλλειψη παλμού που χαρακτηρίζει το πλήθος.

Τα υψωμένα χέρια με τις σέλφι είναι πολύ περισσότερα από τα στόματα που φωνάζουν συνθήματα, καθώς η πλειονότητα παρατηρεί βουβή, σπρώχνεται, μετακινείται ή φεύγει σχετικά γρήγορα για καφέ, φαγητό ή για επιστροφή στα πούλμαν. «Γιατί φεύγετε τόσο νωρίς;», «Εχουμε άρρωστο παιδάκι σπίτι», «Καλά, αν δεν τους ρίξουμε σήμερα, θα κάνουμε κι άλλο συλλαλητήριο».