Οι Άνθρωποι με τα Καρότσια


(φωτογραφίες: Δημήτρης Μιχαλάκης)

Εικόνα2

Παίρνουν ό,τι πετάμε

Πριν από 6 χρόνια ήταν εικόνα στις ειδήσεις της Αργεντινής. Σήμερα είναι εικόνα ζωντανή στις γειτονιές της Αθήνας. Οι «άνθρωποι με τα καρότσια του σούπερ μάρκετ» φορτωμένα ανακυκλώσιμα σκουπίδια αυτό ακριβώς ήθελαν να αποφύγουν όταν άφηναν τη μακρινή τους πατρίδα κι έρχονταν στη δική μας: να γίνουν ρακοσυλλέκτες. Τους βλέπουμε να ψάχνουν στους κάδους για ώρες. Μας βλέπουν οργισμένους με την κατάσταση. Από μέσα μας προσευχόμαστε να μην καταλήξουμε στη θέση τους. Από μέσα τους συμμερίζονται την οργή μας. Οι cartoneros της Ελλάδας βιοπορίζονται ξεδιαλέγοντας τα σκουπίδια μας που, όσο βαθαίνει η κρίση, γίνονται κι αυτά φτωχότερα
.

 

Σε εκατοντάδες ανέρχονται στην Αθήνα και σε χιλιάδες σε όλη την Ελλάδα οι μετανάστες που ζουν από τη διαλογή των σκουπιδιών. Δουλεύουν είτε μόνοι τους είτε για λογαριασμό ελλήνων ρακοσυλλεκτών. Τουλάχιστον τρεις απ’ αυτούς έχουν βρεθεί νεκροί στις χωματερές της Αθήνας

Από την Γκάνα στους δρόμους της Αθήνας. Πίστεψε πως στην Ευρώπη μπορούσε να πλουτίσει. Καταχρεώθηκε όπου μπορούσε για να πληρώσει τους διακινητές και τώρα, που έχουν παγώσει οι δουλειές, ξεδιαλέγει τα σκουπίδια στην πηγή τους, τους κάδους μας, μπας και εξασφαλίσει ένα δεκάευρο την ημέρα.

Θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε μέρα στην Τσιταγκόνγκ του Μπαγκλαντές: ο καιρός ζεστός, οι δρόμοι φορτωμένοι αυτοκίνητα, οι άνθρωποι ζαλισμένοι από το καυσαέριο, οι κάδοι ξέχειλοι σκουπίδια. Ο Μαφούζ σπρώχνει το καροτσάκι του σούπερ μάρκετ και σταματά σε κάθε έναν από τους μπλε κάδους: ανοίγει το καπάκι με γυμνά χέρια, βυθίζει το κεφάλι, χαμογελά στον ποντικό που πηδάει έξω πανικόβλητος και μαζεύει περιοδικά, χαρτόνια, κούτες και σίδερα. Θα μπορούσε να είναι μια τέλεια μέρα στην Τσιταγκόνγκ• όμως, είναι μια ακόμα κακή μέρα στην Αθήνα.

Αν έμενε ακόμα στο Μπαγκλαντές ο Μαφούζ και γινόταν «τοκάι» θα ήταν αποκομμένος από όλο το κοινωνικό σύνολο. Κανένας δεν χαιρετά στο δρόμο έναν τοκάι, κανένας δεν τον καλεί σπίτι του για φαγητό, κανένας δεν τον παντρεύει με την κόρη του, εκτός αν είναι τοκάι κι ο ίδιος ή… «σκατατζής», όπως μου εξηγεί ο Μαφούζ γελώντας. Μόνο που αυτός ο 21χρονος έφυγε από το Μπαγκλαντές και περπάτησε μέχρι το Ντουμπάι κι από εκεί πέρασε με καΐκι στο Ιράν κι ύστερα περπάτησε μέχρι την Πόλη κι από εκεί πέρασε τον Εβρο και πήρε το τρένο κι έφτασε εδώ ακριβώς για να μη γίνει τοκάι στην Τσιταγκόνγκ. Τελικά έγινε ρακοσυλλέκτης στην Αθήνα.

Είναι ένας από τους εκατοντάδες που τους τελευταίους μήνες γυρίζουν στους δρόμους της πόλης μας νωρίς το πρωί και τα απογεύματα. Θα μπορούσε να είναι εκείνος που πριν από λίγο καιρό δολοφονήθηκε από έναν άλλο ρακοσυλλέκτη για την πραμάτεια. Γύρω από τους κάδους, αυτούς που όλοι εμείς δεν κοιτάζουμε ποτέ, ανοίγουμε με σιχασιά και φεύγουμε στα γρήγορα για να μη μας χτυπήσει η μυρωδιά καταπρόσωπο, στήνεται καθημερινά ένας αόρατος πόλεμος. «Η δουλειά θέλει καλό μάτι και ταχύτητα, ο ανταγωνισμός είναι πια πολύ μεγάλος. Κερδίζει ο πιο γρήγορος κι ο πιο παρατηρητικός», λέει ο Μοχάμεντ. «Η κρίση της ελληνικής οικονομίας φαίνεται και στα σκουπίδια. Οι άνθρωποι πια πετάνε όλο και λιγότερα πράγματα· κρατάνε τα πάντα γιατί σκέφτονται ότι μπορεί να τους χρειαστούν. Βρίσκεις όλο και λιγότερα ρούχα ή ηλεκτρικές συσκευές ή φαγητά. Εμείς κυνηγάμε τα χαρτόκουτα, τις εφημερίδες και τα σίδερα. Για να καταλάβεις πόσο έχουν δυσκολέψει για εσάς τους Ελληνες τα πράγματα, θα σου πω ένα πράγμα: πριν την κρίση οι μαστόροι που δούλευαν με σίδερα σε φώναζαν και σου τα χάριζαν. Τώρα μας ζητούν να τα αγοράσουμε».

Μέχρι πριν από λίγους μήνες οι «άνθρωποι με τα καροτσάκια» δούλευαν κυρίως ως προπομποί παραδοσιακών ελλήνων ρακοσυλλεκτών. Τώρα, ύστερα από την άγρια δολοφονία δύο Πακιστανών από τους εργοδότες τους, με αφορμή την αμοιβή τους, έχουν αυτονομηθεί και αυξηθεί.

Ο Μοχάμεντ είναι νέος στη δουλειά, βγήκε στα σκουπίδια (όπως είναι η έκφραση που όλοι τους χρησιμοποιούν) πριν από ένα χρόνο. Εμεινε άνεργος πριν από δύο χρόνια. «Δούλευα σε εταιρεία καθαρισμού κι είχα φτάσει τα 800 ευρώ το μήνα. Ζούσα σε ένα ωραίο διαμέρισμα κι οι συγκάτοικοί μου ήταν καλά παιδιά. Οταν η αφεντικίνα μου είπε πως θα με ρίξει στα 650 ευρώ γιατί δεν βγαίνει, επαναστάτησα. Λέω «δεν γίνεται τα πάντα να ακριβαίνουν κι εσύ να μου μειώνεις τα λεφτά!» Της είπα «όχι» και μετά από 15 μέρες με έδιωξε». Ετσι λοιπόν ο Μοχάμεντ άρχισε να τρώει από τα έτοιμα και έψαχνε να βρει κάτι με μισθό, όπως πριν. Ενα χρόνο μετά οι οικονομίες του εξανεμίσθηκαν. Αναγκάστηκε να φύγει από το διαμέρισμα και μετακόμισε σε ένα υπόγειο στο κέντρο της Αθήνας.

Αν περάσεις απέξω μεσημέρι δεν μπορείς να καταλάβεις τι ακριβώς συμβαίνει πίσω από τις μπογιατισμένες τζαμαρίες. Φαίνεται σαν ένα από τα εκατοντάδες μαγαζιά που έκλεισαν λόγω κρίσης. Οταν όμως ανοίξει η πόρτα του, διακτινίζεσαι κάπου στην Αφρική ή στην Ασία. Παλιοσίδερα που τα έχουν δέσει μεταξύ τους για να φτιάξουν κουκέτες, στρώματα στο πάτωμα, ξεχαρβαλωμένα κρεβάτια, σπασμένα έπιπλα, ανεμιστήρες που δουλεύουν φουλ επί ματαίω και αμέτρητοι νεαροί που μπαίνουν, βγαίνουν, άλλοι κοιμούνται κι άλλοι τρώνε, άλλοι φεύγουν για δουλειά κι άλλοι μόλις γύρισαν. Είναι το κοινόβιο των ρακοσυλλεκτών. Στο διπλανό πρώην μαγαζί ζουν άλλοι τόσοι. Κι ετούτοι εδώ, του ισογείου, είναι οι τυχεροί του έργου. Γιατί έχουν φυσικό φως.

«Ναι, αλλά δεν έχουν τουαλέτα μέσα στο σπίτι», γελάει ο Μασούντ, ενώ κατεβαίνουμε στο υπόγειο της ίδιας παλιάς πολυκατοικίας. Είναι βρόμικα, σκοτεινά και μουχλιασμένα. Στα αριστερά στοιβάζουν τα σκουπίδια. Στα δεξιά είναι το σπίτι τους. Ενας μακρύς διάδρομος με απλωμένη μπουγάδα. Μια κουζίνα χωρίς παράθυρο και νερά στο πάτωμα από σπασμένους σωλήνες. Ενα μπάνιο με σπασμένη τουαλέτα, σπασμένο καθρέφτη, σπασμένη μπανιέρα. Κι ένα δωμάτιο τεσσάρων τετραγωνικών όπου κοιμούνται δέκα άνθρωποι. Κι όπου, ευτυχώς, υπάρχει ένα παράθυρο. Κι ευτυχώς σήμερα έχει λιακάδα. «Ντρέπομαι, ντρέπομαι πάρα πολύ που μένουμε εδώ και που τα βλέπεις. Ντρέπομαι που θα τα δουν οι άνθρωποι στο περιοδικό», λέει ο Μοχάμεντ.

Πριν από κάποια χρόνια, σε ένα συνέδριο για το εμπόριο, ο πρόεδρος μιας μεγάλης πολυεθνικής κλήθηκε να απαντήσει στο πώς θα αντιμετωπίσει η διεθνής εμπορική κοινότητα το πρόβλημα της κινεζοποίησης των εργαζομένων. Ο πρόεδρος απάντησε με ευθύτητα και χωρίς δισταγμό: «Θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι η παγκοσμιοποίηση παράγει και σκουπίδια. Κάποιοι θα αντέξουν, άλλοι όχι». Ολοι αυτοί οι άνθρωποι που κάθονται εδώ σήμερα είναι τα σκουπίδια του κυρίου προέδρου: ζουν από τα σκουπίδια και σαν σκουπίδια. Ενα από αυτά, που δεν θα γνωρίσει ποτέ κανένας πρόεδρος, είναι κι ο μικρούλης Μάνικ, ο χαϊδέμενος της μάνας του και ο αγαπημένος των τεσσάρων αδελφάδων του, η μασκότ της οικογένειας, το στερνοπαίδι τους.

«Η Αθήνα είναι σε εμπόλεμη κατάσταση. Έφυγα από μια χώρα φτωχή και έχω μια μαλακία ζωή, χωρίς καμία ασφάλεια, χωρίς προοπτική, χωρίς λεφτά, με φασίστες να με κυνηγάνε γιατί δεν τους αρέσει το δέρμα μου. Κατάντησα να ζω απ’ τα σκουπίδια και να μου φέρονται όλοι σαν να είμαι σκουπίδι».

Τώρα ο Μάνικ ξυπνάει κάθε πρωί στις 6, πίνει το τσάι του και βγαίνει στο δρόμο. Ο,τι μαζέψει αυτός κι οι άλλοι τέσσερεις της ομάδας του το μοιράζουν κάθε βράδυ. Η αγωνία του είναι να μαζέψει κάθε μήνα τα 150 ευρώ που πρέπει να πληρώνει για το κατάλυμα και το φαγητό του. Ο,τι παραπάνω βγάζει το στέλνει στο Μπαγκλαντές για να ξεπληρώσει κάποτε, αν ποτέ, η οικογένεια το χρέος στους τοκογλύφους από τους οποίους δανείστηκε για να στείλει τον μικρό στην Ευρώπη. Ο Μάνικ κάθε βράδυ σερφάρει στο ίντερνετ, ακούει τραγούδια στο YouTube, μιλάει με τη μαμά του μέσω Skype και βλέπει ειδήσεις σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνει, σε μια χώρα όμως που καταλαβαίνει καλά. «Πηγαίνω κάθε μέρα στο κέντρο για δουλειά. Βλέπω τον κόσμο που είναι πολύ θυμωμένοι κι έχουν δίκιο. Η Ελλάδα που ήταν εκεί πάνω, τώρα θέλουν να την κάνουν σαν Μπαγκλαντές. Ακούω πολλούς Ελληνες που θέλουν να φύγουν, να πάνε αλλού για μια καλύτερη ζωή. Αυτό έκανα κι εγώ. Εσείς θέλετε να φύγετε κι εγώ δεν έχω πού να γυρίσω. Δεν ξέρω τι θα έκανα αν ήμουν Έλληνας, αν θα έμενα ή αν θα έφευγα. Γιατί αν φύγετε όλοι και διαλυθούν όλα, όπως είναι στη δικιά μου πατρίδα, μπορεί να έρθει η μέρα που κι εσύ δεν θα έχεις πού να γυρίσεις».

Οταν ο Μάνικ επιστρέφει αργά το απόγευμα στο σπίτι του, αδειάζει το καρότσι μαζί με τους άλλους της ομάδας του. Στη μια γωνία στοιβάζουν τα χαρτιά, στην άλλη τα σίδερα. Η μάντρα στην οποία τα πουλάνε τους δίνει 6 λεπτά για κάθε κιλό χαρτί εφημερίδας και χαρτόνια, 10 λεπτά για άσπρο χαρτί και 17 έως 20 για κάθε κιλό σίδερο. Τις ημέρες που η τύχη τού χαμογελά μπορεί να βγάλει μέχρι και 10 ευρώ, αν είναι άτυχος επιστρέφει με άδεια χέρια. Ομως ποτέ με άδεια καρδιά: ο μικρούλης ο Μάνικ είναι φιλόδοξος, όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει σαν τον Μοχάμεντ, να βγάλει πολλάαα λεφτά και να αγοράσει το δικό του τρίκυκλο για να αφήσει το καρότσι.

Τραγική ειρωνεία: Οι περιβαλλοντολόγοι λένε ότι η διαλογή των σκουπιδιών πρέπει να γίνεται στην πηγή τους, από τους ίδιους τους πολίτες. Κι αφού εμείς βαριόμαστε να χρησιμοποιήσουμε σωστά τους κάδους (που οι δήμοι βαριούνται να διανείμουν), τη βρόμικη αλλά σωτήρια δουλειά την κάνουν άνθρωποι όπως ο Μαχφούζ.

Στον μικρόκοσμο των σκουπιδιών η ιεραρχία είναι πυραμιδωτή όπως στον μεγάκοσμο: στη βάση της κοινωνίας των ρακοσυλλεκτών βρίσκονται οι άνθρωποι με τα καρότσια, αμέσως παραπάνω είναι όσοι δουλεύουν για τους ιδιοκτήτες των τρίκυκλων και στην κορυφή της βρίσκονται οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες. Ενα τρίκυκλο κοστίζει 4.400 ευρώ και μπορεί να αποφέρει στον ιδιοκτήτη του μέχρι και 2.000 ευρώ, αν φυσικά καταφέρει να γεμίσει την καρότσα του με τα 200 κιλά χαρτί που απαιτούνται. «Εδώ και ένα χρόνο που δουλεύω δεν έχει συμβεί ούτε μια φορά αυτό το πράγμα· αν συνέβαινε δεν θα κοιμόμουν στο υπόγειο», λέει γελώντας ο Μοχάμεντ. «Οταν βγήκα στα σκουπίδια, πέρυσι, δεν υπήρχε ούτε ένας Μπαγκλαντεσιανός. Βρήκα έναν Πακιστανό με δικό του τρίκυκλο και έμεινα δυο μήνες απλήρωτος μαζί του για να μάθω τη δουλειά. Μετά πήρα ένα δάνειο από την εθνική τράπεζα της χώρας μου και αγόρασα το δικό μου αμάξι. Υπάρχουν μέρες που βγάζω 50 ευρώ, υπάρχουν κι άλλες που βγάζω 10. Στην Αθήνα αυτή τη στιγμή κυκλοφορούν καμιά 150αριά τρίκυκλα και κάθε μέρα βγαίνουν στο δρόμο όλο και πιο πολλά καρότσια· αυτά μας χαλάνε τη δουλειά. Τώρα πια το μόνο που θέλω είναι να πουλήσω το αμάξι και να γυρίσω πίσω. Αν μείνω, θα πεθάνω της πείνας. Και στο Μπαγκλαντές θα πεθάνω της πείνας, τουλάχιστον όμως θα είμαι στο σπίτι μου».

Κάθε Κυριακή τα αγόρια των σκουπιδιών φοράνε τα καλά τους και πηγαίνουν στην Ομόνοια. Τρώνε όλοι μαζί και μετά πηγαίνουν στο φωτογραφείο. Εκεί, μπροστά σε καμβάδες που απεικονίζουν την Ακρόπολη ή τον Ολυμπο, φωτογραφίζονται χαμογελαστοί και κορδωτοί. Η φωτογραφία θα ταξιδέψει μέχρι την πατρίδα για να καμαρώσουν οι γονείς και να ζηλέψουν οι γείτονες τα ξενιτεμένα βλαστάρια που προκόβουν στην Ευρώπη. «Ούτε ένας «τοκάι» δεν λέει την αλήθεια στους γονείς του. Οι δικοί μου νομίζουν ότι δουλεύω μπάρμαν σε κάποιο μεγάλο κλαμπ», λέει ο Μοχάμεντ. «Αλλωστε, και 50 ευρώ να στέλνεις κάθε μήνα στο σπίτι σου είναι ποσό· αν στέλνεις 200 θρέφεις μια εξαμελή οικογένεια. Τι να τους πω; Οτι την πάτησα στην Ελλάδα;»

«Την πάτησα στην Ελλάδα», έτσι λέγεται η ιστοσελίδα που φτιάχνει αυτόν τον καιρό ο Μοχάμεντ. Μαζεύει ιστορίες και φωτογραφίες ανθρώπων που ήρθαν ώς εδώ από την άκρη του κόσμου και βρέθηκαν στους πέντε δρόμους, ακριβώς όπως ο ίδιος ή ο φίλος μας, ο Μαφούζ, που ρουφάει ηδονικά τον φραπέ του δίπλα μας. «Αν την πάτησα; Μεγαλοπρεπώς! Πριν δούλευα σε εταιρεία καθαριότητας στο Ντουμπάι. Επαιρνα 200 ευρώ για 12 ώρες, αλλά η εταιρεία μού έδινε τζάμπα φαΐ και στέγη. Τα έστελνα όλα σπίτι μου και την έβγαζα με τα φιλοδωρήματα, που έφταναν τα 100 ευρώ. Όταν άρχισαν τα πράγματα να μην πηγαίνουν καλά εκεί, ένας φίλος με έψησε να έρθω στην Ελλάδα. Ενάμιση μήνα ταξίδευα και πέρασα τον Εβρο κολυμπώντας. Φτάνω λοιπόν στην Ομόνοια κι ο φίλος έχει εξαφανιστεί, μέχρι και το κινητό του είχε αλλάξει. Μετά έμαθα πως για κάθε έναν από εμάς που ψήνει ο φίλος να έρθει στην Ελλάδα, παίρνει από τη μαφία 500 ευρώ».

«Κατάλαβες τώρα γιατί θέλω να φτιάξω το σάιτ;» λέει ο Μοχάμεντ. «Φεύγεις από τη φτώχεια σου τη μαύρη, χρεώνεσαι σε τοκογλύφους ή βάζει όλη η οικογένεια τις οικονομίες της ή πουλάς το οικοπεδάκι σου, διασχίζεις τον μισό πλανήτη με τα πόδια γιατί κάποιος σού πήρε το κεφάλι ότι θα έρθεις στην Ελλάδα και θα ζήσεις τη μεγάλη ζωή. Κι αυτό ίσως κάποτε να ίσχυε. Εγώ θυμάμαι μια άλλη Ελλάδα, πριν από την κρίση. Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου ήταν στο Σύνταγμα την Πρωτοχρονιά του 2004. Μια μεγάλη γιορτή, τραγουδιστές, πυροτεχνήματα, οι Ελληνες έξω με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους, όλοι χορεύαμε, όλοι τραγουδούσαμε. Κι οι Ελληνες ήταν καλοί τότε, χαρούμενοι, συμπονετικοί. Τώρα περνάω από το Σύνταγμα κάθε απόγευμα, αλλά δεν κάθομαι πολύ· φοβάμαι, γιατί είμαι μαύρος και μπορεί κάποιοι να μου κάνουν φασαρίες. Και βλέπω τους Ελληνες αλλιώς, θυμωμένους, φρικαρισμένους, κλεισμένους μέσα, φοβισμένους. Εγώ που είμαι όλη μέρα στο δρόμο μπορώ να σου το πω: η Αθήνα είναι σε κατάσταση πολέμου. Έφυγα από μια χώρα πολύ φτωχή για να έρθω εδώ και κατάντησα να έχω μια μαλακία ζωή, χωρίς καμία ασφάλεια, χωρίς καμία προοπτική, χωρίς λεφτά, με φασίστες να με κυνηγάνε στο δρόμο γιατί δεν τους αρέσει το δέρμα μου, με αστυνομικούς που είναι χρόνια μικρότεροί μου να με βρίζουν. Κατάντησα να ζω από τα σκουπίδια και να μου φέρονται όλοι σαν να είμαι σκουπίδι. Και τώρα βλέπω πως και στους Ελληνες πια φέρονται σαν να είναι σκουπίδια. Κάθε φορά που πηγαίνω στο Σύνταγμα θέλω να βάλω τα κλάματα».

Φεύγοντας από τους «τοκάι», ανηφορίζω προς το Σύνταγμα κι εγώ. Πόσο απέχει η ζωή μου από τη δική τους; Όσο μια απόλυση, μια καινούργια φοροεπιδρομή ή την εφαρμογή του μεσοπρόθεσμου. Η φύση, λένε οι περιβαλλοντολόγοι, δεν παράγει απορρίμματα. Ο καπιταλισμός, όμως, παράγει σκουπίδια…