Ρέκβιεμ Στη Μεσαία Τάξη

 

Εξώφυλλο

Από το «Τσοβόλα δώσ» τα όλα», του αείμνηστου Ανδρέα, στο «Λεφτά υπάρχουν» (αλλά αλλού…) του Γιώργου, από την εικονική ευημερία του ’90 στην πραγματικότητα της πτώχευσης του ’11, από το «Η Ελλάδα στους Ελληνες», στο «Η Ελλάδα στο ΔΝΤ»: Τα τελευταία 30 χρόνια ελληνικής ιστορίας συνδέονται με την άνοδο της μεσαίας τάξης. Τον τελευταίο, με την πτώση της. Εζησε το ελληνικό της όνειρο, τώρα ζει το χειρότερο εφιάλτη της ανακαλύπτοντας αποσβολωμένη πως εν μια νυκτί της παίρνουν όσα πίστεψε ότι έχει κατακτήσει. Μια σύντομη άνοιξη, σαν παραμύθι, ενόψει ενός μακρύ χειμώνα; Υπάρχει, άραγε, σε κάτι άλλο να ελπίσουμε;

Με δυο λόγια, αντίο ζωή» μου λέει και δεν ξέρω τι είναι αυτό που πνίγει τη φωνή στο λαρύγγι του. Ισως είναι η τηλεόραση που βουβή μεταδίδει εικόνες από το οργισμένο πλήθος που επιτίθεται κατά των επισήμων στις παρελάσεις. Ισως είναι αυτό το σπίτι που αγόρασε μόλις τρία χρόνια πριν και πια δεν έχει χρήματα να το πληρώσει. Ίσως τον ταράζει η θέα της τρίχρονης κόρης του που παίζει με τις πλαστελίνες στη γωνία. Ισως και να φταίει η φωνή του Μητροπάνου που φτάνει στο σαλόνι από την κουζίνα όπου μαγειρεύει η γυναίκα του: «Στενεύουν τα περάσματα/ οι φίλοι μου φαντάσματα/ κι η πόλη μοιάζει γενικώς/ τάφος οικογενειακός». Ο Γιώργος είναι ένας από τους χιλιάδες δημόσιους υπάλληλους που πιθανολογούν την εφεδρεία. Η γυναίκα του, η Βιργινία, είναι κι εκείνη δημόσιος υπάλληλος. Δεν κινδυνεύει από την εφεδρεία, αλλά το εισόδημά της -με την φοροεπιδρομή, τις περικοπές και την προελαύνουσα ακρίβεια- έχει μειωθεί περίπου στο 40%. «Αν ξέραμε τι θα συμβεί, δεν θα χρεωνόμασταν με 150.000 για να αγοράσουμε το σπίτι. Και σίγουρα δεν θα κάναμε τρία παιδιά. Είχαμε μια ζωή, μια δουλειά -όχι πολύ ενδιαφέρουσα, όχι αυτό που ονειρευόμασταν μικροί- αλλά μας έδινε την ασφάλεια να κάνουμε οικογένεια. Τώρα κακιώνω τον εαυτό μου: ούτε τα όνειρά μου κυνήγησα ποτέ, ήθελα να γίνω ηθοποιός, ούτε και ασφάλεια έχω πια. Στα 40 μου νιώθω ξοφλημένος».

Εικόνα 1

Ο Γιώργος δεν είναι «τίποτα το σπέσιαλ, το εξαιρετικό, είναι ένα ζώο δηλαδή κανονικό», όπως μου το λέει τραγουδιστά η γυναίκα του, η Βιργινία. Εδώ και 10 χρόνια ζουν σε ένα μικρό στενό του Αμαρουσίου, από εκείνα που η άνθηση του χρηματιστηρίου και το παραμύθι της ισχυρής Ελλάδας μετέτρεψε σε υπνωτήρια των προαστίων: δεκάδες τριώροφες μεζονέτες, βαμμένες σε παλ χρώματα, με πανομοιότυπους κήπους, το απαραίτητο τζάκι και πάρκινγκ δυο θέσεων. «Σκέφτομαι τη ζωή μας ένα μόλις χρόνο πριν και μου φαίνεται σαν παραμύθι, σαν μια άλλη γυναίκα να τα ζούσε όλα αυτά» λέει η Βιργινία. «Πολλές φορές βλέπω στον ύπνο μου πως όλα έχουν τελειώσει. Μετά ξυπνάω και πρέπει πάλι να κάνω λογαριασμούς, πάλι να κάνω αλχημείες για να πληρώσουμε τις κάρτες, το δάνειο, τα χαράτσια, να φάνε τα παιδιά. Οπως πάνε τα πράγματα, πρέπει μάλλον να πουλήσουμε το σπίτι για να μη μας το πάρει η τράπεζα. Θα επιστρέψουμε στο πατρικό μου στον Πειραιά».

Το ελληνικό όνειρο που τρίζει πια εμφανώς -σε σημείο που οι Γιατροί του Κόσμου να κάνουν λόγο για ανθρωπιστική κρίση στην Αθήνα- άρχισε να μπάζει νερά χρόνια τώρα, μόνο που κανείς μας δεν ήθελε να το πάρει χαμπάρι. Τέσσερις μόλις μήνες μετά τη λαμπερή Ολυμπιάδα, έγραφε η «Καθημερινή»: «Στα άλλοτε πλατιά μεσαία στρώματα πλέον ανήκει μόνο το 30% των Ελλήνων, ενώ το φτωχότερο 50% του ελληνικού πληθυσμού κατέχει μικρότερο εισόδημα από όσο κατέχει το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού.

»Οι μισοί Ελληνες καταφεύγουν στο πλαστικό χρήμα και τα καταναλωτικά δάνεια (το 16% του πληθυσμού δεν έχει καν πιστοληπτική ικανότητα) για να ψωνίσουν τα δώρα, να πληρώσουν το φροντιστήριο των παιδιών, να πάνε διακοπές ή να αποπληρώσουν προηγούμενα χρέη». Χρειάστηκε να περάσουν άλλα 7 χρόνια για να εκραγεί αυτή η ζοφερή πραγματικότητα στα πρόσωπά μας…

Από την «Ουάσιγκτον Ποστ» μέχρι τη «Χααρέτζ» κι από το CNN μέχρι την ιαπωνική τηλεόραση, δεν υπάρχει μέσο επικοινωνίας στον πλανήτη που να μην έχει μεταδώσει το δικό του ρέκβιεμ για τη μεσαία τάξη. Αρθρο των «Financial Times» αποδεικνύει πως η πραγματική αξία των μισθών σήμερα είναι μικρότερη από το 1975. Ερευνα του Κέντρου Οικονομικών & Εμπορικών Επιστημών της Βρετανίας αποκαλύπτει πως τα νοικοκυριά της χώρας βρίσκονται στη χειρότερη οικονομική κατάσταση των τελευταίων 90 ετών. Το μέσο πραγματικό εισόδημα των ανδρών στις ΗΠΑ είναι στάσιμο από το 1975, στην Ιαπωνία μειώνεται συνεχώς, όπως και στη Γερμανία τα τελευταία 10 χρόνια. Ο ΟΟΣΑ έχει καταλήξει ότι η ανισότητα αυξήθηκε από το 1985 έως τα τέλη της δεκαετίας του 2000 σε 17 από τις 22 ανεπτυγμένες οικονομίες. Ακόμα και σε χώρες όπως η Δανία ή η Σουηδία, που έχουν παραδοσιακά χαμηλά επίπεδα ανισότητας, η ψαλίδα ανοίγει διαρκώς.

Το δράμα ξεκίνησε από την «κοιτίδα της μεσαίας τάξης», την Αμερική. Καθόλου τυχαία ο βραβευμένος με Οσκαρ Μάικλ Μουρ κάνει λόγο για πόλεμο: «Ο παγκόσμιος πόλεμος των πλουσίων του κόσμου εναντίον της μεσαίας τάξης μαίνεται τα τελευταία 30 χρόνια. Είναι ένας πόλεμος που οι κάτοικοι του Φλιντ και του Μίσιγκαν γνωρίζουν πάρα πολύ καλά. Συνηθισμένοι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο ορθώνουν το ανάστημά τους αυτή τη στιγμή και λένε «Οχι!» στο μέλλον που έχουν προγραμματίσει για μας. Κερδίσαμε στην Αίγυπτο. Ξυπνάμε και πολεμούμε σε ολόκληρες τις ΗΠΑ». Οπως δείχνουν όλες οι έρευνες, «λεφτά υπάρχουν» στην Αμερική, μόνο που μαζεύονται σε πολύ λίγα χέρια: το 1974 τα έσοδα των Αμερικανών στο ανώτατο 1% της εισοδηματικής κλίμακας αντιστοιχούσαν στο 8% του συνόλου. Το 2008 το ποσοστό των υπερπλουσίων εκτινάχτηκε στο 18% του πληθυσμού.

Η «αλλαγή» γέμιζε γήπεδα και λεωφόρους και ο Ανδρέας Παπανδρέου γέμιζε με ελπίδες και προσδοκίες τα πανιά ενός κόσμου που ζώντας χρόνια στο περιθώριο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής ορμούσε στο προσκήνιο. Οι μικρομεσαίοι είναι η νέα ανερχόμενη τάξη, σπονδυλική στήλη μιας νέας τάξης πραγμάτων.

Τα αποτελέσματα αυτού του πολέμου είναι πλέον τόσο ορατά που κάνουν τον Thomas Schulz του «Der Spiegel» να μιλάει για το «τέλος του αμερικάνικου τρόπου ζωής». Ο Schulz επισκέφθηκε τη Βεντούρα, μια μικρή πόλη στις ακτές του Ειρηνικού, βόρεια του Λος Αντζελες, όπου «ξεκίνησε ένα πιλοτικό πρόγραμμα το οποίο επιτρέπει στους ανθρώπους να κοιμούνται στα αμάξια τους μέσα στα όρια της πόλης. Οι άνθρωποι στα καλοδιατηρημένα στέισον-βάγκον και τα χάτσμπακ δεν είναι εργάτες σε φάρμες ούτε άστεγοι. Είναι άνθρωποι που ούτε στην πιο τρελή τους φαντασία δεν σκέφτηκαν ότι θα μπορούσαν να είναι άστεγοι – είχαν αρκετά λεφτά, σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και πολλά λεφτά, μέχρι πρόσφατα. Στο παρελθόν, έβγαινες από τη φτώχεια και ξεκινούσες το ανοδικό σου ταξίδι. Αυτός ήταν ο αμερικανικός τρόπος ζωής, ένα μονοπάτι που ακολουθήθηκε από εκατομμύρια κόσμο».

Αυτό ακριβώς το μονοπάτι πήρε και η καθημαγμένη μεταπολεμική Ελλάδα: με ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της οικονομικά και κοινωνικά εξαθλιωμένο, με τους ηττημένους του Εμφυλίου στις φυλακές και τις εξορίες κι ένα κράτος απολύτως εξαρτημένο από την αμερικανική οικονομική βοήθεια, η χώρα υιοθέτησε πλήρως μια δυτικότροπη κουλτούρα δημιουργώντας ένα sui generis ιδεολογικό συμπίλημα όπου συνδέονταν ο αντικομμουνισμός, ο ελληνοχριστιανισμός και το αμερικάνικο όνειρο. Εκείνη ακριβώς την περίοδο η αστική τάξη της χώρας καταφεύγει για να κυβερνήσει σε έναν άνθρωπο της μεσαίας τάξης, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Ο συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης το περιγράφει γλαφυρά: «Είναι η πρώτη αναγκαστική καταφυγή σ» έναν άνθρωπο κάπως ακατέργαστο, αυστηρό, και φιλόδοξο, της μεσαίας τάξης, όμορφο και γοητευτικό με την έννοια της επαρχιακής αρρενωπότητας, που του ανάθεσαν να βάλει σε γραμμή τους λελέδες των παλιών τζακιών, τις αντιθέσεις αλλά και την αδιαφορία τους να κυβερνήσουν με το σθένος που απαιτούσαν οι καιροί.

«Εδώ και δύο χρόνια έχει αρχίσει το μεγάλο κακό, που θα μετατρέψει σιγά σιγά τους Ελληνες σε λαό πιθήκων, σε λαό ψηφοφόρων, δημοσίων υπαλλήλων, καταναλωτών, κρατικοδίαιτων επιχειρηματιών, κομπιναδόρων και συνδικαλισταράδων. Σε είκοσι-τριάντα χρόνια από σήμερα, Ανδρέας Παπανδρέου μπορεί να μην υπάρχει. Θα υπάρχει όμως μια Ελλάδα πτωχευμένη κι ένας λαός στα όρια της οικονομικής και της ηθικής εξαθλίωσης».
1983, Χάρρυ Κλυνν, «Αλλαγή καί πάσης Ελλάδος»

»Προηγουμένως είχαν καταφύγει στον Μεταξά, που είναι αντίστοιχο παράδειγμα, αλλά και κατόπιν το πράγμα γίνεται φανερό αλλιώς: το πραξικόπημα της χούντας συμβαίνει από στελέχη της μεσαίας τάξης, και αμέσως μετά, πάλι έχουμε Καραμανλή και τελικώς βγαίνει επίσημα η μεσαία τάξη στο κυβερνητικό προσκήνιο με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Η μεγαλοαστική οικογένεια Μητσοτάκη, μετά το βρόμικο ’89, ανατρέπεται από έναν της μεσαίας τάξης, τον Σαμαρά, και ξαναέχουμε Αντρέα και ΠΑΣΟΚ. Με την άνοδο του Κώστα Καραμανλή, πια, που ήδη έχει γίνει τζάκι, βλέπουμε το ίδιο φαινόμενο: την αδυναμία του να κυβερνήσει, την αδιαφορία, την αμυντική ραστώνη του και την προσφυγή σε έναν παραδυναστεύοντα που κατάγεται κι αυτός απ» τη μεσαία τάξη και κυβερνάει, πια, αντ» εκείνου: στον Θοδωρή Ρουσόπουλο.

(…) Οταν οι μεσαίοι γίνουν ανώτεροι, τότε ξεκινάει κι η παρακμή τους – η τρίτη γενιά τους αρχίζει να βαριέται, να τρώει τα έτοιμα, να χρειάζεται αντ» αυτής κάποιον μπρούτο Σερραίο να κυβερνάει και να τη μαστιγώνει».

Η ιδέα πως η μεσαία τάξη είναι η σπονδυλική στήλη μιας κοινωνίας δεν είναι καινούρια, αντιθέτως στην Ελλάδα είναι παλιά όσο και ο κόσμος, όπως τον περιέγραφε στα «Πολιτικά» του ο Αριστοτέλης: «Οσο πιο πολυάριθμη είναι η μεσαία τάξη, τόσο πιο σταθερό είναι και το πολίτευμα. Οι πραγματικοί δημοκράτες πρέπει να φροντίζουν να μη φτωχαίνει πολύ ο λαός και να βρίσκουν τρόπο η ευπορία να διαρκεί, γιατί αυτό συμφέρει και τους εύπορους. Πολιτικά ευδαίμων είναι η πόλη όπου όλοι οι πολίτες ευδαιμονούν και όχι μόνο ένα μέρος τους». Παρόμοια αντίληψη είχε και ο Πλάτων: «Η χειρότερη αρρώστια μιας πόλης είναι η εμφύλια σύρραξη. Γι» αυτό πρέπει οι νομοθέτες να θέτουν φραγμούς στον μεγάλο πλούτο και στη μεγάλη φτώχεια. Για να δημιουργηθεί ισότητα, πρέπει να καταβάλλονται άνισοι φόροι και τιμήματα ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καθενός. Ο πλούτος κάνει τους ανθρώπους τρυφηλούς, τεμπέληδες και επιφανειακούς, ενώ η φτώχεια κάνει τους ανθρώπους ανελεύθερους, κακούς τεχνίτες και κακοπροαίρετους». Το παραπάνω αποσπάσματα προέρχονται από το βιβλίο «Οικονομικές θεωρίες, αρχές διοίκησης και αρχαία ελληνική σκέψη» του Πέτρου Δούκα, υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και μετέπειτα Εξωτερικών της κυβέρνησης Καραμανλή. Σε αυτή ακριβώς την κυβέρνηση επιτίθεται με πύρινο άρθρο του στις 18 Μαρτίου 2006 ο κύριος που ακολουθεί. Ποιος είναι; Διαβάστε μερικές αράδες και θα σας το αποκαλύψουμε μετά.

Σαν αρχαία τραγωδία ο χορός από επινίκιος κατέληξε σε διαμαρτυρία. Οχι ξαφνικά. Λέξεις όπως «πρόοδος» και «λαός», άρχισαν να χάνονται σταδιακά από το καθημερινό λεξιλόγιο για να αντικατασταθούν από άλλες: «κεκτημένα», «συντεχνίες». Το ξεχαρβάλωμα της μεσαίας τάξης είχε βρει το λεξιλόγιό του.

«Φεύγουν από το σπίτι τους νωρίς το πρωί, εργάζονται σκληρά, πολλές φορές σε δύο ή τρεις δουλειές, επιστρέφουν στην οικογένεια αργά το απόγευμα ή το βράδυ. Συχνά «κουβαλούν» τη δουλειά μαζί τους στο σπίτι. Η προσωπική τους ζωή είναι σε κρίση, τα παιδιά μεγαλώνουν χωρίς γονείς, είναι ευερέθιστοι και συχνά αντιπαραγωγικοί στη δουλειά: είναι οι σύγχρονοι μαραθωνοδρόμοι της εργασίας. Οι πολίτες αυτοί αποτελούν ήδη ένα μεγάλο τμήμα της σύγχρονης ελληνικής μεσαίας τάξης. Ενα τέτοιο μοντέλο καθυστερημένου καπιταλισμού, που στηρίζεται σε χαμηλού κόστους ανεκπαίδευτους αλλά υπερεργαζόμενους ανθρώπους, δεν αποτελεί πρότυπο για μια ανεπτυγμένη κοινωνία». Και τώρα η λύση του κουίζ: είναι ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης!

Δεν είναι παράξενο που τα αντιπολιτευτικά πυρά του ΠΑΣΟΚ εκείνη την περίοδο εστιάζουν στην υποστήριξη της μεσαίας και βαλλόμενης ήδη μεσαίας τάξης. Για πολλούς ερευνητές η μεσαία τάξη στην Ελλάδα γιγαντώνεται το 1981 με την άνοδο του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία και την είσοδο στο προσκήνιο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της χώρας των αγροτών, των εργατών, των υπαλλήλων και των μικρομεσαίων επαγγελματιών. Τότε νομιμοποιείται πλήρως η αριστερά με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, η νέα ελληνική γίνεται επίσημη γλώσσα του κράτους, οι μισθοί αυξάνονται κατά 60% και η ταυτότητα της κλαδικής του ΠΑΣΟΚ μετατρέπεται σε διαβατήριο κοινωνικής ανόδου. Το ΠΑΣΟΚ είναι ακόμα ένα αριστερό, ριζοσπαστικό κόμμα, με πρόταγμα στην ατζέντα του την έξοδο της χώρας από την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ.

Το 1991, στο συνέδριο των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών στη Μαδρίτη, ο Ανδρέας Παπανδρέου δίνει την περίφημη ομιλία του «Τι σημαίνει σήμερα ο σοσιαλισμός». Εκεί το κόμμα του στρέφεται στη σοσιαλδημοκρατία και πέντε χρόνια αργότερα -παρακολουθώντας πλήρως την κοινωνική άνοδο των ψηφοφόρων του και με νέο αρχηγό- το κόμμα κάνει πλέον λόγο για «εκσυγχρονισμό» και οικονομική ανάπτυξη. Η χώρα της Αλλαγής αλλάζει συνθηματολογία και οράματα και ως νέος εθνικός στόχος προτάσσεται η ένταξή μας στην ΟΝΕ. Παράλληλα, με το κόλπο γκρόσο του Χρηματιστηρίου οι γιαγιάδες βγάζουν από το σεντούκι τις οικονομίες τους κι όλοι πια νομίζουν πως ο λαϊκός καπιταλισμός θα τους βγάλει για πάντα από τη μεσαία τάξη: «Ξαφνικά μπορούσες να φας δίπλα στον Βαρδινογιάννη, να κάνεις διακοπές στη Μύκονο και να έχεις άποψη για τα cohiba ή τα cabernet sauvignon. Ψωνιστήκαμε ομαδικώς» όπως το περιγράφει ο πολιτικός μηχανικός Γιώργος, 45 χρόνων. Πρώην ιδιοκτήτης κατασκευαστικής εταιρείας με 12 υπαλλήλους και νυν άνεργος.

«Καθώς οι κυβερνητικές πολιτικές προσανατολίζονται σχεδόν αποκλειστικά προς τις «κρατικές υποχρεώσεις» οι οποίες ταυτίζονται με πολιτικές λιτότητας και την εξασφάλιση των όρων επέκτασης αγοραίων δομών και λογικών, η αναπαραγωγή της μεσαίας τάξης καθίσταται πλέον μια σχεδόν αδύνατη διαδικασία» επισημαίνει ο καθηγητής Μιχάλης Σπουρδαλάκης.

Αυτή ακριβώς η 20ετία από το 1981 έως το 2001 είναι το κλειδί για να κατανοήσει κανείς την πορεία της μεσαίας τάξης στη χώρα μας. Ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου. Μας εξηγεί τις δύο εξελίξεις που χαρακτηρίζουν την περίοδο αυτή: «Από τη μια παραδοσιακές μεσαίες κατηγορίες (επιχειρηματίες που απασχολούν μέχρι εννιά άτομα, μικρέμποροι, αγρότες κάτοχοι μεσαίας ιδιοκτησίας) εμφανίζουν μια σαφή τάση μείωσης: από σχεδόν 20% του πληθυσμού (1981) περιορίζονται σε λιγότερο από 10% (2001). Από την άλλη οι νέες μορφές μεσαίων κοινωνικών κατηγοριών (ελεύθεροι επαγγελματίες, μεσαία στελέχη του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα) ακολουθούν μια αντίστροφη πορεία και από το 10% προσεγγίζουν το 20%. Σταδιακά οι μεγάλες επιχειρήσεις εκτόπισαν τους μικροεπιχειρηματίες και τους μικρέμπορους , αλλά στελεχώθηκαν στις νευραλγικές τους θέσεις από τα μεσαία μισθωτά στρώματα ενώ και η συνολικότερη οικονομική ανάπτυξη συνέβαλε στην ανάγκη αύξησης του αριθμού των ελεύθερων επαγγελματιών».

Στις εθνικές εκλογές του 2000 καταγράφηκε πρώτη φορά η αλλαγή της εκλογικής βάσης του ΠΑΣΟΚ, που έχασε τα πιο αδύναμα οικονομικά στρώματα και τις αγροτικές περιοχές. Οπως το αναλύει διεξοδικά σε άρθρο της στο www.insideinfo.gr η Αννα Κομνηνού, «κατέκτησε τη νίκη στις εκλογές, συσπειρώνοντας μεσο-ανώτερα κοινωνικά στρώματα, κατοίκους αστικών κέντρων κυρίως Αθήνας, Θεσσαλονίκης, και άνδρες ηλικίας 25-44. Ηταν εκείνες οι κοινωνικές ομάδες που πίστευαν ακόμα στη δυνατότητα οικονομικής προόδου και διατηρούσαν την αισιοδοξία της προσωπικής τους ανάπτυξης. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η μεσαία τάξη ήρθε αντιμέτωπη με ένα οικονομικό αδιέξοδο. Η ανασφάλεια στην εργασία, η ακρίβεια και ο εκτεταμένος δανεισμός, βάρυναν το μέσο νοικοκυριό. Η υψηλή ποιότητα ζωής που κατακτήθηκε τη δεκαετία του ’90, ήταν πλέον σχεδόν αδύνατο να διατηρηθεί».

Πώς τα «ζήτω» έγιναν «ουστ»; Πώς η ελπίδα έγινε αγανάκτηση; Οι αριθμοί δίνουν μια απάντηση: Εξι στις 10 επιχειρήσεις το 2010 παρουσίασαν ζημιά, 65.000 έκλεισαν, μειώθηκαν μισθοί, χάθηκαν χιλιάδες θέσεις εργασίας. Ο μεσαίος χώρος της κοινωνίας έγινε παρανάλωμα μιας κρίσης που αρκετοί είχαν προβλέψει από καιρό.

Η κυβέρνηση Σημίτη εν μια νυκτί μετατρέπει την εργασία σε απασχόληση, νομοθετώντας τα πρώτα μέτρα που θα ναρκοθετήσουν τα εργασιακά δικαιώματα. Οι απασχολούμενοι πλέον μπορεί να είναι ευέλικτοι, ελαστικοί, υποαπασχολούμενοι ή νοικιασμένοι. Οι δείκτες εμπιστοσύνης στην πολιτεία πέφτουν συνεχώς, ενώ η πίστη στην εκκλησία, την οικογένεια και τα σώματα ασφαλείας ανεβαίνει. «Οι δημοσκοπήσεις της εποχής καταδείκνυαν ότι όλες οι κοινωνικο-οικονομικές τάξεις προσέφεραν ψηφοφόρους σε όλα τα κόμματα» γράφει η Αννα Κομνηνού. «Ελειψε η ταξική συνείδηση, κάθε ομάδα απλώς έψαχνε ένα καλύτερο σενάριο ικανοποίησης των ατομικών της αναγκών. Η κλασική πολιτική κλίμακα «αριστερά – δεξιά» που καθόριζε την ελληνική πολιτική ζωή για δεκαετίες, δεν ήταν πλέον αρκετή για να περιγράψει την εκλογική συμπεριφορά των πολιτών. Το ΠΑΣΟΚ, το 2004, βρέθηκε στην αντιπολίτευση, αντιμέτωπο με ένα κενό. Η κοινωνική συμμετοχή στο κόμμα ήταν μηδαμινή, οι τοπικές οργανώσεις πρακτικά δεν υπήρχαν. Η σύνδεση του ΠΑΣΟΚ με την κοινωνία είχε πληγεί. Οι παραγωγικές τάξεις, οι ηλικίες 25-44 που στις αρχές της δεκαετίας ήταν η δύναμη του, το είχαν εγκαταλείψει. Οσο για τα χαμηλότερα στρώματα, είχαν αποχωρήσει πολύ νωρίτερα. Οι δημοσκοπήσεις κατέγραφαν γερασμένο εκλογικό προφίλ, χωρίς δυναμική και ισχυρή έλλειψη εμπιστοσύνης. Η μεσαία τάξη παρ» όλα αυτά δεν κατάφερε να βρει στέγη στο συντηρητικό κόμμα».

Τέσσερα χρόνια αργότερα, αρχές του 2008, το ΠΑΣΟΚ αναζητά τον τρόπο που θα επιστρέψει στην εξουσία; «Η μεσαία τάξη στοιχειώνει το ΠαΣοΚ» γράφει «Το Βήμα». «Η αριστερή στροφή που επιχείρησε το κόμμα δεν πρόλαβε να συμπληρώσει 180 μοίρες και το εκκρεμές επέστρεψε στην αφετηρία του, δηλαδή στη μεσαία τάξη, η οποία, όπως επέμεναν στελέχη της Χ. Τρικούπη, αποτελεί τον φυσικό χώρο του κόμματος. Η επαναφορά του ΠαΣοΚ στο μέσον του πολιτικού συστήματος ξεκίνησε από τις ομιλίες των κ Κ.Σημίτη και Ευ.Βενιζέλου στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό και ολοκληρώθηκε με την ομιλία του κ. Γ. Παπανδρέου στη Βουλή».

Στην ομιλία του ο κ. Παπανδρέου αναφέρθηκε με σαφήνεια στη μεσαία τάξη. «Τώρα χτυπιέται και η μεσαία τάξη. Εκείνοι που ως χθες πίστευαν ότι το αύριο θα είναι καλύτερο για τα παιδιά τους, βλέπουν τα όνειρά τους να χάνονται, βλέπουν τις οικονομίες τους να εξανεμίζονται, βλέπουν τα παιδιά τους να αγωνιούν, βλέπουν την ποιότητα ζωής τους να υπονομεύεται, βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να μειώνεται, βλέπουν τα βασικά κοινωνικά αγαθά να γίνονται αντικείμενο κομματικής εκμετάλλευσης ή και οικονομικής, εμπορευματικής εκμετάλλευσης. Είναι η πολιτική της εξαπάτησης που αγοράζει «μεσαίο χώρο», αλλά πουλάει τη μεσαία τάξη. Δεν πρόκειται για συμπίεση μόνον οικονομική, είναι και συμπίεση ηθική. Οι άνθρωποι αυτοί βλέπουν τις ευκαιρίες τους, τις δυνατότητές τους, τις ελευθερίες τους να γίνονται ολοένα και λιγότερες».

Κι ύστερα ήρθαν οι εκλογές του 2009 και η κρίση χτυπάει σφοδρά την Ελλάδα. Ο κύριος Σακελλαρόπουλος περιγράφει με στοιχεία τη ζοφερή πραγματικότητα: «Τα μεσαία αγροτικά στρώματα περιορίζονται ακόμα περισσότερο λόγω της περαιτέρω αποαγροτικοποίησης της οικονομίας, πολλές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις κλείνουν επειδή μειώνονται δραματικά οι πωλήσεις τους. Εξι στις 10 εμπορικές επιχειρήσεις παρουσιάζουν ζημιές, το 2010 έκλεισαν περίπου 65.000 επιχειρήσεις, ενώ μέχρι τα τέλη του 2012 αναμένεται να κλείσουν άλλες 120.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Πολλά μεσαία στελέχη είτε χάνουν τις δουλειές τους είτε μειώνονται τόσο πολύ οι αποδοχές τους, τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, που δύσκολα πια μπορούν να χαρακτηρίζονται ως «μεσαία»».

«Σκέφτομαι τη ζωή μας ένα μόλις χρόνο πριν και μου φαίνεται σαν παραμύθι. Πολλές φορές βλέπω στον ύπνο μου πως όλα έχουν τελειώσει. Μετά ξυπνάω και πρέπει πάλι να κάνω λογαριασμούς, πάλι να κάνω αλχημείες για να πληρώσουμε τις κάρτες, το δάνειο, τα χαράτσια, να φάνε τα παιδιά. Οπως πάνε τα πράγματα, πρέπει μάλλον να πουλήσουμε το σπίτι για να μη μας το πάρει η τράπεζα».

Είναι λοιπόν αυτό το τέλος της μεσαίας τάξης στην Ελλάδα; Ρωτάμε τον καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών Μιχάλη Σπουρδαλάκη. «Τα αλλεπάλληλα μνημόνια εδραίωσαν και βάθυναν την ύφεση που με τη σειρά της έχει μετατρέψει την πάλαι ποτέ αισιόδοξη προτροπή του Α. Γκορζ για τον αποχαιρετισμό της εργατικής τάξης, σε μια απαισιόδοξη βεβαιότητα για τον αποχαιρετισμό (και το τέλος) της «μεσαίας τάξης». Η τρέχουσα κρισιακή οικονομική συνθήκη υπογράμμισε την από καιρό σοβούσα κρίση νομιμοποίησης, που από χρόνια χαρακτηρίζει τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, δεν οδηγεί στη φτώχεια και την απαξίωση μόνο τον κόσμο της εργασίας, αλλά έχει βάλει φωτιά στη «μεσαία τάξη». Η καταστροφή της δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της ύφεσης, άλλωστε εύλογα θα έλεγε κανείς ότι από αυτή πλήττονται ακόμη πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα (εργαζόμενοι, συνταξιούχοι, άνεργοι κ.λπ.), αλλά της απόσυρσης του κράτους από ρυθμιστικές διαδικασίες και επεμβάσεις που είναι ζωτικής σημασίας για την κοινωνική αναπαραγωγή της. Καθώς οι κυβερνητικές πολιτικές προσανατολίζονται σχεδόν πλέον αποκλειστικά προς τις «κρατικές υποχρεώσεις», οι οποίες ταυτίζονται με πολιτικές λιτότητας και την εξασφάλιση των όρων επέκτασης αγοραίων δομών και λογικών, η αναπαραγωγή της μεσαίας τάξης καθίσταται πλέον μια σχεδόν αδύνατη διαδικασία. Καθώς η σταθερή παρουσία της «μεσαίας τάξης» για πολλούς θεωρείται η ραχοκοκαλιά της πολιτικής σταθερότητας, η αμφισβήτηση ή και το αδιέξοδο της αναπαραγωγής της οδηγεί σε αποσταθεροποίηση του συστήματος και της δημοκρατίας».

Η Λουκία είναι 36 χρονών, δασκάλα, «ίσως το πιο χαρακτηριστικό από τα παιδιά του ΠΑΣΟΚ», όπως μου αυτοσυστήνεται. «Εχω πάρει τρία πτυχία, μιλάω δύο ξένες γλώσσες, έχω ζήσει στο εξωτερικό. Μεγάλωσα με την ιδέα πως θα έρθουν καλύτερες μέρες. Ψήφιζα ΠΑΣΟΚ σε όλη τη ζωή μου – ακόμα και στις τελευταίες εκλογές τούς ψήφισα. Αν και πολλά συμπεράσματα μπορεί να βγάλει κανείς από όλα όσα συμβαίνουν -είναι το τέλος μιας εποχής, είναι το τέλος των ψευδαισθήσεων, είναι το τέλος του μεσαίου χώρου- εγώ θέλω να σταθώ κάπου αλλού. Στην Ελλάδα ζούμε σε μια οικογενειοκρατική δημοκρατία κι όπως γίνεται και στις επιχειρήσεις, δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από τους επιγόνους. Ο πατέρας φτιάχνει κι έρχεται μετά ο κακομαθημένος γιος που δεν δούλεψε και δεν ίδρωσε ποτέ και τα διαλύει όλα. Αυτό συμβαίνει τώρα: ο υιός επιτίθεται με μανία στο έργο του πατρός. Μέσα σε δυο χρόνια γύρισε την Ελλάδα μισό αιώνα πίσω. Δεν έχει ακουμπήσει καθόλου ούτε τους πλούσιους, ούτε την εκκλησία, στους μόνους που επιτίθεται είμαστε εμείς, η μεσαία τάξη. Οι πολλοί άνθρωποι δηλαδή που είναι οι συγγενείς, οι φίλοι, οι γείτονές σου. Κι επειδή κι αυτός και οι βουλευτές του προσπαθούν να μας παρουσιάσουν ως θλιβερή μειοψηφία, θέλω μόνο ένα πράγμα να του πω: αν όλοι εμείς οι εκατοντάδες χιλιάδες που κατεβαίνουμε στο δρόμο ήμασταν αριστεροί, τώρα θα ήταν πρωθυπουργός ο Τσίπρας ή η Παπαρήγα. Είμαστε όμως όλοι εμείς που μας φτιάξατε, μας χρησιμοποιήσατε, σας ψηφίζαμε και τώρα μας πετάτε στα σκουπίδια».

Διαβάστε

Χρήστος Τσιόλκας, «Χαστούκι», εκδ. Ωκεανίδα

Σε μια οικογενειακή γιορτή ένας άντρας χαστουκίζει ένα ξένο παιδί. Το γεγονός αυτό διχάζει τους παρευρισκόμενους, που άλλοι βρίσκουν ελαφρυντικά κι άλλοι απαιτούν την παραδειγματική τιμωρία του. Με αφορμή τις απρόβλεπτες συνέπειες του χαστουκιού, ο πολυσυζητημένος ελληνοαυστραλός συγγραφέας σκιαγραφεί το πορτρέτο της σύγχρονης μεσαίας τάξης.

«Η Ελλάδα στη δεκαετία του ’80» σε επιμέλεια των Βασίλη Βαμβακά και Παναγή Παναγιωτόπουλου, εκδ. «Το πέρασμα»

145 συγγραφείς -πανεπιστημιακοί, ερευνητές, δημοσιογράφοι- με τα 264 λήμματα και τα πολυάριθμα συνακόλουθα τεκμήρια που αποτελούνται από φωτογραφίες, δημοσιεύματα, κείμενα και διαφημίσεις της εποχής, ανασυνθέτουν τη δεκαετία του ’80.