18 άνω-κάτω

(φωτογραφίες: Ανδρέας Πλιάτσικας/ Ομάδα Φωτογραφίας 18 Άνω)

Συναντηθήκαμε τις μέρες της μεγάλης στέρησης, όταν πονάς τόσο πολύ που προτιμάς να πεθάνεις. Όταν δεν έχεις πια ούτε μάνα, ούτε πατέρα, ούτε αξιοπρέπεια, όταν δεν σε νοιάζει καν το όνομά σου. Όταν το μόνο που ψάχνεις είναι η επόμενη Δόση. Μόνο που αυτή τη φορά, η χαρμάνα δεν ήταν δικιά τους. Τώρα, εκείνοι ήταν «καθαροί» και χάζευαν τα «πρεζάκια της τηλεόρασης»: «Δεν τίθεται θέμα εθνικής ανεξαρτησίας, είμαστε μόνο οικονομικά εξαρτημένοι», έλεγε το κρόουλ. Τα αγόρια και τα κορίτσια του 18 Άνω γέλαγαν. Ούτε ειρωνικά ούτε πικραμένα· γέλαγαν με τον τρόπο αυτού που ξέρει.

Είναι παράξενο που μιλάμε για απεξάρτηση όταν όλα γύρω σου σε σπρώχνουν στην εξάρτηση. Είμαι τέσσερα χρόνια καθαρός και, ξαφνικά, τα πάντα γύρω μου μού θυμίζουν τις πιάτσες. Εγώ δεν ψάχνω πια τη δόση μου, την ψάχνει μια χώρα ολόκληρη». Ο Γιώργος Μιχαλόπουλος έπινε για χρόνια «ό,τι πίνεται». Δοκίμασε πολλές φορές να σταματήσει, έφτασε μέχρι την Ιταλία, αλλά «η μόνη μου πετυχημένη προσπάθεια ήταν αυτή που έκανα στο 18 Άνω. Σε ένα πρόγραμμα στεγνό, δημόσιο, δηλαδή λαϊκό και με μια κουλτούρα που δεν στοχεύει στο να υποκαταστήσει τη μια ουσία με μιαν άλλη, αλλά στο να σε απεξαρτήσει. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά του 18 κι ίσως για αυτό θέλουν κάποιοι να το κλείσουν».

 

Βαγγέλης Τάτσης. «Το κράτος υπονομεύει τα στεγνά προγράμματα και προωθεί την υποκατάσταση γιατί η μόνη του στόχευση είναι να πατάξει φτηνά τη μικροεγκληματικότητα και να επιδείξει, τάχα έργο. Όμως, όπως κάποτε η ηρωίνη βγήκε για να ανακουφίσει τους μορφινομανείς, έτσι επιστρατεύεται τώρα και η μεθαδόνη»

Για αυτόν ακριβώς το λόγο συναντιόμαστε με τον Γιώργο, τη Ζωή, τη Χαρά, τον Βαγγέλη αυτή την εβδομάδα που η Ελλάδα παραδέρνει σ» ένα θέατρο σκιών με πρωταγωνιστές ένα δημοψήφισμα, τον πρόεδρο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, έναν τραπεζίτη, πολλούς δανειστές κι έναν σαφέστατο εκβιασμό. Γιατί το 18 Άνω στραγγαλίζεται, θύμα κι αυτό της εργασιακής εφεδρείας, των μισθολογικών περικοπών και των απισχασμένων δημόσιων κονδυλίων για την υγεία. Την ίδια ώρα, ο Γιώργος Παπανδρέου αποχαιρετά τη βουλή διαφημίζοντας το «έργο του» στην καταπολέμηση των ναρκωτικών: τις γλάστρες με φούντες στα μπαλκόνια και τη μεθαδόνη στα νοσοκομεία.

 

«Δεν είναι καθόλου τυχαία ούτε η στιγμή ούτε το ποιοί άνθρωποι διαφημίζουν την υποκατάσταση και τη νομιμοποίηση των μαλακών ναρκωτικών. Μας θέλουν όλους μαστουρωμένους για να μην καταλαβαίνουμε τίποτα», λέει η 31Χρόνη Ματίνα Καλογεροπούλου που «αποχαιρέτησε» το πρόγραμμα την 1η του Νοέμβρη και «τώρα πιά στέκομαι στα πόδια μου, παρακολουθώ μαθήματα κοσμήματος και πηλού, ετοιμάζομαι να δώσω πανελλήνιες για να σπουδάσω λογοθεραπεία. Κι αυτό ακριβώς θα πει απεξάρτηση».

 

Ίσως να δυσκολεύεστε λίγο να καταλάβετε τις έννοιες που χρησιμοποιούν και γιατί επιτέλους είναι τόσο θυμωμένοι με το κράτος. Χρόνια τώρα διαβάζουμε όλοι για τις λίστες της ντροπής της μεθαδόνης, για ανθρώπους που καταλήγουν στη φυλακή για λίγα γραμμάρια χασίς, για τις ημιθανείς σκιές που περιφέρονται στους δρόμους της Αθήνας. Γιατί λοιπόν, ενώ σύσσωμος σχεδόν ο Τύπος πανηγυρίζει για το νομοσχέδιο περί ναρκωτικών, αυτοί οι άνθρωποι (που ταξίδεψαν στον κόσμο της πρέζας και γύρισαν ζωντανοί) αντιδρούν τόσο κάθετα; Ο λόγος στην 27Χρόνη Ζωή Θεοφιλάκου: «Υποκατάσταση -εν προκειμένω, μεθαδόνη- σημαίνει πως μετατρέπεις τους εξαρτημένους σε κρατικά πρεζάκια. Αντί να παίρνουν ηρωίνη, αλλάζουν ναρκωτικό και μάλιστα υπό τον έλεγχο του κράτους. Δεν γίνονται καλά, δεν ξεπερνούν το πρόβλημά τους. Εμείς για να σταθούμε στα πόδια μας στο στεγνό πρόγραμμα κάναμε ατελείωτες ώρες ψυχοθεραπείας, ψάξαμε βαθιά μέσα μας τι μας οδήγησε εκεί, όπως και τη δύναμη να φύγουμε από αυτό. Τώρα, όσοι παίρνουν μεθαδόνη απλώς θα παίρνουν τη δόση τους από το νοσοκομείο, κι έξω από την πόρτα. Εύκολο, γρήγορο και φτηνό, κάτι σαν ΑΤΜ για πρεζάκια».

 

Χαρά Μουρτέζου. «Η εξάρτηση δεν είναι σωματική αρώστια, να τη θεραπεύεις με ένα χάπι. Είναι μια ψυχική κατάσταση στην οποία παίζει ρόλο και το περιβάλλον. Αλλά κοίτα τη χώρα γύρω σου…: τα πάντα σε θέλουν βαθιά εξαρτημένο, αρκεί να μην παίρνεις ουσίες που προκαλούν πρόβλημα στους γύρω σου. Άλλος «πίνει» πρέζα κι άλλος ρούχα»

Το φαινόμενο της εξάρτησης έχει απασχολήσει όλες τις μοντέρνες και μεταμοντέρνες κοινωνίες. Ατυχώς, στις περισσότερες αντιμετωπίσθηκε από νομικούς, δικαστές και πολιτικούς, ανθρώπους δηλαδή που είχαν ελάχιστη ή καμία επαφή με τις πιάτσες, τους κανόνες και τους ανθρώπους τους, πολλώ δε μάλλον με τις ίδιες τις ουσίες. Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να είναι εξαίρεση. Το τελευταίο πόνημα του πολιτικού κόσμου για τα ναρκωτικά παρουσιάστηκε ως φιλελεύθερο και εξόχως δημοκρατικό, αφού απαντά σε ένα χρόνιο αίτημα της κοινωνίας να μη διώκεται ο χρήστης και να αποσυμφορηθούν οι φυλακές. Ωστόσο, εξίσου έντονα αμφισβητήθηκε γιατί για πολλούς προωθεί τη ναρκο-κουλτούρα με τη μορφή της υποκατάστασης. Ζητήσαμε την άποψη του Δημήτρη Υφαντή, υπεύθυνου του τμήματος έρευνας του 18 Άνω. «Αυτή τη στιγμή, σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση κυριαρχεί η λογική της μείωσης της βλάβης: εφόσον έχεις τοξικομανείς, αυτό να προκαλεί τη μικρότερη δυνατή βλάβη στην κοινωνία. Στην Ελλάδα, η πρώτη μονάδα με υποκατάστατα δημιουργήθηκε το 1995 και δούλεψε καλά μέχρι το 2003. Τη χρονιά εκείνη η Ελλάδα έρχεται πρώτη σε θανάτους από ναρκωτικά, ενώ ετοιμάζει την Ολυμπιάδα και η πόλη έπρεπε να δείχνει απαστράπτουσα. Τότε, παραμονές Χριστουγέννων που πάντα τα περιστατικά υπερβολικών δόσεων πολλαπλασιάζονται, ο υπουργός ζητά να σταματήσουν οι ουροληψίες και να δίνεται σε όλους μεθαδόνη άνευ όρων. Μέχρι τότε, μόνο το 15% των εξαρτημένων κατέφευγε στην υποκατάσταση, όλοι οι άλλοι προτιμούσαν στεγνά προγράμματα και κάπως έτσι δημιουργήθηκαν οι λίστες της ντροπής. Ο εξαρτημένος αντιμετωπίζεται ως χρόνιος και ανίατος ασθενής».

 

«Μιλάμε για παγκόσμια πρωτοτυπία», λέει η 28Χρόνη φοιτήτρια του Πανεπιστημίου Πατρών Χαρά Μουρτέζου. «Μόνο εδώ, στο Ελλάντα, συγχέουμε την αποτοξίνωση με την απεξάρτηση. Ίσως πάλι να μας βολεύει αυτή η σύγχυση. Η εξάρτηση δεν είναι μια σωματική αρρώστια, κάτι σαν τον διαβήτη, όπου δίνεις στον άρρωστο ένα χάπι και το ξεπερνά. Είναι μια ψυχική κατάσταση στην οποία παίζει ρόλο και το περιβάλλον. Αλλά κοίτα αυτή τη χώρα γύρω σου, δες την πολιτική σκηνή, το δικαστικό σύστημα, τα μίντια, το τραπεζιτικό σύστημα: τα πάντα σε θέλουν βαθιά εξαρτημένο. Και το μόνο θέμα είναι να μην πίνεις ουσίες που προκαλούν πρόβλημα στους γύρω σου, κατά τα άλλα μπορείς να μπουκώνεις το συναίσθημά σου και να κατευνάζεις το θυμό σου με ό,τι θες: υπολογιστές, τζόγο, φαγητό ή… μεθαδόνη. Άλλος πίνει πρέζα, εσύ πίνεις ρούχα».

Παναγιώτης Μ.:«Οι αρμόδιοι παίζουν με τη χημεία και της ανθρώπινες ζωές. Και δεν λένε στην κοινωνία την αλήθεια: ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι χρήστες θα παίρνουν μεθαδόνη εφ’ όρου ζωής, ότι από τους χιλιάδες που είναι σε τέτοια προγράμματα ελάχιστοι θα καθαρίσουν τελικά». Ειρήνη Ραγκούση: «Τώρα τα παιδια ξεκινάνε στα 11, στα 12. Μεγαλώνουν πιο γρήγορα και κυρίως μεγαλώνουν μόνα. Γι’αυτό τα μοναχικά παιδιά, τα ναρκωτικά είναι ο τρόπος τους να ανήκουν κάπου και να ξεφύγουν από όσα οδυνηρά ζούν στο σπίτι. Κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο στα σπίτια με διαζύγια αλλά σε όλες τις οικογένειες». Βαγγέλης Ράπτης: «Όσο η εξάρτηση παρουσιάζεται ως αρρώστια ή ως ατομική απόδραση και όχι ως κοινωνική αρρώστια, όπως είναι, και η πατρίδα καθαρίζει πιο φτηνά με εκείνους που επέλεξαν να είναι άρρωστοι και η κοινωνία βολεύεται με θεωρείες για εξαρτημένες προσωπικότητες»

«Η υποκατάσταση συμμαχεί με τις πιο σκοτεινές πλευρές του εξαρτημένου, αυτές που δεν θέλουν να βγουν στο φως και να ιαθούν. Η αντιμετώπιση της εξάρτησης είναι όπως η δημοσιογραφία: κάνεις ρεπορτάζ σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά άλλοι δημοσιογράφοι υπηρετούν την αλήθεια κι άλλοι προσπαθούν να τη χειραγωγήσουν. Το θέμα δεν είναι να διαχειριστείς ένα φαινόμενο• είναι να ρίξεις φως στις αιτίες που το παράγουν και να τις καταπολεμήσεις», μου εξηγεί η ψυχοθεραπεύτρια Μαρία Σχίζα. Για να καταλάβω τη διαφορά, ο Βαγγέλης Τάτσης, που στα 25 του σπουδάζει φωτογραφία, μου εξηγεί πώς δουλεύει ένα στεγνό πρόγραμμα: «Η πρώτη φάση αποκαλείται «ευαισθητοποίηση» και κρατάει από δύο έως πέντε μήνες. Είσαι ακόμα έξω, δίνεις ούρα και κάνεις ατομικές συνεδρίες δυο φορές την εβδομάδα και μια φορά ομαδική. Στο επόμενο στάδιο, μπαίνεις στο κλειστό πρόγραμμα που κρατάει επτά μήνες. Εκεί κάνεις ό,τι μπορείς να φανταστείς: ατομικές και ομαδικές συνεδρίες, δημιουργικές θεραπείες. Και στο τέλος είναι η επανένταξη, που κρατά ένα χρόνο κι έχει ως στόχο την αυτονομία σε όλα τα επίπεδα. Βγαίνεις, δηλαδή, στην κοινωνία ενεργός και δημιουργικός και δεν περιπλανιέσαι απλώς με ένα χάπι. Τώρα το κράτος υπονομεύει τα στεγνά προγράμματα και προωθεί την υποκατάσταση γιατί η μόνη του στόχευση είναι να πατάξει φτηνά τη μικροεγκληματικότητα και να επιδείξει, τάχα, έργο. Όμως, όπως ακριβώς κάποτε η ηρωίνη βγήκε για να ανακουφίσει τους μορφινομανείς, έτσι ακριβώς επιστρατεύεται τώρα και η μεθαδόνη. Οι αρμόδιοι παίζουν με τη χημεία και τις ανθρώπινες ζωές. Και δεν λένε στην κοινωνία την αλήθεια: ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι χρήστες θα παίρνουν μεθαδόνη εφ» όρου ζωής, ότι από τους χιλιάδες που είναι σε τέτοια προγράμματα καθαρίζουν ελάχιστοι».

 

Ματίνα Καραγιαννοπούλου. «Δεν είναι καθόλου τυχαία ούτε η στιγμή ούτε το ποιοι άνθρωποι διαφημίζουν την υποκατάσταση και τη νομιμοποίηση των μαλακών ναρκωτικών. Μας θέλουν όλους μαστουρωμένους να μην καταλαβαίνουμε τίποτα».

«Είναι, δηλαδή, θάνατος με κορδέλα. Απλώς, οι χρήστες ταριχεύονται σαν τις μούμιες» παίρνει το λόγο ο 55χρόνος Βαγγέλης Ράπτης. «Κι αυτό γιατί θέλουν να παρουσιάζουν τη χρήση σαν αρρώστια ή σαν ατομική απόδραση. Όσο η εξάρτηση παρουσιάζεται έτσι και όχι σαν κοινωνική αρρώστια, όπως είναι, και η πατρίδα καθαρίζει φτηνά με εκείνους που επέλεξαν να είναι άρρωστοι και η κοινωνία βολεύεται σε θεωρίες για εξαρτητικές προσωπικότητες που τείνουν δήθεν στο να εξαρτηθούν κι έτσι δεν χρειάζεται να εξετάσει γιατί κάποιοι άνθρωποι «πίνουν». Εντέλει, αυτό που εξυπηρετείται από μια κοινωνία που δεν σκέφτεται, δεν αναλύει, δεν αναστοχάζεται είναι το πολιτικό σύστημα».

 

Η δεκαετία του 2000 είναι αυτή των ναρκωτικών «αναψυχής», τύπου έκστασι, της ιδιωτικής τοξικομανίας με πλήθος ψυχοφαρμάκων και των lifestyle ναρκωτικών «για διασκέδαση». Ζούμε στην (σαν) ισχυρή Ελλάδα: η μαμά παίρνει το υπναγωγό της, ο μπαμπάς πίνει τα ποτά του, το παιδί πίνει ό,τι βρει. Μια κοινωνία ολόκληρη αναζητεί την ευτυχία στα χάπια: άλλος για να αδυνατίσει, άλλος για να κοιμηθεί, άλλος για να κάνει έρωτα. Είναι ο θρίαμβος της βιολογιστικής και η χαρά του φαρμακοβιομήχανου. Η Ευρώπη παίρνει φανερά τη στροφή προς το νεοφιλελευθερισμό και η ψυχική υγεία αντιμετωπίζεται με στατιστικές και αναλύσεις κόστους-οφέλους. Το θατσερικό μοντέλο της βραχείας (και φθηνής) ψυχοθεραπείας και της υποκατάστασης θριαμβεύει.

«Δεν έχει σημασία να συγκρίνονται ανόμοια πράγματα όπως η υποκατάσταση και η απεξάρτηση. Έχει όμως σημασία να δούμε τη βαθύτατη υποκρισία πίσω από τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη για την υγεία. Το δημόσιο σύστημα υγείας δέχεται επίθεση και όχι μόνο το 18 Άνω».

Ηρακλής Γκότης, υπεύθυνος του συμβουλευτικού σταθμού του 18 Άνω

«Η λογιστική αντίληψη για τα κοινωνικά φαινόμενα δεν είναι κάτι καινούργιο ούτε κάτι αμιγώς ελληνικό, είναι ο τρόπος που τα αντιμετωπίζει ο νεοφιλελευθερισμός. Εγώ, επειδή έχω ζήσει στην Αμερική, το έχω ξαναδεί», λέει ο 39χρόνος Τζάστιν Κιούσης. «Υποτίθεται ότι το 18 Άνω είναι ένα ακριβό πρόγραμμα και τώρα η Ελλάδα πρέπει να κάνει οικονομία. Ερωτώ λοιπόν: «κοστίζει ακριβότερα να επενδύσεις στους χρήστες τρία χρόνια και μετά να είναι πλήρως απεξαρτημένοι ή να τους χορηγείς υποκατάστατα για μια ζωή;» Κι επειδή πολύς λόγος γίνεται για το σπάταλο Δημόσιο, που ως τέτοιο θεωρείται και το Εθνικό Σύστημα Υγείας, θέλω να πω πως αν υπάρχει ένα Δημόσιο όπως το ονειρευόμαστε, αυτό είναι το 18 Άνω: οι θεραπευτές ξεπερνάνε τον εαυτό τους, δουλεύουν 14 και 18 ώρες τη μέρα, τους κατάντησαν να επιβιώνουν με 700-1000 ευρώ (που κι αυτά δεν μπαίνουν όλα στην τσέπη τους, αφού πληρώνουν οι ίδιοι και για τις ατομικές τους συνεδρίες και για την επιμόρφωσή τους) και παρόλα αυτά δεν έχουν κάνει ούτε ένα βήμα πίσω στο επίπεδο της δουλειάς τους μαζί μας. Όσο κι αν προσπαθούν να μας πείσουν, λοιπόν, ότι είναι ξοφλημένο το ΕΣΥ και για αυτό προωθούν τα φτηνά χαπάκια, εγώ δεν τους πιστεύω».

 

Τζάστιν Κιούσης: «Ερωτώ: Κοστίζει ακριβότερα να επενδύσεις στους χρήστες για τρία χρόνια και μετά να είναι πλήρως απεξαρτημένοι ή να τους χορηγείς υποκατάστατα για μια ζωή». Ζωή Θεοφιλάκου: «Για να σταθούμε στα πόδια μας στο στεγνό πρόγραμμα κάναμε ατελείωτες ώρες ψυχοθεραπείας. Τώρα, όσοι παίρνουν μεθαδόνη απλώς θα παίρνουν τη δόση τους από το νοσοκομείο κι έξω από την πόρτα. Ένα ΑΤΜ για πρεζάκια». Γιώργος Μιχαλόπουλος: «Η μόνη μου επιτυχημένη προσπάθεια ήταν αυτή στο 18 Άνω. Σε ένα πρόγραμμα στεγνό, δημόσιο, δηλαδή λαϊκό και με μια κουλτούρα που δεν στοχεύει να υποκαταστήσει τη μια ουσία με την άλλη αλλά στο να σε απεξαρτήσει. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά του 18 Άνω και ίσως γι’αυτό θέλουν κάποιοι να το κλείσουν».

«Υπάρχουν, όντως, μελέτες που να επιβεβαιώνουν όσα λέει ο Τζάστιν;» ρωτάω τον Ηρακλή Γκότση, υπεύθυνο του συμβουλευτικού σταθμού του 18 Άνω και συνδικαλιστή στο χώρο της υγείας. «Υπάρχουν και μελέτες, αν και πιστεύω ότι δεν έχει σημασία να συγκρίνει κανείς τόσο ανόμοια πράγματα όπως η υποκατάσταση και η απεξάρτηση. Εμείς λέμε πως καλό είναι να προσφέρονται όλοι οι τύποι προγραμμάτων: και ανοιχτά και κλειστά, και στεγνά και με μεθαδόνη. Αυτό που είναι, όμως, εξαιρετικά σημαντικό είναι να καταλάβουμε τι κρύβεται πίσω από τις στομφώδεις κυβερνητικές εξαγγελίες: μια νεοφιλελεύθερη αντίληψη για την οικονομία της υγείας και μια διάθεση ελέγχου των τοξικομανών, που παραμένουν εξαρτημένοι, απλώς από άλλη ουσία και με χορηγό το κράτος. Έχει, επίσης, σημασία να δει κανείς τη βαθύτατη υποκρισία πίσω από όλα αυτά: το δημόσιο σύστημα υγείας δέχεται επίθεση και όχι μόνο το 18 Άνω. Σε εμάς θέλουν να περιορίσουν τις κλίνες στα κλειστά προγράμματα, το 80% του προσωπικού μας απειλείται από την εφεδρεία, μας περικόπτουν τα κονδύλια σε βαθμό που, ενώ έχουμε έτοιμο πρόγραμμα για τις διατροφικές διαταραχές, δεν μπορούμε να το λειτουργήσουμε. Αυτό που πάνε να κατασκευάσουν είναι εξαρτημένοι πολλών ταχυτήτων: όσοι έχουν χρήματα θα καταφεύγουν στο εξωτερικό, ελάχιστοι θα μπορούν να απεξαρτηθούν και ο πολύς κόσμος θα είναι δέσμιος των υποκατάστατων».

 

Η Ειρήνη Ραγκούση είναι 33 χρονών και δουλεύει στο Δήμο Αμαρουσίου. Άρχισε να «πίνει» στα 17 της «για να ανήκω στην παρέα». «Πολύ μικρή» σχολιάζω. «Όχι και τόσο» απαντά. «Τώρα τα παιδιά ξεκινάνε στα 11, στα 12. Μεγαλώνουν πιο γρήγορα και, κυρίως, μεγαλώνουν μόνα. Τους δίνουν ένα πιάτο φαΐ και ρούχα και τέλειωσε. Για αυτά τα μοναχικά παιδιά τα ναρκωτικά είναι ο τρόπος τους να ανήκουν κάπου και να ξεφύγουν από όσα οδυνηρά ζουν στο σπίτι τους. Παλιότερα, αυτό θεωρούνταν ένα πρόβλημα που αντιμετώπιζαν τα παιδιά του διαζυγίου ή τα πολύ φτωχά, τώρα δεν υπάρχει σπίτι χωρίς ένα τέτοιο περιστατικό». «Και γιατί θα πρέπει μια κοινωνία ολόκληρη να πληρώσει τις ανεπάρκειες των γονιών σου; Θα πρέπει να σε λυπάται;» κάνω τον προβοκάτορα. «Θα ήταν φτηνότερο να ανοίξει πάλι τον Καιάδα», με καρφώνει η Χαρά. «Για να είναι υγιής η ίδια η κοινωνία», λέει ο Βαγγέλης. «Όχι ρε, τίποτα από όλα αυτά. Ούτε να μας λυπούνται ούτε τίποτα από όλα αυτά» λέει η Ζωή. «Το μόνο που λέμε στην κοινωνία είναι πως όλα αυτά τα παιδιά που έπεσαν στην πρέζα αξίζουν μια ευκαιρία. Είναι ο αδερφός σου, η κόρη σου, ο πατέρας σου, ο γκόμενός σου και του αξίζει έστω και μια ευκαιρία. Και, σκέψου λίγο, σε αυτούς τους καραγκιόζηδες που μας κυβερνάνε πόσες ευκαιρίες έδωσες ως τώρα;»

 

Ένα σύντομο χρονικό της πολιτικής της εξάρτησης

Ζητήσαμε από τον κοινωνιολόγο Δημήτρη Υφαντή μια μικρή ιστορική αναδρομή. «Ο πρώτος νόμος για το χασίς φτιάχτηκε το 1891 και απαγόρευε τη χρήση του στις φυλακές. Πρόκειται για πολιτικές επιλογές της Μεγάλης Βρετανίας που είχαν να κάνουν με τη διπλωματική της πολιτική: το απαγόρευε στην Ελλάδα και το επέβαλλε στην Κίνα. Το 1920 παρουσιάζεται ο πρώτος ολοκληρωμένος νόμος, που θα μπει σε εφαρμογή το 1936 από τον δικτάτορα Μεταξά. Μέχρι τότε οι χασισοκαλλιεργητές πίεζαν πάρα πολύ τους κυβερνώντες κι ο νόμος είχε πέσει σε αδράνεια. Ο δικτάτορας βάζει τους εξαρτημένους στις φυλακές, τους εξορίζει και τους εκτοπίζει, ακόμα και για… προληπτικούς λόγους, όπως τον ρεμπέτη Μιχάλη Γενίτσαρη στη Νιό.

 

«Στα 1928 με 1932 γνωρίζει πολύ μεγάλη έξαρση η κοκαΐνη και η ηρωίνη. Είναι ο αντίκτυπος του μεγάλου οικονομικού κραχ: ο ψυχισμός δέχεται πολύ μεγάλες πιέσεις από τον εξωτερικό κόσμο και αυξάνεται η πιέση κάτι να νεκρωθεί ή να εκτονωθεί.

 

«Στα χρόνια της Κατοχής δημιουργείται μια νέα γενιά εξαρτημένων και μάλιστα πολύ μικρών ηλικιών που πίνουν «για να κοπεί η πείνα». Ωστόσο, εκείνοι που καταφεύγουν στα ναρκωτικά τα χρόνια της Αντίστασης είναι ελάχιστοι: η κοινωνία αντιστέκεται, δημιουργεί δεσμούς αλληλεγγύης, προστατεύεται ως συλλογικό υποκείμενο.

 

«Από το 1946 περνάμε σε άλλη εποχή. Η ίδια η κοινωνία είχε πιά περάσει σε άλλο στάδιο. Σε αντίθεση με την Ευρώπη, όπου εκτινάσσεται η χρήση αμφεταμινών, στην Αθήνα οι ουσίες της νεωτερικότητας, η κοκαΐνη και η ηρωίνη, δεν έχουν θέση πιά. Το αστικό κέντρο πλημμυρίζει από εσωτερικούς μετανάστες από την αγροτική περιφέρεια: εκείνοι προτιμούν το αλκοόλ και το χασίς. Ελάχιστοι είναι πιά οι ηρωινομανείς που φτιάχνουν πρέζα σε μικρά εργαστήρια στο Ρέντη.

 

«Η πρέζα θα επανέλθει στα τέλη του ’70 στα Εξάρχεια, με εντελώς διαφορετικούς όρους και ως άποψη. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 πιά διαχέεται σε όλες τις τάξεις και τις περιοχές και αποκτά χαρακτήρα κοινωνικού φαινομένου. Οι λόγοι είναι πολλοί: η Αθήνα αστικοποιείται, η οικογένεια αλλάζει πλήρως και… ανεβαίνει το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία».

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

 

«Εναλλακτική ψυχιατρική, ενάντια στην απαισιοδοξία της λογικής, για την αισιοδοξία της πράξης», Φράνκο Μπαζάλια, εκδόσεις Καστανιώτη

 

Η κριτική του Φρ. Mπαζάλια δεν αφορά μόνο τον ψυχιατρικό θεσμό αλλά και άλλους κοινωνικούς θεσμούς, όπως το Σχολείο, η Οικογένεια, η Φυλακή, όπου και εκεί διακρίνει τις ιδρυματικές διαδικασίες ως προοίμιο υποταγής, αποπροσωποποίησης και τελικά αρρώστιας του κοινωνικού σώματος στη δεδομένη τάξη πραγμάτων, της παραγωγικής διαδικασίας, του κέρδους και της αλλοτρίωσης.

 

«Ψάξαμε ανθρώπους και βρήκαμε σκιές», εκδόσεις Άγρα, κύριος συγγραφέας Κατερίνα Μάτσα

 

Μια απάντηση στα κρίσιμα ερωτήματα που αφορούν την τοξικομανία, αλλά και τη βία, το ρίσκο, την παραβατικότητα του τοξικομανούς, τον κοινωνικό έλεγχο, το νομικό καθεστώς των ναρκωτικών.